ΤΟ BLOG
21/03/2016 11:27 EET | Updated 22/03/2017 07:12 EET

Ὁ ΑRTος ὁ ἐπιούσιος

Paper Boat Creative via Getty Images

Η 24MEDIA δίνει για μια μέρα το τιμόνι στο AD&PR Lab του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Το κείμενο που θα διαβάσεις παρακάτω αποτελεί μέρος μίας ενέργειας κατά την οποία 40 φοιτητές του AD&PR Lab πρότειναν, έγραψαν και δημοσιεύουν το δικό τους κείμενο στα sites του Ομίλου (Huffington Post Greece, News247, Oneman, Ladylike, Sport24 & Contra). Κάθε φοιτητής του AD&PR Lab στο πλαίσιο του μαθήματος "Δημόσιες Σχέσεις: The art of storytelling" πρότεινε κάποια θέματα και έγραψε ένα από αυτά εν είδη εργασίας εξαμήνου. Μπορείς να διαβάσεις όλα τα κείμενα των φοιτητών στο microsite που δημιουργήσαμε για την ενέργεια.


Η τέχνη, τελικά, είναι το ζητούμενο στη ζωή μας; Πρέπει να την ιεραρχούμε χαμηλά στην πυραμίδα των αναγκών μας;


«Δεν είναι το έργο της τέχνης πολυτέλεια, αλλά επιούσιος άρτος του πνεύματος». Σε αυτό έπεσα πάνω, όταν έριξα μια ματιά στο βιβλίο που διάβαζε ο πατέρας μου τις προάλλες. Εντελώς τυχαία έπεσε το μάτι μου και δεν φαινόταν να είναι τίποτα, παρά σκόρπιες λέξεις τοποθετημένες πάνω σε μία σελίδα χαρτί, ώσπου αποφάσισα τελικά να τις προσέξω και να δώσω σημασία. Τα αποφθέγματα δεν μου αρέσουν γιατί πάντα θα υπάρχει αυτό που θα αναιρείται από κάποιο άλλο, όμως στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να δοθεί καλύτερος ορισμός της τέχνης από αυτόν παραπάνω. Είναι ο άρτος ο επιούσιος, η τροφή για σκέψη, η διέξοδος από την καθημερινότητα.

Παρ' όλα αυτά, πως μπορούμε σήμερα να μιλάμε για τέχνη, όταν γύρω μας γίνονται τόσα πολλά; Όταν αντιλαμβανόμαστε ότι και τα προς το ζην ακόμα δεν έρχονται τόσο εύκολα, όταν η ηθική κρίση έχει υποβιβάσει πλέον την αξία της ανθρώπινης ζωής; Ποιος θα αφιερώσει μέρος του μισθού του για χάρη της τέχνης; Και όταν λέω τέχνη, δεν εννοώ να πέσουμε ξαφνικά με τα μούτρα στην βαριά κουλτούρα, ούτε να φεύγουμε από τα θέατρα και τα μουσεία με στραμπούληγμα στον εγκέφαλο. Εννοώ το κόμικς ή το βιβλίο που θα διαβάσεις στην παραλία, το βράδυ που θα σε βρει στο σινεμά ή η ωραία φωτογραφία που θα προσπαθήσεις να τραβήξεις από την κορυφή ενός βουνού.

Μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί πολυτέλεια; Εμένα μου μοιάζει περισσότερο για ανάγκη. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει στο μυαλό του την τέχνη, ως κάτι με το οποίο θα καταπιαστεί για να «ξεδώσει», να ξεχαστεί και να χαλαρώσει. Η τέχνη, όμως, είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Δεν είναι αποκομμένη από την πραγματικότητα. Αντίθετα, συμμετέχει σε αυτήν, την σχολιάζει, την προκαλεί και ορισμένες φορές την ανατρέπει.

Τις προάλλες έγινα κοινωνός ενός τέτοιου μικρού «θησαυρού», μιας προσπάθειας για έμπνευση, μιας θεατρικής παράστασης πολύ πιο ξεχωριστής από τις άλλες. «Η 8η μέρα» σε σκηνοθεσία του Ηλία Κουνέλα είναι μία παράσταση που θα παιχτεί και θα περιπλανηθεί αποκλειστικά σε σπίτια. Ο θεατής λοιπόν θα έχει την δυνατότητα να φιλοξενήσει μία παράσταση, αλλά και να φιλοξενηθεί. Θα μπορεί δηλαδή να προσκαλέσει την παράσταση στο σαλόνι του σπιτιού του ή να φιλοξενηθεί ως άγνωστος θεατής στο σαλόνι κάποιου άλλου σπιτιού. Το μαγικό με αυτή την παράσταση είναι ότι με έκανε να συνειδητοποιήσω, πιο πολύ από ο,τιδήποτε άλλο, πόσο εύκολο είναι στις μέρες μας -που όλα κινούνται γύρω από την σφαίρα δραματικών πολιτικών εξελίξεων για τον πλανήτη- να λάβει χώρα στο σπίτι σου ένα πολιτιστικό δρώμενο.

