Η προτροπή «κοίτα με όταν σου μιλάω» είναι γνώριμη σε πολλούς από την παιδική ηλικία -το πιθανότερο είναι να τη χρησιμοποιούσε η μαμά. Πόσο όμως, πρέπει να κοιτάζουμε έναν άνθρωπο στα μάτια κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης; Η επιστήμη δεν δίνει έναν συγκεκριμένο αριθμό. Αντίθετα, δείχνει ότι η φυσική επικοινωνία βασίζεται στη συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στην οπτική επαφή και τη στιγμιαία απομάκρυνση του βλέμματος.
Όπως εξηγεί η κοινωνική ψυχολόγος Judith Hall, ομότιμη καθηγήτρια στο Northeastern University, οι άνθρωποι συνήθως κοιτάζουν περισσότερο τον συνομιλητή τους όταν ακούν παρά όταν μιλούν. Τα μάτια άλλωστε, βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση και η οπτική επαφή σπάνια παίρνει τη μορφή παρατεταμένου, ακίνητου βλέμματος.
Αυτό επιβεβαιώνει και μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο Communication Quarterly. Οι ερευνητές κατέγραψαν τις κινήσεις των ματιών ανθρώπων που συνομιλούσαν πρόσωπο με πρόσωπο και διαπίστωσαν την ίδια διαφορά μεταξύ ομιλητή και ακροατή. Τα επιμέρους βλέμματα προς το πρόσωπο του άλλου διαρκούσαν κατά κανόνα λίγα δευτερόλεπτα, επιβεβαιώνοντας ότι η φυσική επικοινωνία δεν προϋποθέτει αδιάκοπη οπτική επαφή.
Το να κοιτάζουμε τον συνομιλητή μας στα μάτια πάντως, δεν είναι απλά ένας τρόπος να δείχνουμε ευγένεια. Σύμφωνα με τη Melissa J. Perry, κοσμήτορα του College of Public Health στο George Mason University, αποτελεί βασικό μέσο άντλησης πληροφοριών για τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας. Οι εκφράσεις του προσώπου, η στάση του σώματος και το βλέμμα μάς βοηθούν να αντιληφθούμε τη διάθεση, τις προθέσεις και τη στάση του συνομιλητή μας.
Η σημασία του βλέμματος στην κοινωνική αντίληψη επιβεβαιώνεται και από έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026 στο Scientific Reports. Σε πραγματικές συναντήσεις, οι συμμετέχοντες έστρεφαν κυρίως την προσοχή τους στα μάτια των ανθρώπων με τους οποίους αλληλεπιδρούσαν. Οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο το άμεσο βλέμμα βοηθά στη διαμόρφωση εντυπώσεων για την προσωπικότητα του άλλου. Διαπίστωσαν ότι η σχέση με την ακρίβεια αυτών των εντυπώσεων ήταν περιορισμένη, εντόπισαν όμως ενδείξεις ότι συνδέεται με την ικανότητά μας να συντονίζουμε την προσοχή μας με εκείνη του συνομιλητή μας.
Περισσότερη οπτική επαφή ωστόσο, δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερη επικοινωνία. Η επίμονη αποφυγή του βλέμματος μπορεί να εκληφθεί ως αδιαφορία ή απόσταση, ενώ το να κοιτάζουμε παρατεταμένα μπορεί να προκαλέσει αμηχανία ή να εκληφθεί ως επιθετική διάθεση. Πολιτισμικές διαφορές, κοινωνικές σχέσεις αλλά και ατομικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν επίσης το πόσο άνετα αισθανόμαστε με την άμεση οπτική επαφή.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Δεν χρειάζεται να κοιτάζουμε συνεχώς κάποιον στα μάτια για να δείξουμε ότι τον προσέχουμε. Η φυσική εναλλαγή του βλέμματος φαίνεται να είναι όχι μόνο πιο άνετη και φυσική, αλλά και περισσότερο συμβατή με τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε στην καθημερινή ζωή.
Με πληροφορίες από CNN Health, Communication Quarterly, Scientific Reports