ΤΟ BLOG
27/06/2016 15:34 EEST | Updated 28/06/2017 08:12 EEST

Ταραξίες της Παγκοσμιοποίησης

O ενθουσιασμός, με τον οποίο, αρκετοί από τον χώρο της Αριστεράς υποδέχθηκαν το Brexit, ως τεκμήριο αριστερόστροφης «αντίστασης» στη παγκοσμιοποίηση και εφαλτήριο για μια «Ευρώπη των λαών» ήταν ασυνάρτητος. Γιατί αυτή η διαλεκτική μπάζει από παντού και δεν είναι παρά μια αντίστροφη, αλλά παρόμοια, ερμηνεία με εκείνη των αγορών (δηλαδή της παγκοσμιοποίησης με σάρκα και οστά) που στοιχημάτισαν στη νίκη του Bremain. Δηλαδή μια «αφηγηματική πλάνη», σύμφωνα με την οποία κάποιος επιλέγει να πιστεύει ένα αφήγημα που του φαίνεται ελκυστικό, επειδή αντιλαμβάνεται επιλεκτικά εκείνα τα δεδομένα που επαληθεύουν το ίδιο το αφήγημα.

ASSOCIATED PRESS

Τέσσερις ημέρες μετά την απόφαση των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πολλοί αναρωτιούνται αν ήταν η τρέλα εκείνη που τους ώθησε να επιλέξουν ένα δρόμο αβεβαιότητας με άμεση, μεσοπρόθεσμη τουλάχιστον, συνέπεια στις τσέπες τους. Για να είμαι ειλικρινής, εντυπωσιάζομαι από την βεβαιότητα με την οποία αρκετοί αναλυτές σπεύδουν εκ των υστέρων να ομολογήσουν ότι το περίμεναν. Ανάμεσά στους ψηφοφόρους του Leave, όπως άρχισαν να μεταδίδουν κάποια ρεπορτάζ λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος, κάποιοι παρουσιάστηκαν εμβρόντητοι για το Brexit, λες και δεν είχαν πρόθεση η ψήφος τους να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Εξομολογήσεις, όπως η παραπάνω, δείχνουν ότι η επιλογή του Brexit ήταν μια συνειδητή επιλογή, κινούνταν, όμως, στα όρια μιας παιγνιώδους αντίληψης για μια αόριστη -ως προς το περιεχόμενο και τη βιωσιμότητα της- πολιτική επιλογή. Οι πρωτοβουλίες για αιτήματα ανεξαρτησίας του Λονδίνου ή για νέα δημοψηφίσματα που θα ανατρέπουν το Brexit, προφανώς εντάσσονται σε μια ασυνάρτητη αντίληψη της πολιτικής με όρους like. Είναι αργά, όμως, για να αναστραφεί το pity like στην καμπάνια του Leave. Και, επειδή το πως και το γιατί φθάσαμε στο Brexit, μάλλον θα αποτελεί μελλοντικά βασικό μάθημα στα σεβαστά πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γηραιάς Αλβιώνας, ας επιχειρήσουμε εδώ μια νέα προσπάθεια να ξεδιαλύνουμε τα γεγονότα (facts) από τα δεδομένα (data).

Πρώτο Δεδομένο: Η καμπάνια του δημοψηφίσματος δεν είχε πάρει (εντελώς) διαζύγιο από την πραγματικότητα

Για λαϊκισμό και ψέματα κατηγόρησαν τους πολιτικούς αντιπάλους τους οι υποστηρικτές του Remain. Το πρόβλημα δεν ήταν, όμως, αυτό, όσο η κατάχρηση της μισής αλήθειας. Δηλαδή η αξιοποίηση δεδομένων (π.χ. οι 350 εκατομμύρια στερλίνες που στέλνει σε εβδομαδιαία βάση το Λονδίνο στις Βρυξέλλες) κυρίως από την καμπάνια του Leave, ώστε να εντάσσονται σε ένα πειστικό αφήγημα. Η καμπάνια του Remain δεν κατόρθωσε να πείσει, γιατί σε πολλές περιπτώσεις, δεν έκανε κατάχρηση της μισής αλήθειας, που δεν είναι τίποτα άλλο από την μέθοδο του παπατζή, ο οποίος θεωρεί εκ προοιμίου πραγματικό αυτό το οποίο θέλει να αποδείξει.

