ΤΟ BLOG
09/12/2016 05:06 EET | Updated 10/12/2017 07:12 EET

Το άδοξο τέλος του ελληνικού success story

ilmoro100 via Getty Images

Οι επικριτές του γερμανικού ορντοφιλελευθερισμού συχνά ρωτούσαν χαριτολογώντας τι από τα δύο είναι χειρότερο: ένας Γερμανός νομικός ή ένας Γερμανός οικονομολόγος. Και κατά τη διάρκεια της κρίσης πήραν την πραγματική, αν και απρόσμενη, απάντηση: χειρότερος από έναν Γερμανό νομικό και έναν Γερμανό οικονομολόγο είναι ένας Έλληνας πολιτικός. Τώρα πια το γνωρίζουν. Ο συνδυασμός μιας γερμανικής οικονομικής πολιτικής που βασίζεται σε κανόνες και του ελληνικού πελατειακού συστήματος είναι ένας συνδυασμός καταστροφικός, μολονότι πολύ περισσότερο για τους Έλληνες από ό,τι για τους Γερμανούς.

Σε οικονομικούς όρους, η Ελλάδα αντιπροσωπεύει περίπου το 2% της Ευρωζώνης. Ωστόσο, ο χρόνος, η προσπάθεια και τα χρήματα που έχουν δαπανηθεί για την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης είναι τελείως δυσανάλογος σε σχέση με αυτό το ποσοστό, και δυστυχώς με πενιχρά αποτελέσματα. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της που η Ελλάδα έχει προσελκύσει την προσοχή της διεθνούς κοινότητας πολύ περισσότερο απ' όσο θα δικαιολογούσε το σχετικά μικρό μέγεθός της, ξεκινώντας με τον πρώτο μεγάλο πόλεμο ανεξαρτησίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, συνεχίζοντας με τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους σε βαλκανικό έδαφος, διαδοχικά στάδια εδαφικής επέκτασης και πτωχεύσεων, την ηρωική αντίσταση στις δυνάμεις του Άξονα, και έναν εμφύλιο που επέσπευσε την άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στη μεταπολεμική Ευρώπη.

H Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα με εξαιρετικά βαριά ιστορική κληρονομιά και σημαντική γεωστρατηγική θέση. Έχει μια κοσμοπολίτικη ελίτ με ισχυρή διεθνή παρουσία στις τέχνες, τις επιστήμες και την οικονομία, με προεξάρχουσα τη ναυτιλία, δυσανάλογα μεγάλο αριθμό πολύ πλούσιων πολιτών και έντονες ανισότητες· και ένα κράτος που παραμένει περισσότερο βαλκανικό παρά σύγχρονο ευρωπαϊκό. Έχει μακρά ιστορία ξένων επεμβάσεων, που διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή της και με τη σειρά τους δημιούργησαν τις συνθήκες για ένα έντονο αίσθημα θυματοποίησης σε πολλούς Έλληνες που αναζητούν διαρκώς αποδιοπομπαίους τράγους εκτός συνόρων. Παρ' όλα αυτά, η σύγχρονη Ελλάδα κατάφερε να βρίσκεται πάντοτε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας ως προς τις στρατηγικές αποφάσεις και την επιλογή των συμμάχων της, συμπεριλαμβανομένων των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών πολέμων κατά τον τελευταίο αιώνα. Το ίδιο ισχύει και για την άμεση συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, ήδη από τα πρώτα στάδιά του, από τη συμφωνία σύνδεσης με την τότε ΕΟΚ, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης τη δεκαετία του 1950, έως και την πλήρη ένταξή της το 1981. Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα έκανε από νωρίς σαφή επιλογή ως προς την Ευρώπη στην οποία επιθυμεί να ανήκει. Τα ευρωπαϊκά διαπιστευτήρια της Ελλάδας είναι λοιπόν ισχυρά, αν και ανάμεικτα: πλούσια σε στρατηγικές αποφάσεις αλλά συχνά φτωχά στην εφαρμογή τους.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις προσποιούνταν ότι τα δημόσια οικονομικά τους ήταν εντάξει και οι μεταρρυθμίσεις σε σωστό δρόμο, ενώ οι Ευρωπαίοι εταίροι τους προσποιούνταν ότι τους πίστευαν.

Η εντυπωσιακή μεταμόρφωση της Ελλάδας κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, από χώρα οικονομικά υπανάπτυκτη και με αδύναμους δημοκρατικούς θεσμούς σε μια πλήρως ανεπτυγμένη δημοκρατία με υψηλό βιοτικό επίπεδο (που πριν από την κρίση κατατασσόταν από τα Ηνωμένα Έθνη μεταξύ των κορυφαίων είκοσι πέντε χωρών στον κόσμο), ήταν ένα γνήσιο success story. Και μάλιστα μια ιστορία επιτυχίας στενά συνυφασμένη με τη συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η ιδιότητα του μέλους της ΕΕ ήταν γι' αυτήν η άγκυρα της σταθερότητας και συχνά το σημείο αναφοράς, αν όχι ο καταλύτης, του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης. Επίσης παρείχε ένα μέρος των κεφαλαίων. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για άλλες χώρες που προσχώρησαν μετά την Ελλάδα και αποτελούν τμήμα του ευρωπαϊκού success story.

