Η ευθύνη της Προεδρίας Μπους και η απαρχή της έξαρσης της τρομοκρατίας στο Ιράκ

Στις 20 Μαρτίου 2003 ξεκίνησε η εισβολή των Η.Π.Α ενάντια στις δυνάμεις του Σανταμ Χουσεΐν. Η εισβολή ολοκληρώθηκε τον Μάιο με την πτώση της Βαγδάτης. Ωστόσο παρά την πτώση του καθεστώτος η εισβολή γρήγορα εξελίχθηκε σε πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία. Ιδιαίτερα, από τον Σεπτέμβριο 2003 Αμερικανοί στρατιώτες μάχονταν τον πόλεμο του Μπους στο Ιράκ, τον οποίο ο ίδιος την 7η Σεπτεμβρίου 2003 συνδύασε με τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία σε μια ομιλία του στην οποία αναφέρθηκε στην τρομοκρατία 24 φορές. Λίγο καιρό μετά την ομιλία ο πρόεδρος Μπους κατέθεσε πρόταση στο Κογκρέσο για χρηματοδότηση ύψους 87 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποκατάσταση του Ιρακινού κράτους και τη δημιουργία Ιρακινού στρατού.
|
P_Wei via Getty Images

Ένα νέο τρομοκρατικό χτύπημα προστέθηκε στη μακριά λίστα επιθέσεων στα εδάφη του Ιράκ. Η νέα αυτή επίθεση, που κόστισε τη ζωή σε 250 ανθρώπους, έλαβε χώρα λίγους μήνες μετά την επίθεση στο κλαμπ φίλων της Ρεάλ Μαδρίτης πού είχε ως αποτέλεσμα τo θάνατο 16 Ιρακινών στην πόλη Σαμάρα. Το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη για το νέο τρομοκρατικό χτύπημα.

Μόνο το 2016 έχουν λάβει χώρα 22 τρομοκρατικά χτυπήματα σε διάφορες πόλεις του Ιράκ με συνολικό αριθμό νεκρών που φτάνει τους 991.

Η επικινδυνότητα της κατάστασης στο Ιράκ γίνεται ακόμα πιο καταληπτή συγκρίνοντας τον αριθμό απωλειών στο Ιράκ με τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1 μόνο το 2014 το Ιράκ υπέφερε το 1/3 των θανάτων από τρομοκρατία παγκοσμίως.

Πίνακας 1: Χώρες με τους Περισσότερους Θανάτους από Τρομοκρατία 2014

(Πηγή: Global Terrorism Database / Institute for Economics and Peace)

Που οφείλεται λοιπόν η κλιμάκωση της βίας και οι εκατόμβες θυμάτων που ολοένα αυξάνονται στο Ιράκ; Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομικών και Ειρήνης (Institute for Economics and Peace, New York) υπάρχει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στον αριθμό θυμάτων από τρομοκρατία και το τέλους του πολέμου το Ιράκ το 2004.

Ο Πίνακας 2 δείχνει τον αριθμό θυμάτων από τρομοκρατικά χτυπήματα ανά έτος και επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Ινστιτούτου ότι ο καταλύτης για την έξαρση της τρομοκρατίας στο Ιράκ σχετίζεται με τον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

Επιπροσθέτως, οι δύο παράγοντες που σχετίζονται άμεσα με τα επίπεδα τρομοκρατίας είναι το επίπεδο πολιτικής βίας και συγκρούσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου «το 98% των τρομοκρατικών επιθέσεων μεταξύ 1989 και 2014 έγιναν σε χώρες με διαδεδομένη πολιτική βία εκ μέρους της κυβέρνησης και το 88% έγινε σε χώρες που είχαν ξεσπάσει βίαιες συγκρούσεις.»

Το παρόν άρθρο θα εξετάσει την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού αναλύοντας την πολιτική της προεδρίας Μπους κατά τα δυο πρώτα χρόνια αμέσως μετά την εισβολή στο Ιράκ. Η ανάλυση έχει τη μορφή συνοπτικής ιστορικής αναδρομής στα γεγονότα του 2003-4 με ταυτόχρονη ανάλυση των επιλογών της προεδρίας Μπους.

Πίνακας 2: Θάνατοι από Τρομοκρατία 2000-2014

(Πηγή: Global Terrorism Database / Institute for Economics and Peace)

Στις 20 Μαρτίου 2003 ξεκίνησε η εισβολή των Η.Π.Α ενάντια στις δυνάμεις του Σανταμ Χουσεΐν. Η εισβολή ολοκληρώθηκε τον Μάιο με την πτώση της Βαγδάτης. Ωστόσο παρά την πτώση του καθεστώτος η εισβολή γρήγορα εξελίχθηκε σε πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία. Ιδιαίτερα, από τον Σεπτέμβριο 2003 Αμερικανοί στρατιώτες μάχονταν τον πόλεμο του Μπους στο Ιράκ, τον οποίο ο ίδιος την 7η Σεπτεμβρίου 2003 συνδύασε με τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία σε μια ομιλία του στην οποία αναφέρθηκε στην τρομοκρατία 24 φορές (H.Anderson 2011).

