ΤΟ BLOG
12/12/2016 04:46 EET | Updated 13/12/2017 07:12 EET

Οι σχέσεις Γερμανίας - Τουρκίας και η επίπτωσή τους στην πολιτική της Ε.Ε.

Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω συσχετισμών, στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις 15.12.2016, αναμένεται να μην αποφασιστεί η αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας - Ε.Ε., παρά την διαπιστούμενη μη ικανοποίηση από την Τουρκία των κριτηρίων της Κοπεγχάγης (που αποτελούν προϋπόθεση για την ένταξη μιας χώρας στην Ε.Ε.), την πρόσφατη και με συντριπτική πλειοψηφία συμβουλευτική απόφαση της Ευρωβουλής και τον ανελέητο διωγμό δασκάλων, δικαστικών, επιχειρηματιών, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων, μέσων μαζικής ενημέρωσης, Κούρδων και των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην του ακροδεξιού MHP.

merkel erdogan

Η Ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, ξεκινάει από δύο μεγάλα «δεν»:

  • Η Γερμανία δεν κατακτήθηκε ποτέ από Τούρκους (όπως τα Βαλκάνια και μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης), ούτε από άλλα τουρκικά φύλα (όπως η Ρωσία από τους Τατάρους) ή μουσουλμάνους Άραβες (όπως η Ισπανία και μέρος της Γαλλίας). Αυτό ενδεχομένως εξηγεί τις διαφορετικές προσεγγίσεις της Γερμανίας ως προς την Τουρκία, σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες.
  • Επίσης, στους μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα, οι δύο χώρες δεν βρέθηκαν αντιμέτωπες, αφού στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, Γερμανία και Τουρκία ήταν συμμαχικές χώρες, ενώ στον Δεύτερο Παγκόσμιο είχαν υπογράψει εμπορική συμφωνία για την προμήθεια ορυκτού (χρωμίτη), αναγκαίου για την πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας και τυπικά η Τουρκία της κήρυξε τον πόλεμο στις 23.02.1945.

Οι σημερινές στενές σχέσεις των δύο χωρών, σχετίζονται κατ' αρχήν με την μαζική μετανάστευση Τούρκων στην Γερμανία, κυρίως την δεκαετία του 1960, για να αποτελέσουν φτηνό εργατικό δυναμικό: σήμερα στην χώρα ζουν περίπου 3 εκατομμύρια πολίτες με τουρκική καταγωγή, εκ των οποίων οι μισοί έχουν τουρκική υπηκοότητα. Σχετίζονται επίσης με τις αναπτυγμένες οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών, που αφορούν κυρίως τους τομείς του εμπορίου (όπου εδώ και καιρό οι τουρκικές εξαγωγές αφορούν κυρίως βιομηχανικά προϊόντα και λιγότερο αγροτικά), των επενδύσεων (οι Γερμανικές επενδύσεις είναι οι μεγαλύτερες στην Τουρκία) και του τουρισμού (5,6 εκατομμύρια Γερμανοί τουρίστες επισκέφθηκαν την Τουρκία το 2015), ενώ τον τελευταίο χρόνο εμφανίζουν μια τάση υποχώρησης.

Η διεκδίκηση ενός αυξημένου ρόλου από την Τουρκία (τον οποίο, όπως η ίδια θεωρεί, δικαιούται, με βάση την ισχύ της) και η αλαζονική συμπεριφορά του «σουλτάνου» Ερντογάν, έβαλαν τα πρώτα εμπόδια στις σχέσεις των δύο χωρών:

