Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο Ανδρέας Δρυμιώτης δεν συνηθίζει να μασάει τα λόγια του. Λέει ευθέως τη σκέψη του, συμφωνείς ή διαφωνείς. Στη συζήτησή μας ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός, ιδιαίτερα όταν η κουβέντα έφθασε στον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο πολιτικός μηχανικός, σύμβουλος επιχειρήσεων και ένας από τους πλέον πολυσυζητημένους πολιτικούς και εκλογικούς αναλυτές της χώρας, έχει πίσω του δεκαετίες εκλογικών αναμετρήσεων. Το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγα με την είσοδο της πληροφορικής στις ελληνικές εκλογές και ειδικά με την ιστορική βραδιά της 18ης Οκτωβρίου 1981. Εκείνος ήταν τότε στους υπολογιστές στο υπουργείο εσωτερικών και εγώ στο στούντιο της ΕΡΤ μεταδίδοντας τα αποτελέσματα. Παρουσίαση που κατέληξε σε ένα ποτήρι σωλήνα γεμάτο με… ουίσκι που ζήτησε ο Τάκης Λαμπρίας να μου φέρουν για να συνέλθω από το ΠΑ-ΣΟΚ!

Advertisement
Advertisement

Σχεδόν 45 χρόνια αργότερα, μιλήσαμε για το σημερινό πολιτικό σκηνικό, την ακρίβεια, τις δημοσκοπήσεις και κυρίως για το τι μπορεί να συμβεί όταν οι πολίτες βρεθούν πραγματικά μπροστά στην κάλπη.

«Ο Ανδρουλάκης έχει γίνει παρακολούθημα του Τσίπρα»

Η εκτίμησή του για τη στρατηγική του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά σκληρή.

«Όλες του οι κινήσεις δεν εξηγούνται, δεν μπορούν να εξηγηθούν με λογική», μου είπε. Και πρόσθεσε:

«Από τον φόβο του μην κατηγορηθεί ότι έχει γίνει παρακολούθημα της Νέας Δημοκρατίας, έχει γίνει παρακολούθημα του Τσίπρα».

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε τη στάση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Advertisement

Υπενθύμισε τη μακρά σχέση του Στουρνάρα με τον χώρο του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και τον Κώστα Σημίτη και χαρακτήρισε τη στάση της σημερινής ηγεσίας του κόμματος πολιτικά ανεξήγητη.

Το 60% του Κέντρου που κρίνει τις εκλογές

Για τον Δρυμιώτη, το βασικό μυστικό της εκλογικής επιτυχίας βρίσκεται στο Κέντρο.

Advertisement

Η δική του σχηματική ανάλυση είναι απλή: περίπου 20% του εκλογικού σώματος βρίσκεται στη δεξιά και άκρα δεξιά πλευρά, άλλο περίπου 20% στην αριστερή και άκρα αριστερή και ανάμεσά τους υπάρχει ένα τεράστιο 60%.

«Όποιος κερδίζει αυτό το 60%, κερδίζει τις εκλογές», υποστήριξε.

Κατά την εκτίμησή του, αυτό το είχαν αντιληφθεί τόσο ο Ανδρέας Παπανδρέου όσο και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Και σήμερα, όπως λέει, το έχει αντιληφθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Advertisement

Αντίθετα θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ απομακρύνεται από αυτή τη λογική: «Γι’ αυτό μου κάνει πραγματικά εντύπωση ότι δεν είναι κεντρώες οι θέσεις του».

Στο σημείο αυτό γίνεται μία συζήτηση μεταξύ μας που αφορά την ενδεχόμενη ενόχληση Ανδρουλάκη για τους ΠΑΣΟΚ πολιτικούς που έχουν προχωρήσει στη Νέα Δημοκρατία, αλλά και την φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας που έχει αλλάξει με αυτές τις προσχωρήσεις

Καταπέλτης για Τσίπρα: «Εμείς πληρώσαμε το φροντιστήριό του»

Advertisement

Ακόμη σκληρότερη ήταν η κριτική του στον Αλέξη Τσίπρα και ιδιαίτερα για την περίοδο του 2015.

Advertisement

Ο Δρυμιώτης θεωρεί ότι η Ελλάδα βρέθηκε τότε μπροστά σε εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο και χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική παρομοίωση:

«Εάν θέλεις να χτίσεις σπίτι, πας σε μηχανικό και αρχιτέκτονα. Εάν είσαι άρρωστος, πας σε γιατρό. Αν θες να κάνεις πολιτική, πας σε πολιτικό».

Υπενθύμισε μάλιστα την παραδοχή του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα ότι η τότε κυβέρνηση γνώριζε τι ήθελε αλλά όχι πώς μπορούσε να το πετύχει.