Λίγο καιρό μετά την ομιλία ο πρόεδρος Μπους κατέθεσε πρόταση στο Κογκρέσο για χρηματοδότηση ύψους 87 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποκατάσταση του Ιρακινού κράτους και τη δημιουργία Ιρακινού στρατού. Ειδικότερα, από τον Σεπτέμβριο και έπειτα το κόστους του πολέμου ξεπερνούσε το 1 δισ. την εβδομάδα. Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να κατευνάσουν το κύμα βίας που είχε ξεσπάσει στο Ιράκ. Μέχρι το τέλους του 2003 περισσότεροι Αμερικανοί είχαν χάσει τη ζωή τους από ότι στην αρχική εισβολή (H.Anderson 2011). Η έξαρση της βίας ανάγκασε την προεδρία Μπους να υιοθετήσει μια πολιτική βασιζόμενη σε τρείς πυρήνες: 1) την επιστροφή της εθνικής κυριαρχίας στον λαό του Ιράκ, 2) την πιο αποδοτική συλλογή πληροφοριών για τον αναδυόμενο εχθρό, και 3) την ανασύσταση των Ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας. Ωστόσο, παρά τις διακηρύξεις της προεδρίας Μπους η επιθυμία της για απεμπλοκή από το Ιράκ γινόταν όλο και πιο ισχυρή, με αποκορύφωμα τη συμφωνία του Νοεμβρίου 2003 που προέβλεπε την ανεξαρτησία του Ιράκ μέχρι τον Ιούλιο του 2004, παρά τις αντιδράσεις μελών της ομάδας διαπραγμάτευσης όπως ο Paul Bremer που δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «οι Ιρακινοί δεν είναι σε θέση να οργανώσουν ούτε παρέλαση, πόσο μάλλον την χώρα τους» (H. Anderson 2011).

Η σύλληψη του Σαντάμ Χουσεΐν δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας στην προεδρία Μπους. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος στα απομνημονεύματα του η Αμερική έγινε αυτομάτως πιο ασφαλής με την πτώση του τυράννου (Bush 2010). Το κλίμα αυτό ενισχύθηκε, κατά παραδοχή του προέδρου, λόγω της ομολογίας του Καντάφι 6 μέρες μετά την σύλληψη του Σαντάμ για το πυρηνικό και χημικό πρόγραμμα της Λιβύης (Bush 2010). Ωστόσο, η πρώτη κίνηση της προεδρίας μετά τη διαφαινόμενη νίκη της ήταν να μειώσει δραματικά τον αριθμό των στρατιωτών από 192.000 σε 109.000. Η κίνηση αυτή, όπως αποδείχθηκε αργότερα, αποτέλεσε το εφαλτήριο για το κύμα συγκρούσεων που ξέσπασε στο Ιράκ, διότι οι στρατιώτες που έμειναν επιφορτίστηκαν με την αποστολή να αναδιοργανώσουν τα Ιρακινά σώματα ασφαλείας αντί να προστατεύουν τους πολίτες. Την σημαντικότητα αυτού του λάθους παραδέχεται και ο πρόεδρος Μπους δηλώνοντας ότι, η Αμερική όφειλε να απαντήσει άμεσα και πιο επιθετικά όταν η κατάσταση στο Ιράκ άρχισε να επιδεινώνεται.(Bush 2010) Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τα γεγονότα που ακολούθησαν τη μείωση του αριθμού των στρατιωτών. Τη μείωση του αριθμού των στρατιωτών στο Ιράκ ακολούθησαν σφοδρές συγκρούσεις και από τον Αύγουστο του 2003 ο πόλεμος στο Ιράκ είχε εξελιχθεί σε αντάρτικο πόλεων. Ο λόγος ήταν η άρνηση της ηγεσίας του Πενταγώνου να ενισχύσει τα Αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ (H.Anderson 2011).

Συνοψίζοντας, η συνδρομή της Προεδρίας Μπους, αμέσως μετά το τέλος της εισβολής, δημιούργησε τις βάσεις για την μετέπειτα έξαρση της τρομοκρατίας στο Ιράκ και επικεντρώνεται σε τρεις βασικούς τομείς, πρωτίστως στο τακτικό λάθος της μείωσης του αριθμού των στρατιωτών αμέσως μετά τη σύλληψη του Σαντάμ Χουσεΐν. Η προεδρία Μπους, αγνοώντας τις επιφυλάξεις σημαντικών μελών της κυβέρνησης και των σωμάτων ασφαλείας, ενήργησε με γνώμονα ότι το προσωπο-κεντρικό κράτος που είχε δημιουργήσει ο Σαντάμ θα κατέρρεε αμέσως μετά τη σύλληψη του.

Δευτερευόντως, η επιθυμία της προεδρίας να μετακυλήσει όσο το δυνατόν συντομότερα την κυριαρχία του κράτους στα χέρια των Ιρακινών, χωρίς να λάβει υπόψιν της τις παραινέσεις της διαπραγματευτικής ομάδας που έχει αποστείλει η ίδια στο Ιράκ. Η αντίληψη της προεδρίας ήταν ότι η μεταφορά της κυριαρχίας στα χέρια των Ιρακινών θα δρούσε θετικά στην συνοχή του Ιρακινού κράτους. Εκ των υστέρων βεβαία αποδείχθηκε ότι αυτή η κίνηση συνετέλεσε καθοριστικά στην περαιτέρω διάλυση του κράτους.

Εν κατακλείδι, τα ευρήματα του άρθρου συμπληρώνουν την ανάλυση του Ινστιτούτου Οικονομικών και Ειρήνης αναφορικά με τους παράγοντες που οδήγησαν στην έξαρση των τρομοκρατικών χτυπημάτων στο Ιράκ, τουλάχιστον όσον αφορά τα δύο πρώτα χρόνια μετά το τέλος της εισβολής. Ωστόσο, για την πλήρη κατανόηση του ζητήματος απαιτείται ενδελεχής έρευνα της συνολικής πολιτικής των Η.Π.Α απέναντι στο Ιράκ μέχρι και σήμερα.

Bush, G. W. (2010). Decision Points, Ebury Publishing.

H. Anderson, T. (2011). Bush's Wars. New York, Oxford University Press.