  • Η φιλελεύθερη παράδοση της Γερμανίας, όπως εκφράζεται από αρκετές εφημερίδες και την διανόηση, δεν επέτρεψε τον «αβρόχοις ποσί» αυταρχισμό του Ερντογάν. Χαρακτηριστική είναι η υποχώρηση του Ερντογάν (η μοναδική τα τελευταία χρόνια), στο θέμα του Taksim Gezi Park το 2013, όπου σύσσωμη η Γερμανική κοινή γνώμη συμπαραστάθηκε στους διαμαρτυρόμενους και αντιμέτωπους με την τυφλή αστυνομική βία Τούρκους πολίτες, επιτυγχάνοντας την ματαίωση των κυβερνητικών σχεδίων, αλλά και προκαλώντας την προσωρινή αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας - Ε.Ε.. Η είδηση ότι ειρηνικοί διαδηλωτές που είχαν τότε συλληφθεί, παραπέμπονται, τις μέρες αυτές, για «τρομοκρατικές ενέργειες», αναμφίβολα αποτελεί μια μικρή «εκδίκηση» του Ερντογάν. Άλλα τέτοια πεδία, που η Τουρκία βρίσκει «ενοχλητικά» στην Γερμανική Δημοκρατία, είναι η ελευθερία κριτικής έκφρασης προς το πρόσωπο του Ερντογάν, αλλά και η δυνατότητα ενημερωτικών και πολιτιστικών δράσεων που δίνεται στους Κούρδους (τους οποίους η Τουρκία θεωρεί, συλλήβδην, ως μέλη του ΡΚΚ).
  • Παράλληλα, η Τουρκία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί αλλά και να επηρεάσει, όσο μπορεί, την παρουσία των τουρκικής καταγωγής πολιτών, που παρότι έχουν δείξει μικρότερη τάση ενσωμάτωσης, συγκριτικά με άλλες ομάδες μεταναστών, έχουν αποδεχθεί εν πολλοίς την Γερμανική κουλτούρα και έχουν ενταχθεί ομαλά στην Γερμανική κοινωνία. Κύριο όχημα της πολιτικής αυτής είναι η πολύ καλή οργάνωση των Τουρκικών κοινοτήτων, χάρη στην υποστήριξη του Τουρκικού κράτους, καθώς και τα μουσουλμανικά τεμένη, αφού από τα 2.000 Τουρκικά τζαμιά, τα 900 χρηματοδοτούνται από την παντοδύναμη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας (Diyanet). Χαρακτηριστικό είναι το διαρκές αίτημα της Τουρκίας για δυνατότητα απόκτησης, χωρίς προϋποθέσεις, διπλής υπηκοότητας από τους Τουρκικής καταγωγής πολίτες, αίτημα που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αποδεκτό. Στο ίδιο πνεύμα, σημειώνουμε την απαγόρευση αναμετάδοσης ομιλίας του Ερντογάν στην κεντρική πλατεία της Κολωνίας τον Ιούλιο του 2016, με το σκεπτικό ότι «η Γερμανία δεν επιθυμεί να εμπλακεί σε ενδο-τουρκικές αντιπαραθέσεις».

Συμπερασματικά, στις πιο πάνω περιπτώσεις, όπου διακυβεύεται η ουσία της Γερμανικής πολιτικής για την ομαλή ενσωμάτωση των κατοίκων της, η Γερμανική στάση εμφανίζεται ως ανυποχώρητη και ιδιαίτερα αποφασιστική.

Μια δεύτερη κατηγορία θεμάτων είναι όσα εμπίπτουν στην εσωτερική ή εξωτερική της πολιτική, χωρίς όμως να υπεισέρχονται στον σκληρό πυρήνα των στρατηγικών της συμφερόντων και εκεί η Γερμανία ακολουθεί διαπραγματευτική τακτική. Μια τέτοια περίπτωση είναι η αναγνώριση της Αρμενικής γενοκτονίας από το Γερμανικό Κοινοβούλιο, τον Ιούνιο του 2016. Την αρχική δήλωση του Τούρκου πρωθυπουργού, στις 01.06.2016, ότι μια τέτοια απόφαση δεν αποτελεί πρόβλημα, ακολούθησε, την επόμενη ημέρα, η σχεδόν ομόφωνη ψήφιση της αναγνώρισης της «γενοκτονίας των Αρμενίων και των χριστιανικών μειονοτήτων» και η (προσχεδιασμένη;) ένταση από την Τουρκία στις σχέσεις με την Γερμανία, με την ανάκληση του Τούρκου πρέσβη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Νόμος δεν επισύρει ποινές στους αρνητές της γενοκτονίας, όπως πχ η αντίστοιχη Γαλλική πρόταση Νόμου επί Προέδρου Σαρκοζί.

Η πίεση αυτή κορυφώθηκε με τις απειλές της Τουρκίας για μη εφαρμογή της Συμφωνίας για τους πρόσφυγες, αλλά και την απαγόρευση επίσκεψης Γερμανών βουλευτών στο στρατιωτικό σώμα που υπηρετεί στην αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ (περιορισμός πάντως πολύ ηπιότερος από την «πολιορκία» των Αμερικανών στρατιωτικών στην ίδια βάση, μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος). Τελικά η απαγόρευση αυτή άρθηκε μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο και αφού η Γερμανίδα Καγκελάριος έκανε «διευκρινιστικές δηλώσεις» και ανακοίνωσε την επένδυση 58.000.000 Ευρώ για την δημιουργία εγκαταστάσεων στην στρατιωτική βάση.