Δεύτερο Δεδομένο: Οι πολιτικοί στην Μ. Βρετανία και την Ε.Ε. (και όχι οι αγορές) θα καθορίσουν τα επόμενα βήματα προς το άγνωστο

Οι Συντηρητικοί θα αποκτήσουν καινούργια ηγεσία, αλλά θα δυσκολευτούν να διαμορφώσουν μια συμπαγή και συνεκτική κυβέρνηση. Όπως εύστοχα έγραψε και ο Martin Wolf "They broke it, they now own it". Αντίστοιχα έχει γίνει αντιληπτό ότι ο παρδαλός συνασπισμός των πολιτικών προσωπικοτήτων που υπερασπίστηκαν το Brexit δύσκολα θα συμφωνήσει σε ένα κοινό σχέδιο (αν υπάρχει) για την επόμενη ημέρα. Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία των Βρυξελλών είναι μάλλον απίθανο να αξιολογήσει και να αποφασίσει ταχύρρυθμα την διαπραγματευτική γραμμή της για το πιο εποικοδομητικό (για αυτήν) πλαίσιο εφαρμογής του διαζυγίου με την Μεγάλη Βρετανία. Θα είναι μια εκούσια έξοδος από την Ένωση μια φθηνή επιλογή δίχως συνέπειες; Kαι, αν ναι, τι μήνυμα θα στείλει αυτό στους εκκολαπτόμενους Μπόρις Τζόνσον της Ευρώπης;

Θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις αγορές να προβλέψουν τις επιμέρους μεταβλητές που θα καθορίσουν τη λήψη αποφάσεων των πολιτικών. Παρόλο που ο υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας Τζορτζ Όσμπορν εμφανίστηκε σήμερα καθησυχαστικός, αναφορικά με την κατάσταση ετοιμότητας της βρετανικής οικονομίας να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των αγορών (και δίχως να επιβεβαιώνει την ενεργοποίηση κάποιου έκτακτου χρηματοδοτικού μηχανισμού), αυτό δεν έδειξε να καθησυχάζει τις αγορές. Μπορεί ο Όσμπορν να θωράκισε επί της θητείας του την βρετανική οικονομία και να θεωρείται αξιόπιστος συνομιλητής για το οικονομικό κατεστημένο και τις ηγεσίες διεθνών χρηματοπιστωτικών θεσμών, όμως είναι και ο ίδιος συνυπεύθυνος για τους λαθεμένους χειρισμούς που οδήγησαν στην παρούσα κατάσταση. H συνεχιζόμενη βουτιά της στερλίνας, ενδεχομένως να οδηγήσει σε εκτόξευση του πληθωρισμού, αλλά το σημαντικό πρόβλημα θα είναι η παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης, αφενός στις πολιτικές ηγεσίες της Μεγάλης Βρετανίας και αφετέρου στην ύπαρξη μιας "κοινής γραμμής" μέσα στην Ε.Ε.

Τρίτο Δεδομένο: Οι διαχωριστικές και διαιρετικές τάσεις είναι σύμφυτες με τις σύνθετες δημοκρατικές κοινωνίες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης

Η Σκωτία και το Λονδίνο μοιράζονται μια διεθνιστική, φιλελεύθερη και προοδευτική ματιά στο μέλλον της Μεγάλης Βρετανίας. Άλλες περιοχές, λιγότερο προνομιούχες και εργατικές, δείχνουν βαθιά δυσπιστία απέναντι στο γεγονός ότι ούτε ευημερούν ούτε μπορούν να οραματιστούν ένα σίγουρο μέλλον με αισιοδοξία. Η καμπάνια του Leave τους χάρισε μια πειστική απάντηση: για τα προβλήματα της φτώχειας και της απομόνωσης τους φταίει η διαβολεμένη η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια πρώτη γεύση αυτής της διάψευσης ήρθε από την θρασύτατη αναδίπλωση του Νάιτζελ Φάρατζ, o οποίος παραδέχθηκε τηλεοπτικά ότι η υπόσχεση του για τη μεταβίβαση των περιβόητων 350 εκατομμυρίων στερλινών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας ήταν μια...παρανόηση.

