Ο περίφημος στόχος των 10.000 βημάτων την ημέρα έχει αμφισβητηθεί τα τελευταία χρόνια από σειρά επιστημονικών μελετών, οι οποίες δείχνουν ότι μπορούμε να αποκομίσουμε σημαντικά οφέλη για την υγεία μας και με λιγότερα βήματα.
Νέα μεγάλη έρευνα έρχεται τώρα να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι σε αυτή την εικόνα, στρέφοντας την προσοχή όχι μόνο στο πόσο περπατάμε, αλλά και στο πόσο γρήγορα. Τα ευρήματά της δείχνουν ότι διαφορετικοί συνδυασμοί αριθμού βημάτων και ρυθμού βαδίσματος μπορεί να συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Sports Medicine, βασίστηκε σε στοιχεία της UK Biobank. Οι συμμετέχοντες, μέσης ηλικίας, φορούσαν συσκευή καταγραφής της σωματικής δραστηριότητας επί επτά συνεχόμενες ημέρες, ώστε να μετρηθούν τόσο ο αριθμός όσο και η ένταση των βημάτων τους.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν την πορεία 64.743 ατόμων για περίπου οκτώ χρόνια, διάστημα κατά το οποίο καταγράφηκαν 1.697 θάνατοι από οποιαδήποτε αιτία.
Οι επιστήμονες εξέτασαν από κοινού δύο παραμέτρους που σε προηγούμενες έρευνες μελετώνταν συχνά χωριστά -τον συνολικό αριθμό των καθημερινών βημάτων και την ένταση του βαδίσματος.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τέσσερις κατηγορίες, ανάλογα με το αν έκαναν λιγότερα από 5.000, 5.000-7.500, 7.500-10.000 ή περισσότερα από 10.000 βήματα ημερησίως.
Λιγότερα βήματα, πιο ζωηρό περπάτημα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι διαφορετικοί συνδυασμοί αριθμού βημάτων και ρυθμού συνδέονταν με χαμηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου. Για παράδειγμα, όσοι έκαναν λιγότερα από 5.000 βήματα την ημέρα αλλά έφταναν σε υψηλότερη ένταση, περίπου 80 βήματα το λεπτό, παρουσίαζαν παρόμοια μείωση του κινδύνου με όσους έκαναν 5.000-7.500 βήματα με χαμηλότερη ένταση, περίπου 60 βήματα το λεπτό.
Με απλά λόγια, όποιος δυσκολεύεται να αυξήσει τον αριθμό των βημάτων του ενδέχεται να ωφεληθεί περπατώντας πιο ζωηρά, ενώ όποιος δεν μπορεί να βαδίσει γρήγορα μπορεί να επιδιώξει περισσότερα βήματα με πιο ήπιο ρυθμό.
Συνολικά, τα 7.500-10.000 βήματα την ημέρα συνδέθηκαν με τον χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου, ανεξάρτητα από τον ρυθμό. Παράλληλα, ένας πιο ζωηρός βηματισμός για τουλάχιστον 30 λεπτά ημερησίως συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, ανεξάρτητα από τον συνολικό αριθμό βημάτων.
Πώς καταλαβαίνουμε ότι περπατάμε αρκετά γρήγορα;
Δεν υπάρχει ένας ιδανικός ρυθμός για όλους. Όπως εξηγεί ο Matthew Ahmadi, ένας ρυθμός που είναι άνετος για έναν γυμνασμένο 40χρονο μπορεί να αποτελεί πολύ έντονη προσπάθεια για έναν 70χρονο. Ένας απλός πρακτικός τρόπος είναι να παρατηρούμε την αναπνοή μας. Στο ζωηρό περπάτημα θα πρέπει να αναπνέουμε αισθητά πιο έντονα και να νιώθουμε το σώμα μας να ζεσταίνεται. Θα μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε με σύντομες προτάσεις, αλλά δύσκολα να τραγουδήσουμε άνετα.
Και η συνέπεια φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από τις περιστασιακές εξάρσεις άσκησης. Σύμφωνα με τον Ahmadi, εκείνο που μετρά είναι η δραστηριότητα που διατηρούμε τις περισσότερες ημέρες, επί μήνες και χρόνια.
Οι ερευνητές υπενθυμίζουν, πάντως, ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης -που σημαίνει ότι οι ερευνητές καταγράφουν και αναλύουν όσα συμβαίνουν στους συμμετέχοντες, χωρίς να παρεμβαίνουν στις συνήθειές τους- επομένως δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Τα ευρήματα δείχνουν, όμως, ότι ο γνωστός στόχος των 10.000 βημάτων -ο οποίος, άλλωστε, ξεκίνησε από διαφημιστική καμπάνια ιαπωνικού βηματομετρητή τη δεκαετία του 1960 και όχι από επιστημονικά δεδομένα– δεν είναι ο μοναδικός δρόμος. Κάθε βήμα μετράει και, όπως φαίνεται, μετράει και ο τρόπος με τον οποίο το κάνουμε.
Με πληροφορίες από Science Alert, British Journal of Sports Medicine