Η ελληνική πολιτική βασιζόταν ανέκαθεν στις πελατειακές σχέσεις. Τα πολιτικά κόμματα μοιράζουν χρήμα και ρουσφέτια στους ψηφοφόρους/πελάτες και διατηρούν στενή και αμφίδρομη σχέση με τους λίγους προνομιούχους. Η κατάσταση ήταν ήδη αρκετά άσχημη από αυτή την άποψη, παρόλο που η Ελλάδα δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση πελατειακού κράτους, αλλά το πρόβλημα επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η ποιότητα της ελληνικής πολιτικής τάξης χειροτέρευε σταθερά, η κουλτούρα του εύκολου πλουτισμού (enrichissez-vous), ύστερα από πολλά χρόνια ταχύτατης αύξησης της ευημερίας, έγινε κυρίαρχη, ενώ η ιδιότητα του μέλους της Ευρωζώνης κατέληξε να γίνεται αντιληπτή ως μέσο παροχής φθηνού χρήματος και όχι ως παράγοντας μεταρρυθμίσεων. Οι ελληνικές κυβερνήσεις προσποιούνταν ότι τα δημόσια οικονομικά τους ήταν εντάξει και οι μεταρρυθμίσεις σε σωστό δρόμο, ενώ οι Ευρωπαίοι εταίροι τους προσποιούνταν ότι τους πίστευαν. Κανείς δεν ήθελε να χαλάσει το γλέντι.

Εν πρώτοις, έπρεπε να μπει η Ελλάδα στο ευρώ; Και μπορούν χώρες όπως η Ελλάδα και η Γερμανία, που έχουν πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, διαφορετικές οικονομικές δομές και πολιτικές οικονομίες, να συνυπάρχουν σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών με ελάχιστα αντισταθμιστικά εργαλεία; Στα χρόνια της αδιάλειπτης αισιοδοξίας και αθωότητας, όλα φαίνονταν δυνατά. Για την Ελλάδα, η στιγμή της αλήθειας ήρθε όταν η διεθνής φούσκα έσκασε, αφήνοντάς την εκτεθειμένη και υπερχρεωμένη. Μετά από αρκετούς μήνες άρνησης, οι δανειστές της συμφώνησαν σε ένα πρόγραμμα διάσωσης, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι διασώζοντας την Ελλάδα διέσωζαν ταυτόχρονα τις ευρωπαϊκές τράπεζες και το ευρώ. Δεν ήταν καθόλου εύκολο για κανέναν τους, καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν ισχυρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των χωρών τους. Στη Σλοβακία, η κυβέρνηση έπεσε εξαιτίας της προσπάθειάς της να περάσει την έγκριση του προγράμματος διάσωσης της Ελλάδας από το κοινοβούλιο. Από την άλλη μεριά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν μια οικονομική καταστροφή έχοντας ελάχιστα διαπραγματευτικά όπλα απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους τους, εκτός ίσως από την απειλή ότι θα ανατινάζονταν σαν καμικάζι παίρνοντας μαζί και τους υπόλοιπους, πράγμα που ευτυχώς πολύ συνετά επέλεξαν να μην κάνουν στο τέλος.

Η Ελλάδα κατέληξε να εμπλακεί σε διαδοχικά προγράμματα διάσωσης που περιλάμβαναν μεγάλα πακέτα οικονομικής βοήθειας (τη μεγαλύτερη που έλαβε ποτέ μια χώρα) με αυστηρούς όρους που αφορούσαν όλο το εύρος της δημοσιονομικής πολιτικής και εκτείνονταν σε ευρύ φάσμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι Έλληνες καλούνταν να αλλάξουν τα πάντα και γρήγορα· αυτή ήταν η λογική. Ταυτόχρονα, οι εκπρόσωποι της Τρόικας έγιναν εξπέρ σε ό,τι αφορούσε τις τράπεζες, τα φαρμακεία και τα ταξί της Ελλάδας, καθώς και σε κάθε είδους ασήμαντη λεπτομέρεια της ελληνικής καθημερινότητας, και προσπαθούσαν να θέσουν τους κανόνες· ήταν το είδος της «θεραπείας» που παλιότερα επιφυλασσόταν για τις αποικίες. Ομολογουμένως, οι Έλληνες πολιτικοί στην πλειονότητά τους έκαναν πολύ λίγα εντωμεταξύ προκειμένου να κερδίσουν τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη των δανειστών της Ελλάδας.

photo


Το άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Λουκά Τσούκαλη «Υπεράσπιση της Ευρώπης: Μπορεί να σωθεί το ευρωπαϊκό εγχείρημα και με ποια μορφή;», εκδόσεις Παπαδόπουλος.