Ο φίλος μου ο Νίκος Ταγαράς έφυγε για ψηλά στον ουρανό. Και αυτό, πριν από κάθε πολιτικό υπολογισμό, πριν από κάθε υπουργική αριθμητική, πριν από κάθε σενάριο και κάθε «καραμπόλα», είναι το ανθρώπινο.
Ένας άνθρωπος που υπηρέτησε χρόνια την παράταξή του, την Κορινθία, την αυτοδιοίκηση, το Κοινοβούλιο και την κυβέρνηση, δεν είναι απλώς ένα «κενό» σε ένα κυβερνητικό σχήμα. Είναι πρώτα απ’ όλα ένας φίλος που έφυγε. Και όσοι τον γνωρίσαμε, ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό.
Από εκεί και πέρα, υπάρχει και η πολιτική πραγματικότητα. Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης τοποθετείται στη Γραμματεία της Νέας Δημοκρατίας. Άρα, μαζί με την απώλεια του Νίκου Ταγαρά, δημιουργούνται δύο θέσεις που πρέπει να καλυφθούν. Αυτό είναι το απολύτως φυσιολογικό.
Όπως απολύτως φυσιολογικό, δυστυχώς ή ευτυχώς, ανάλογα με το χιούμορ που διαθέτει ο καθένας, είναι να αρχίσουν αμέσως τα σενάρια επί σεναρίων.
Ποιος πάει πού. Ποιος φεύγει. Ποιος μετακινείται. Ποιος αναβαθμίζεται. Ποιος υποβαθμίζεται. Ποιος «κλειδώνει». Ποιος «ξεκλειδώνει». Ποιος «παίζει». Ποιος «καίγεται». Ποιος μπαίνει από το παράθυρο. Ποιος βγαίνει από την πόρτα. Και βέβαια, πάντα με τις γνωστές «καλά πληροφορημένες πηγές», άλλες πραγματικές και άλλες τόσο φανταστικές, που θα τις ζήλευε και σεναριογράφος επιστημονικής φαντασίας.
Ένας κακός χαμός δημοσιευμάτων. Πολλά από αυτά αναγκαία, γιατί η πολιτική δημοσιογραφία οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Αρκετά όμως αγγίζουν τα όρια του μυθιστορήματος. Και όχι πάντα του καλού μυθιστορήματος.
Για να γεμίσει χώρος σε έντυπα. Για να γεμίσει χρόνος στα ηλεκτρονικά μέσα. Για να γεμίσουν τηλεοπτικά πάνελ. Για να γεμίσουν ραδιοφωνικές εκπομπές. Για να υπάρχει ένα «κάτι» να συζητάμε μέχρι την Πέμπτη.
Και όσοι είμαστε πολλά χρόνια μέσα σε αυτή την πιάτσα, τα βλέπουμε και, επιτρέψτε μου τη λέξη, επιεικώς γελάμε.
Διότι φτάνουμε στο εξής καταπληκτικό: το ένα δημοσίευμα να διαψεύδει το άλλο. Ή ακόμη καλύτερα, το ίδιο το δημοσίευμα να πετάει ένα όνομα για ένα υπουργείο και πριν προλάβει να τελειώσει η παράγραφος, να προσθέτει ότι «δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα γίνει αυτό».
Πιάσε το αυγό και κούρευ’ το.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Κωστής Χατζηδάκης, ένας άνθρωπος πολύ κοντά στον πρωθυπουργό, διαβεβαιώνει συνάδελφο δημοσιογράφο, τον διευθυντή σύνταξης της HuffPost Αντώνη Φουρλή στην πολύ σοβαρή και επιτυχημένη εκπομπή που παρουσιάζει κάθε Σαββατοκύριακο 10 με 12 στην ΕΡΤ News, ότι ο ανασχηματισμός θα ανακοινωθεί την Πέμπτη και θα είναι περιορισμένος.
Περιορισμένος. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί.
Διότι αν πάρει κανείς στα σοβαρά όλα τα ονόματα που σπέρνονται δεξιά και αριστερά, τότε δεν μιλάμε για έναν ανασχηματισμό. Μιλάμε για δύο κυβερνήσεις. Ίσως και για τρεις. Με αναπληρωματικούς, πάγκο και τεχνικό επιτελείο.
Η πολιτική όμως, όταν ασκείται σοβαρά, δεν είναι καφενειακή αριθμητική ονομάτων. Δεν είναι να βάλουμε δέκα ονόματα σε ένα χαρτί, να τα ανακατέψουμε και να δούμε ποιος θα καθίσει σε ποια καρέκλα.