Η πραγματικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέχνη. Αυτό μας υπενθυμίζει και μας ζητά να προσέξουμε η έκθεση φωτογραφίας της Άνκα Ντούκου, με τίτλο «33 Φανταστικές Ιστορίες». Η γλώσσα που χησιμοποιεί η φωτογράφος είναι η γλώσσα των γεγονότων. Αυτή η μόνιμη αναφορά της στην πραγματικότητα, αυτή η αληθοφάνεια, είναι μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει ο φωτογράφος. Δεν μπορεί, και δεν είναι δυνατόν, να την αρνηθεί. Όμως, προσπαθεί να την χρησιμοποιήσει. Προσπαθεί να την χρησιμοποιήσει με τον δικό της τρόπο, απομονώνοντας τους πρωταγωινιστές των φωτογραφιών από την πραγματική τους διάσταση και δημιουργώντας γύρω από αυτούς μια σφαίρα φανταστικού, βασιζόμενη όμως πάντα σε ένα κομμάτι αλήθειας.

Πέρα απ' όλα αυτά, δεν θα πάψω ποτέ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει πιο γλυκιά επαγρύπνηση από αυτή που μπορεί να σου προσφέρει ένα καλό βιβλίο. Το να διαβάζεις και να συνειδητοποιείς κάτι που μέσα σου πάντα υπήρχε, αλλά δεν είχες τολμήσει να το σκεφτείς ποτέ, το θεωρώ σχεδόν μαγικό. Ένα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και με έκανε να νιώσω αυτό ακριβώς το συναίσθημα είναι το - κατά τ' άλλα πολύ γνωστό - «Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Βιβλίο με ποικίλα μηνύματα για τον θάνατο, τις ερωτικές σχέσεις, την αλήθεια την αυτοαναζήτηση και κυρίως μια βαθειά διδακτική σύγκρουση συναισθήματος και Λόγου.

Εν τέλει, σήμερα όλα περιστρέφονται γύρω από την ειδησεογραφία. Όλοι προσπαθούμε απεγνωσμένα να ενημερωθούμε για να γνωρίζουμε τι γίνεται γύρω μας, αν μας επηρεάζει και κατά πόσο μας επηρεάζει και πως πρέπει να αντιδράσουμε. Σε καμία περίπτωση δεν το κατακρίνω, ωστόσο, κανείς δεν έχει σκεφτεί πως τις απαντήσεις στα πιο μεγάλα και πιο επίμονα ερωτήματά του ανθρώπου, δεν πρόκειται να τα δώσει η ανάγνωση κάποιου άρθρου, αλλά η ουσιαστική ενασχόλησή μας με τις τέχνες.

Άλλωστε, πάντα οι περίοδοι κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών εντάσεων αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν δεξαμενές δημιουργικής σκέψης, πράξης και ευαισθητοποίησης, πράγμα που βοηθά όχι μόνο στην ανάπτυξη αλλά και την γέννεση αξιόλογων καλλιτεχνικών εγχειρημάτων.

Όποιο, λοιπόν, κι αν είναι το θέαμα ή το αντικείμενο που παρακολουθεί, ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ταυτιστεί και να εξελιχθεί μαζί του. Υποσυνείδητα, αναζητά τον εαυτό του σε κάθε παράσταση, σε κάθε στίχο τραγουδιού και σε κάθε ήρωα της αγαπημένης του ταινίας. Ψάχνει στοιχεία με τα οποία θα δεθεί μαζί τους. Βλέπει σε αυτά, αυτά που ήθελε να κάνει και ποτέ δεν τόλμησε, αυτά που έκανε και τώρα ντρέπεται, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Όλα. Ο άνθρωπος αιώνες τώρα, πέρα από την διαφορετική κάθε φορά επικαιρότητα, αναλώνεται στα ίδια διαχρονικά θέματα: έρωτας, οικογένεια, χωρισμοί, φιλία, θάνατος κ.τ.λ. Ο καλλιτέχνης, λοιπόν, φέρνει συναισθήματα στον θεατή, που τα εντοπίζει και σε προσωπικές του καταστάσεις. Όταν μυηθούμε σε αυτήν την διαδικασία, έρχεται η συγκίνηση, ύστερα, σειρά έχει η «λύτρωσις» και τέλος η «κάθαρσις». Αυτή που όλοι αναζητάμε απεγνωσμένα.

Όταν μία οποιαδήποτε μορφή τέχνης, επηρεάζει την διάθεση, τα συναισθήματα και τελικά τον τρόπο σκέψης του δέκτη της, τότε σίγουρα έχει επιτύχει τον σκοπό της. Και, τώρα, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ, εμείς με τόσα προβλήματα που έχουμε να μας περιτριγυρίζουν είναι δυνατόν να μην επιθυμούμε την κάθαρση; Είναι δυνατόν να μην θέλουμε να μεταλάβουμε, έστω και από την πρόσκαιρη, απελευθέρωση της ψυχής μας;