ΤΟ BLOG
14/01/2015 05:07 EET | Updated 15/03/2015 07:12 EET

Γιατί αυτοδυναμία;

Michael Phillips via Getty Images

Είναι απολύτως θεμιτό για ένα κόμμα εξουσίας να διεκδικεί την αυτοδυναμία. Αλλά, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι η αυτοδυναμία προάγει τη δημοκρατική διακυβέρνηση και το δημόσιο συμφέρον εν γένει.

Ας ξεκινήσουμε με τα θετικά. Πράγματι, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξυπηρετεί τη σταθερότητα της κυβέρνησης, καθώς και τη δυνατότητα εφαρμογής ενός συνεκτικού προγράμματος από αυτήν.

Δημιουργεί, δηλαδή, τους όρους για την αντιπροσώπευση των αιτημάτων μίας πλειοψηφίας και την ανεμπόδιστη εξειδίκευση της λαϊκής εντολής σε ένα σύνολο κυβερνητικών στόχων.

Όλα αυτά είναι σωστά από τη σκοπιά πολιτικών κομμάτων που ταυτίζουν την εντολή που διεκδικούν με την νομιμοποίηση της δημοκρατίας, που αυτοπροσδιορίζονται ως οι αυθεντικοί ερμηνευτές των αιτημάτων του λαού, που υπόσχονται ότι η κυβέρνησή τους θα δημιουργήσει ένα νέο 'καθεστώς εξουσίας' που θα υπηρετεί τα συμφέροντα των υποστηρικτών τους. Κάπως έτσι διεκδίκησαν τη λαϊκή εντολή ΝΔ και ΠΑΣΟΚ επί σαράντα περίπου χρόνια. Πρόκειται, όμως, για ένα παράδειγμα που έχει ξεπεραστεί σε πολιτικά συστήματα με γερά δημοκρατικά θεμέλια όπου κάθε υπεύθυνο κόμμα εξουσίας δεν συμπεριφέρεται ως ο απόλυτος φορέας αιτημάτων και συμφερόντων, αλλά αναζητεί την προσέγγιση και τη συνεννόηση με όλες τις δυνατότητες που προσφέρονται σε επίπεδο κοινοβουλίου και κυβέρνησης.

Ας περάσουμε, λοιπόν, στα αρνητικά προσεγγίζοντας και τα σημερινά δεδομένα. Η αυτοδυναμία που διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει την κυβερνητική λειτουργία, την κοινοβουλευτική λειτουργία, ούτε ακόμη την εσωκομματική δημοκρατία.

Όπως δείχνουν όλα τα δεδομένα, ακόμη και αν υπάρξει αυτοδυναμία, αυτή θα σημαίνει στην πράξη ελάχιστους βουλευτές άνω του ορίου των 150. Κατά συνέπεια, είναι πολύ πιθανό να ξαναδούμε το φαινόμενο της εξάρτησης από την ψήφο μεμονωμένων βουλευτών που αρνούνται την στήριξη νομοθετικών πρωτοβουλιών κόντρα σε κάθε λογική.

Μία ισχυρή εντολή δεν πρόκειται να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης στην Ευρώπη, γιατί ο κρισιμότερος παράγοντας για την επιρροή στο πλαίσιο διακυβερνητικών οργάνων είναι τα θεμελιώδη οικονομικά και πολιτικά στοιχεία μίας χώρας. Αυτό επιτρέπει σήμερα στην επικεφαλής μίας κυβέρνησης συνεργασίας (Μέρκελ) να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή από έναν Πρόεδρο (Ολάντ) ο κόμμα του οποίου διαθέτει την κοινοβουελυτική πλειοψηφία.

Από δημοκρατικής απόψεως, πόσο προοδευτικό είναι άραγε να πιστεύεις ότι είναι ισχυρή η νομιμοποίηση μίας κυβέρνησης που έχει λάβει κάτω του 40% των ψήφων, αλλά αποκτά πλειοψηφία εδρών χάριν ενός εκλογικού νόμου που προσφέρει το μπόνους των πενήντα εδρών; Πολύ διαφορετικά ήταν τα επιχειρήματα της αριστερής παράταξης στο παρελθόν.

Ο επικεφαλής μίας αυτοδύναμης κυβέρνησης είναι πολύ πιθανόν να αναβιώσει πρακτικές αρχηγικού συγκεντρωτισμού και «πρωθυπουργο-κεντρισμού» κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Με την απειλή των διαγραφών μπορεί να εκβιάζει την κομματική πειθαρχία και να συγκεντρώνει το βάρος της νομοθετικής δραστηριότητας στα κυβερνητικά όργανα εις βάρος του κοινοβουλίου. Κάτι τέτοιο, θα είχε συνέπειες και για την εσωκομματική δημοκρατία, καθώς τμήματα της κοινοβουλευτικής ομάδας θα είχαν εξαιρετικά περιορισμένη δυνατότητα έκφραση εναλλακτικών προτάσεων υπό τη δαμόκλειο σπάθη της πτώσης της κυβέρνησης.

Με δεδομένο ότι κανένα κόμμα σήμερα δεν διαθέτει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης, η επιτυχία της κυβέρνησης θα είναι μεγαλύτερη αν στηρίζεται στο συγκερασμό των προγραμματικών στόχων.

Καταλήγοντας, η αυτοδυναμία κρύβει περισσότερους κινδύνους από τα οφέλη που προσφέρει. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παράδειγμα των κυβερνήσεων συνεργασίας, όπως επικράτησε μετά το 2012 είναι χωρίς κινδύνους. Η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει το Φεβρουάριο δεν φθάνει να έχει διακομματική στήριξη, άνετη πλειοψηφία εδρών και ένα πλαίσιο στόχων. Πρέπει να έχει ουσιαστική συλλογική λειτουργία, δίχως άτυπες, αλλά πανίσχυρες, δυαρχίες, δίχως επαρκή λογοδοσία, αλλά και διαφάνεια στον τρόπο λήψης αποφάσεων. Πρέπει να επιλέξει τα ικανότερα στελέχη δίχως μικρο-πολιτικούς συμβιβασμούς και προσωπικές συμπάθειες. Πρέπει να αναγνωρίσει στα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι και εκείνα είναι φορείς αιτημάτων και συμφερόντων που θα αξιολογηθούν κατά τη λήψη των αποφάσεων.

Γιατί πάντοτε καραδοκεί ο Μινώταυρος που έχει κατασπαράξει τέσσερις κυβερνήσεις από το 2009, παρά το γεγονός ότι κάποιες από αυτές διέθεταν επαρκείς κοινοβουλευτικές έδρες.