Η ένταση πάντως δεν έχει πέσει, αφού τις έμμεσες απειλές του Ερντογάν προς τους 11 τουρκικής καταγωγής βουλευτές της Γερμανίας, ακολούθησε η είδηση από την εφημερίδα Die Welt ότι ένα απίστευτα μεγάλο δίκτυο που έχει στηθεί από την Τουρκική Μυστική Υπηρεσία, παρακολουθεί και ασκεί πιέσεις στους τουρκικής καταγωγής πολίτες της Γερμανίας.

Η τρίτη κατηγορία θεμάτων, που αποτελεί και το πιο προνομιακό μέχρι στιγμής πεδίο της Τουρκικής πολιτικής έναντι της Γερμανίας, είναι οι Ευρωτουρκικές σχέσεις. Στο πεδίο αυτό, η Γερμανία, μη δίνοντας την απαιτούμενη σημασία, αποδέχτηκε (και έπεισε και τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες να δεχτούν) σημαντικές υποχωρήσεις, αναντίστοιχες με τον επιδιωκόμενο ρόλο της ως ηγέτιδας Ευρωπαϊκής δύναμης, αλλά και ενδεχομένως υπονομευτικές του ίδιου του μέλλοντος της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα η Γερμανία (καθώς και η Ε.Ε.):

  1. Για να μειωθούν οι προσφυγικές ροές, αποδέχτηκαν την χωρίς βίζα είσοδο Τούρκων πολιτών στην Ε.Ε.. Η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με την σκληρή καταδίωξη οποιουδήποτε διαφωνεί στην Τουρκία με την πολιτική Ερντογάν, αναμένεται να οδηγήσει μεγάλους αριθμούς Τούρκων προσφύγων σε αναζήτηση ασύλου, το οποίο πιθανότατα δικαιούνται (ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις Γερμανού Υπουργού για την παροχή ασύλου σε καταδιωκόμενους, για πολιτικούς λόγους, Τούρκους πολίτες). Αλλά ακόμα και αν αυτό δεν συμβεί, η πιο πάνω απειλή αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα της Τουρκίας για μελλοντικές υποχωρήσεις της Ευρώπης, όπως συμβαίνει σήμερα, με την απειλή αύξησης του ρεύματος των μεταναστών/προσφύγων προς την Ευρώπη (που ενδέχεται να περιλαμβάνουν και ηττημένους τζιχαντιστές), σε περίπτωση αναστολής των ενταξιακών συνομιλιών.

    Ακόμα, η ικανοποίηση συγκεκριμένων κριτηρίων, που αποτελούν προϋποθέσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας, ως προς το σκέλος της κατάργησης της βίζας, ερμηνεύεται «ελαστικά» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε βάρος των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων των Ευρωπαϊκών χωρών.

    Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως είχαμε παλαιότερα επισημάνει, η Ελλάδα όφειλε να προχωρήσει στην κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων για το προσφυγικό/μεταναστευτικό, που δεν θα επέτρεπαν τον ρυθμιστικό ρόλο της Τουρκίας στο πιο πάνω θέμα, καθώς και να ζητήσει (όπως και η Κύπρος) ειδική εξαίρεση από την προαναφερθείσα διάταξη.Το πρόσφατα ανακοινωθέν σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιστροφή μεταναστών από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους μήνες, κινείται στο μέχρι τώρα πνεύμα της Ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αποτελώντας ένα εναλλακτικό σχέδιο της Ε.Ε., χωρίς την Ελλάδα και εναντίον των συμφερόντων της. Ενδεχόμενη αποδοχή του από την Ελλάδα θα την καταστήσει, σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό, αε αθέλητο συνήγορο των μελλοντικών τουρκικών αξιώσεων προς την Ευρώπη.

  2. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω συσχετισμών, στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. στις 15.12.2016, αναμένεται να μην αποφασιστεί η αναστολή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας - Ε.Ε., παρά την διαπιστούμενη μη ικανοποίηση από την Τουρκία των κριτηρίων της Κοπεγχάγης (που αποτελούν προϋπόθεση για την ένταξη μιας χώρας στην Ε.Ε.), την πρόσφατη και με συντριπτική πλειοψηφία συμβουλευτική απόφαση της Ευρωβουλής και τον ανελέητο διωγμό δασκάλων, δικαστικών, επιχειρηματιών, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων, μέσων μαζικής ενημέρωσης, Κούρδων και των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην του ακροδεξιού MHP.