Τώρα που η περιβόητη ανάκτηση της «εθνικής ανεξαρτησίας» από την Ε.Ε δεν φαίνεται να ισοδυναμεί με περισσότερη «κοινωνική ευημερία», θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρεθούν οι πολιτικές δυνάμεις που θα μπορέσουν να διαχειριστούν αρμονικά τις διαφορετικές τάσεις και επιδιώξεις μέσα σε μια βαθιά δημοκρατική, αλλά εύθραυστη, κοινωνία. Πιθανότατα, η διάψευση της θα επιφέρει τύψεις και οργή, έτοιμη να εκτονωθεί μέσα από τον διαθέσιμο πολιτικό ακτιβισμό της άκρας δεξιάς. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο ενθουσιασμός, με τον οποίο, αρκετοί από τον χώρο της Αριστεράς υποδέχθηκαν το Brexit, ως τεκμήριο αριστερόστροφης «αντίστασης» στη παγκοσμιοποίηση και εφαλτήριο για μια «Ευρώπη των λαών» ήταν ασυνάρτητος. Γιατί αυτή η διαλεκτική μπάζει από παντού και δεν είναι παρά μια αντίστροφη, αλλά παρόμοια, ερμηνεία με εκείνη των αγορών (δηλαδή της παγκοσμιοποίησης με σάρκα και οστά) που στοιχημάτισαν στη νίκη του Bremain. Δηλαδή μια «αφηγηματική πλάνη», σύμφωνα με την οποία κάποιος επιλέγει να πιστεύει ένα αφήγημα που του φαίνεται ελκυστικό, επειδή αντιλαμβάνεται επιλεκτικά εκείνα τα δεδομένα που επαληθεύουν το ίδιο το αφήγημα.

Το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι του Brexit δεν αποδέχθηκαν την στρατηγική του φόβου (από την καμπάνια του Bremain) δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι διαθέτουν ένα σχέδιο αντίστασης στη παγκοσμιοποίηση. Μάλλον εναπόθεσαν την ελπίδα τους στο εθνικό κοινοβούλιο ως το πλέον αρμόδιο για να ορίσει τη διέξοδο από τα προβλήματα τους. Το αν ένα εθνικό κοινοβούλιο είναι αρκετό και ικανό να απαντήσει στο δίλημμα εθνική ανεξαρτησία ή ελεύθερη αγορά μένει να αποδειχθεί. Άλλωστε, όπως σχολίασε και ο Iain Martin «ακόμη και στην περίπτωση μιας τιμωρητικής στάσης της ΕΕ απέναντι στη Μ. Βρετανία, το City ως χρηματοπιστωτικό κέντρο θα καταφέρει να επανιδρύσει τον εαυτό του με τρόπο οργανικό, όπως έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, πριν ακόμη η Μ. Βρετανία μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Αν το Brexit δεν ήταν προϊόν μιας σύνθετης πραγματικότητας, θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται στη καρδιά μιας αιρετικής και κατεδαφιστικής ιδεολογίας που έχει στόχο να θίξει την παγκοσμιοποίηση, προσβάλλοντας τους ηγέτες της Μ. Βρετανίας και της Ε.Ε., κλονίζοντας την πίστη τους στην ικανότητα (;) τους να ηγούνται, περιφρονώντας τον αξιοσημείωτο ρόλο της Μ. Βρετανίας στο ιστορικό εγχείρημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδιοργανώνοντας τον ορθό λόγο, σπέρνοντας τη διχόνοια ανάμεσά στους πολίτες, διεγείροντας τους νέους εναντίον των γέρων, αναστατώνοντας την αγορά...Και όμως, δεν πρόκειται για κάποια αναρχική ψευδαίσθηση, αλλά για την ένδειξη μιας ταραγμένης πραγματικότητας, της οποίας δομικό στοιχείο είναι το ρίσκο.