Η 15η Ιουλίου 1974 δεν είναι απλώς μία ακόμη ημερομηνία στην ιστορία της Κύπρου και του Ελληνισμού. Είναι η ημέρα κατά την οποία η δικτατορία των συνταγματαρχών, μέσα από μία παράλογη, εγκληματική και πολιτικά καταστροφική απόφαση, έθεσε σε εφαρμογή το πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’. Μία ενέργεια που όχι μόνο ανέτρεψε τη συνταγματική τάξη, αλλά άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην Τουρκία για να πραγματοποιήσει αυτό που επί χρόνια σχεδίαζε: την εισβολή και την κατοχή κυπριακού εδάφους.
Λίγο μετά τις 8 το πρωί, μονάδες της Εθνικής Φρουράς, υπό τον έλεγχο της χούντας των Αθηνών και αξιωματικών που υπηρετούσαν στην Κύπρο, περικυκλώνουν το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Ακολουθούν σφοδρές μάχες και βομβαρδισμοί. Για αρκετές ώρες επικρατεί η εντύπωση ότι ο Μακάριος έχει σκοτωθεί.
Όμως ο Αρχιεπίσκοπος κατορθώνει να διαφύγει από μία πίσω έξοδο του Προεδρικού. Με τη βοήθεια των ανδρών της προσωπικής του φρουράς και πιστών συνεργατών του περνά μέσα από δύσβατες περιοχές του Τροόδους και φτάνει στην Πάφο. Από εκεί, χρησιμοποιώντας τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, στέλνει το ιστορικό μήνυμα που έμελλε να καταρρίψει το αφήγημα των πραξικοπηματιών:
«Ελληνικέ Κυπριακέ λαέ. Γνωρίζεις ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Δεν είμαι νεκρός. Είμαι ζωντανός.»
Η φωνή του ακούγεται σε ολόκληρη την Κύπρο και γίνεται σύμβολο αντίστασης απέναντι στο πραξικόπημα.
Λίγες ώρες αργότερα, με τη συνδρομή των Βρετανικών Βάσεων στο Ακρωτήρι, ο Μακάριος μεταφέρεται εκτός Κύπρου. Από εκεί θα ταξιδέψει αρχικά στη Μάλτα και στη συνέχεια στο Λονδίνο, ενώ λίγο αργότερα θα εμφανιστεί και ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, καταγγέλλοντας ευθέως ότι η Κύπρος δέχθηκε εισβολή όχι μόνο από την Τουρκία, αλλά προηγουμένως από το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας.
Το πραξικόπημα, που είχε ως στόχο την ανατροπή του Μακαρίου και την επιβολή του Νίκου Σαμψών στην προεδρία, αποδείχθηκε το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Η Άγκυρα αξιοποίησε αμέσως το χάος που δημιουργήθηκε, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.
Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974 ξεκινά η πρώτη τουρκική εισβολή, ο «Αττίλας 1». Παρά τις προσπάθειες για εκεχειρία και διαπραγματεύσεις, η Τουρκία εξαπολύει στις 14 Αυγούστου και δεύτερη επίθεση, τον «Αττίλα 2», καταλαμβάνοντας τελικά περίπου το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι συνέπειες παραμένουν ανοιχτές μέχρι σήμερα. Χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, εκατοντάδες αγνοούμενοι, περίπου 200.000 πρόσφυγες, κατεχόμενες πόλεις και χωριά, λεηλατημένες περιουσίες, βεβηλωμένες εκκλησίες και μία πατρίδα διχοτομημένη εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια.
Η 15η Ιουλίου αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είναι η ημέρα που η χούντα των συνταγματαρχών, με μία πράξη πολιτικής τύφλωσης και εθνικής ανευθυνότητας, έδωσε στην Τουρκία την ευκαιρία που αναζητούσε για να εισβάλει στην Κύπρο. Η ευθύνη της Άγκυρας για την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή είναι ακέραιη. Όμως η ιστορία υπενθυμίζει ότι η εθνική τραγωδία ξεκίνησε με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, όταν οι πύλες της κολάσεως άνοιξαν από ελληνικά χέρια και πέρασαν από αυτές τα τουρκικά στρατεύματα.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η μνήμη εκείνης της ημέρας δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής στους νεκρούς και στους αγνοούμενους. Είναι και μια διαρκής υπενθύμιση ότι η εκτροπή από τη δημοκρατία, μπορεί να οδηγήσει έναν ολόκληρο λαό σε τραγωδίες που αφήνουν πληγές ανοιχτές για γενιές.