    Πιο συγκεκριμένα, παρά τις φραστικές καταδίκες των κατασταλτικών μέτρων της τουρκικής κυβέρνησης, μοναδική κόκκινη γραμμή που θέτει η Ε.Ε., σύμφωνα με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, είναι μια ενδεχόμενη απόφαση επαναφοράς της θανατικής ποινής, δηλαδή παραβλέπονται οι συνεχιζόμενες διώξεις, τα βασανιστήρια στους κρατουμένους, η (νόμιμη) παρακολούθηση και καταγραφή των συνομιλιών κατηγορούμενων με τους δικηγόρους τους, η δραστηριοποίηση των τζαμιών στην διαπαιδαγώγηση των νέων, κλπ.

    Επισημαίνουμε το (παράδοξο) σκεπτικό Ελλήνων Ευρωβουλευτών, που καταλήγει στην άρνηση της αναγκαιότητας αναστολής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, σκεπτικό που ενδεχομένως υιοθετείται και από άλλους Έλληνες πολιτικούς.

  3. Στο θέμα του Κυπριακού, λόγω ελλιπούς πληροφόρησης, λανθασμένων εκτιμήσεων ή ακόμα και στα πλαίσια μιας κατευναστικής προς την Τουρκία πολιτικής, η Ε.Ε. παραπέμπει στις αποφάσεις των δύο ηγετών, υποστηρίζοντας την διαφαινόμενη ανισοβαρή συμφωνία επανένωσης του νησιού, που, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, προβλέπει το δικαίωμα βέτο των Τουρκοκυπρίων στις αποφάσεις του ενιαίου κράτους και την παραμονή για αρκετό διάστημα Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.

    Με τις ρυθμίσεις αυτές, εκτιμάται ότι η Τουρκία καθίσταται «εγγυητής» της Ευρωπαϊκής ενοποίησης (αφού, μέσω της ψήφου των Τουρκοκυπρίων, θα απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της, για όλες τις αποφάσεις που θα λαμβάνονται σε Ευρωπαϊκό επίπεδο), ενώ παράλληλα θα προωθεί απρόσκοπτα την αναβίωση ενός ισλαμιστικού, αυταρχικού και επεκτατικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος που επιφυλάσσεται στην Ε.Ε., ακόμα και σε μια ενδεχόμενη παρουσία της στην προγραμματισμένη «Διάσκεψη για την Κύπρο» προβλέπεται ότι θα είναι μη ουσιαστικός και απλά θα συντελεί στην νομιμοποίηση των υπό την πίεση της Τουρκίας αποφάσεων.

    Οι πιο πάνω προσεγγίσεις της Γερμανίας και της Ε.Ε. υπογραμμίζουν την ευθύνη Ελλήνων και Κυπρίων πολιτικών να πείσουν για τα δίκαιά τους, αντί να αποδέχονται τον πιο πάνω μονομερή και λεόντειο υπέρ της Τουρκίας «συμβιβασμό».

  4. Τέλος, η Ε.Ε. προτίθεται να συνεχίσει τις συνομιλίες με την Τουρκία για την επέκταση του τελωνειακού καθεστώτος Ε.Ε. - Τουρκίας, που είχαν ανασταλεί το 2002, χωρίς να το θέτει ως αντάλλαγμα της συνεργασίας της Τουρκίας, ή στα πλαίσια μιας εταιρικής σχέσης (αντί της προσχώρησης στην Ε.Ε.), όπως συμβαίνει πχ με την Νορβηγία.

Το δίδαγμα από τα ανωτέρω, δεν αφορά την Γερμανία, που (για λόγους που αφορούν την ίδια) πράττει ό,τι θεωρεί πως είναι προς το συμφέρον της, ακόμα κι αν διακινδυνεύει, όπως πιστεύουμε, το μέλλον μιας ενιαίας Ευρώπης. Δεν αφορά ούτε την Τουρκία, που σταθερά επιδιώκει την εξάρτηση χωρών και διεθνών οργανισμών από τις δικές της αποφάσεις, προκειμένου να μην βρίσκει εμπόδια στην υλοποίηση των παράνομων και καταχρηστικών της σχεδίων. Ίσως θα έπρεπε να αφορά την Ελληνική εξωτερική πολιτική και την ανάγκη βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς της, τόσο στο παρόν, όσο και στις ακόμα πιο δύσκολες καταστάσεις που έρχονται.