Η άμεση αντιμετώπιση ενός εγκεφαλικού επεισοδίου θεωρείται καθοριστική για την επιβίωση και την αποκατάσταση του ασθενούς. Η επιστημονική κοινότητα χρησιμοποιεί συχνά τη φράση «ο χρόνος είναι εγκέφαλος», καθώς κάθε λεπτό χωρίς θεραπεία μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια εκατομμυρίων νευρικών κυττάρων.
Ωστόσο, νέα επιστημονική έρευνα έρχεται να διευρύνει τα δεδομένα σχετικά με το χρονικό περιθώριο στο οποίο μπορεί να παρέμβει η ιατρική για την αντιμετώπιση ορισμένων ισχαιμικών εγκεφαλικών επεισοδίων. Σύμφωνα με τα ευρήματα, μια συγκεκριμένη επεμβατική θεραπεία ενδέχεται να προσφέρει σημαντικά οφέλη ακόμη και 24 έως 72 ώρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Το εγκεφαλικό επεισόδιο προκαλείται όταν διακόπτεται η παροχή αίματος σε μια περιοχή του εγκεφάλου. Μπορεί να είναι ισχαιμικό, όταν ένα αιμοφόρο αγγείο αποφράσσεται, συνήθως από θρόμβο, ή αιμορραγικό, όταν προκαλείται αιμορραγία στον εγκέφαλο.
Στην περίπτωση του ισχαιμικού εγκεφαλικού, η θεραπεία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη θρομβόλυση, δηλαδή τη χορήγηση φαρμάκων που διαλύουν τον θρόμβο, ή με την ενδαγγειακή θρομβεκτομή, μια επέμβαση κατά την οποία οι γιατροί αφαιρούν μηχανικά τον θρόμβο από το αγγείο.
Η θρομβόλυση εφαρμόζεται παραδοσιακά μέσα στις πρώτες ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να ωφελήσει και ορισμένους ασθενείς σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον υπάρχει εγκεφαλικός ιστός που παραμένει βιώσιμος.
Αντίστοιχα, η ενδαγγειακή θρομβεκτομή αποτελεί πλέον καθιερωμένη μέθοδο αντιμετώπισης αποφράξεων μεγάλων εγκεφαλικών αγγείων. Η διαδικασία πραγματοποιείται με την εισαγωγή ενός λεπτού καθετήρα σε αιμοφόρο αγγείο, ο οποίος προωθείται μέχρι το σημείο της απόφραξης, προκειμένου να αφαιρεθεί ο θρόμβος.
Αρχικά, οι γιατροί θεωρούσαν ότι η συγκεκριμένη θεραπεία ήταν αποτελεσματική μόνο κατά τις πρώτες ώρες μετά το εγκεφαλικό. Μεταγενέστερες μελέτες, ωστόσο, επέκτειναν το χρονικό περιθώριο εφαρμογής της έως και τις 24 ώρες. Νεότερες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι τα οφέλη ενδέχεται να διατηρούνται και πέρα από αυτό το διάστημα.
Τι έδειξε η νέα έρευνα
Για να εξετάσουν αυτή την πιθανότητα, επιστήμονες πραγματοποίησαν τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή σε 35 εξειδικευμένα κέντρα αντιμετώπισης εγκεφαλικών επεισοδίων στην Κίνα.
Στη μελέτη, η οποία διεξήχθη από τον Νοέμβριο του 2022 έως τον Δεκέμβριο του 2025, εξετάστηκαν 1.088 ασθενείς. Από αυτούς επιλέχθηκαν τελικά 341, οι οποίοι είχαν φτάσει στο νοσοκομείο 24 έως 72 ώρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων ή από την τελευταία φορά που είχαν καταγραφεί σε καλή κατάσταση.
Βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή τους ήταν οι απεικονιστικές εξετάσεις να δείχνουν ότι υπήρχε ακόμη εγκεφαλικός ιστός που μπορούσε να διασωθεί.
Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη υποβλήθηκε σε ενδαγγειακή θρομβεκτομή σε συνδυασμό με τη συνήθη ιατρική φροντίδα, ενώ η δεύτερη έλαβε μόνο τη συμβατική θεραπευτική αντιμετώπιση. Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 336 άτομα, καθώς πέντε αποχώρησαν από τη μελέτη.
Τα αποτελέσματα αξιολογήθηκαν έπειτα από 90 ημέρες και έδειξαν ότι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ενδαγγειακή θεραπεία είχαν συνολικά καλύτερη λειτουργική αποκατάσταση σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν μόνο τη συνήθη φροντίδα.
Το όφελος, ωστόσο, δεν ήταν ίδιο για όλους. Οι πιθανότητες καλύτερης αποκατάστασης ήταν μεγαλύτερες στους ασθενείς με απόφραξη της έσω καρωτίδας αρτηρίας σε σχέση με όσους είχαν απόφραξη της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας. Διαφοροποίηση καταγράφηκε επίσης ανάλογα με την αιτία της απόφραξης, με καλύτερα αποτελέσματα σε ασθενείς χωρίς αθηροσκλήρωση μεγάλων αρτηριών.
Ο αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας και θανάτου
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η επέμβαση δεν είναι απαλλαγμένη από σοβαρούς κινδύνους. Αντίθετα, η ενδαγγειακή θεραπεία συνδέθηκε με σημαντικά αυξημένα ποσοστά ενδοκρανιακής αιμορραγίας.
Συγκεκριμένα, μέσα σε διάστημα 90 ημερών, το 28,3% των ασθενών που υποβλήθηκαν στην επέμβαση εμφάνισε ενδοκρανιακή αιμορραγία, έναντι 5,5% στην ομάδα που έλαβε μόνο τη συνήθη ιατρική φροντίδα.
Συμπτωματική ενδοκρανιακή αιμορραγία καταγράφηκε στο 4,8% της πρώτης ομάδας, ενώ δεν σημειώθηκε κανένα αντίστοιχο περιστατικό στη δεύτερη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Advertisement
Αυξημένο ήταν και το ποσοστό των σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων, το οποίο έφτασε το 22% στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θρομβεκτομή, έναντι 13,1% στην ομάδα ελέγχου.
Παράλληλα, το ποσοστό θνησιμότητας ανήλθε στο 6% στην ομάδα της ενδαγγειακής θεραπείας, έναντι 1,8% στην ομάδα που έλαβε τη συνήθη φροντίδα. Οι ερευνητές, πάντως, επισημαίνουν ότι καταγράφηκαν μόλις 13 θάνατοι συνολικά, επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη διαφορά να οφείλεται στην τύχη.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην αξιολόγηση των πιθανών οφελών και των κινδύνων, ειδικά όταν η θεραπευτική παρέμβαση πραγματοποιείται αρκετές ώρες μετά την εμφάνιση του εγκεφαλικού.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The New England Journal of Medicine και ανοίγει ένα νέο πεδίο συζήτησης για τις δυνατότητες αντιμετώπισης ασθενών που φτάνουν καθυστερημένα στο νοσοκομείο. Τα ευρήματα, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι η αναζήτηση άμεσης ιατρικής βοήθειας μπορεί να καθυστερήσει. Αντίθετα, υπογραμμίζουν τη σημασία της εξατομικευμένης αξιολόγησης κάθε περιστατικού.
Με πληροφορίες από το Sciencealert / Healthcare-in-europe