Υπάρχει και η γεωγραφία. Υπάρχει και η κοινοβουλευτική ισορροπία. Υπάρχει και η εντοπιότητα. Υπάρχει και το πολιτικό μήνυμα που θέλει να στείλει κάθε επιλογή.
Παράδειγμα: η αντικατάσταση του Νίκου Ταγαρά. Ο αείμνηστος ήταν Κορίνθιος. Κορίνθιος είναι και ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Χρήστος Δήμας. Άρα, λογικά και λογικότατα, η θέση που μένει κενή δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πρέπει να πάει ξανά στην Κορινθία.
Το αντίθετο, θα έλεγα. Αν ο πρωθυπουργός δει το θέμα με πολιτικό χάρτη μπροστά του, τότε είναι πολύ πιθανό να αναζητήσει πρόσωπο από άλλη γεωγραφική περιοχή. Από περιοχή όπου η Νέα Δημοκρατία δεν έχει κυβερνητική εκπροσώπηση. Ή από περιοχή όπου τα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν ότι χρειάζεται ενίσχυση. Ή από νομό που πολιτικά πρέπει να «κουμπώσει» στο κυβερνητικό παζλ.
Εδώ λοιπόν δεν χρειάζεται μόνο πολιτική όσφρηση. Χρειάζεται και χάρτης. Και GPS.
Γιατί ο ανασχηματισμός, ακόμη και όταν είναι περιορισμένος, δεν είναι απλώς η αντικατάσταση δύο προσώπων. Είναι μήνυμα. Προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα. Προς την κοινωνία. Προς τις περιφέρειες. Προς τους ψηφοφόρους που αισθάνονται ότι η περιοχή τους δεν ακούγεται όσο θα έπρεπε.
Αν μάλιστα οι αλλαγές διευρυνθούν, κάτι που προσωπικά δεν το γνωρίζω, διότι το γνωρίζει μόνο ο πρωθυπουργός, τότε η ίδια φιλοσοφία γίνεται ακόμη πιο σημαντική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να βάλει κάτω τον χάρτη. Να δει νομούς, περιφέρειες, σταυρούς, ισορροπίες, ανάγκες, κενά, εσωκομματικές τάσεις, δυναμικές. Να δει πού η κυβέρνηση έχει παρουσία και πού δεν έχει. Πού χρειάζεται πολιτική τόνωση. Πού χρειάζεται συμβολισμός. Πού χρειάζεται τεχνοκρατική επάρκεια. Πού χρειάζεται κοινοβουλευτική γείωση.
Και μέσα σε όλα αυτά, βεβαίως, θα συνεχιστεί μέχρι την τελευταία στιγμή η ονοματολογία.
Θα έχουμε «φαβορί». Θα έχουμε «αουτσάιντερ». Θα έχουμε «σίγουρους». Θα έχουμε «κομμένους». Θα έχουμε «εκπλήξεις». Θα έχουμε «καραμπόλες». Θα έχουμε πρόσωπα που θα εμφανίζονται το πρωί ως υπουργοί και το βράδυ θα εξαφανίζονται από το κάδρο. Θα έχουμε άλλους που θα μπαίνουν στο κάδρο χωρίς να το ξέρουν ούτε οι ίδιοι.
Έτσι λειτουργεί η πολιτική δημοσιογραφική μηχανή στην Ελλάδα εδώ και χρόνια. Άλλοτε με σοβαρές πληροφορίες. Άλλοτε με ψίθυρους. Άλλοτε με επιθυμίες. Άλλοτε με διαρροές. Και άλλοτε, ας μην κρυβόμαστε, με καθαρή φαντασία.
Το πρόβλημα δεν είναι να γράφονται σενάρια. Το πρόβλημα είναι να παρουσιάζονται όλα τα σενάρια ως σχεδόν αποφασισμένες εξελίξεις.
Διότι στο τέλος, όταν ανακοινωθούν οι πραγματικές αποφάσεις, οι μισοί θα λένε «σας τα είχαμε γράψει» και οι άλλοι μισοί θα ψάχνουν τρόπο να εξηγήσουν γιατί δεν έγιναν αυτά που επίσης «είχαν κλειδώσει».
Γι’ αυτό κρατώ την ουσία: δύο θέσεις πρέπει να αναπληρωθούν. Ο ανασχηματισμός, όπως λέγεται επισήμως, θα είναι περιορισμένος. Και από εκεί και πέρα, όλα τα υπόλοιπα θέλουν μέτρο, ψυχραιμία και λιγότερη φαντασία.
Διότι στην πολιτική, όπως και στη δημοσιογραφία, η υπερβολή μπορεί να έχει πλάκα. Αλλά η πραγματικότητα έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.
Και αυτή τη φορά, η πραγματικότητα θα ανακοινωθεί την Πέμπτη.