Advertisement

Και εκεί ήρθε ίσως η σκληρότερη ατάκα της συνέντευξης:

«Αφού πληρώσαμε εμείς το φροντιστήριο του Τσίπρα, έρχεται τώρα να μας πει ότι θα ξανακυβερνήσει γιατί έμαθε στου κασίδη το κεφάλι».

Ο λογαριασμός των 20 δισ. και τα 833 εκατομμύρια

Ο Δρυμιώτης αμφισβητεί και την οικονομική αριθμητική που παρουσιάζει ο πρώην πρωθυπουργός.

Αναφέρθηκε σε τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα για περίπου 12 δισ. ευρώ απευθείας αναθέσεων και άλλα 8 δισ. από διαγωνισμούς περιορισμένης συμμετοχής σε βάθος εξαετίας.

Κάνοντας τον δικό του υπολογισμό, υποστήριξε ότι ακόμη και εάν εξοικονομούνταν ένα εξαιρετικά υψηλό 25% από αυτά τα ποσά, το συνολικό όφελος θα ήταν περίπου 5 δισ. ευρώ σε έξι χρόνια.

Δηλαδή περίπου 833 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

«Δεν φτάνουν ούτε για μία από τις επτά δεσμεύσεις του», υποστήριξε, καταλήγοντας σε μία ακόμη δηκτική παρατήρηση: «Δεν τα πάει καλά με τα μαθηματικά και τα οικονομικά».

Γιατί επιμένει ότι η ΝΔ μπορεί να πάρει αυτοδυναμία

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική πρόβλεψη του Ανδρέα Δρυμιώτη.

Παρά τις σημερινές δημοσκοπήσεις και παρά τη φθορά που προκαλεί στην κυβέρνηση κυρίως η ακρίβεια, εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να φτάσει στην αυτοδυναμία.

Για να στηρίξει την άποψή του, επικαλείται τις δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023.

«Σου έστειλα τις 19 δημοσκοπήσεις που έγιναν τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2023. Καμία δεν πλησίασε το αποτέλεσμα», μου επισήμανε.

Κατά την ανάλυσή του, οι μετρήσεις υποεκτιμούσαν τη ΝΔ και υπερεκτιμούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν θεωρεί όμως ότι αυτό σημαίνει πως οι δημοσκοπήσεις ήταν κατ’ ανάγκην λανθασμένες.

«Στη δημοσκόπηση βγάζουν κίτρινη κάρτα – στην κάλπη σκέφτονται διαφορετικά»

Η εξήγησή του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

«Ο κόσμος στις δημοσκοπήσεις απαντάει χαλαρά», λέει, θεωρώντας ότι πολλοί πολίτες χρησιμοποιούν τη δημοσκόπηση για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους προς την εκάστοτε κυβέρνηση.

Είναι, όπως χαρακτηριστικά το περιγράφει, μία ανέξοδη «κίτρινη κάρτα».

Όταν όμως έρθει η πραγματική ώρα της ψήφου, πιστεύει ότι αλλάζουν τα κριτήρια:

«Την ώρα που πάει να ψηφίσει, σκέφτεται το μέλλον το δικό του και το μέλλον των παιδιών του και ψηφίζει με πολύ περισσότερη σοβαρότητα».

Γι’ αυτό θεωρεί ότι τα σημερινά δημοσκοπικά ποσοστά δεν προδικάζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Η μεγάλη πληγή της ακρίβειας

Του αντέτεινα ότι αυτή τη φορά υπάρχει ένας παράγοντας που μπορεί να αλλάξει τα πάντα: η τσέπη.

Η ακρίβεια παραμένει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των νοικοκυριών και προφανώς θα επηρεάσει την εκλογική συμπεριφορά.

Ο Δρυμιώτης συμφωνεί ως προς το μέγεθος του προβλήματος, αλλά το διαβάζει διαφορετικά.

Παρά τη δυσαρέσκεια, επισημαίνει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται στις μετρήσεις καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.

Κατά την άποψή του, αυτό δείχνει ότι οι πολίτες δεν έχουν πειστεί πως με έναν άλλο πρωθυπουργό –είτε τον Ανδρουλάκη είτε τον Τσίπρα είτε κάποιον άλλο– η ακρίβεια θα εξαφανιζόταν.

Θεωρεί επίσης ότι ο πληθωρισμός αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές φαινόμενο.

Εκεί διαφώνησα μαζί του ως προς το εάν αυτή είναι ολόκληρη η εξήγηση. Γιατί στην ελληνική αγορά υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τον ανταγωνισμό, τα περιθώρια κέρδους, την αισχροκέρδεια, τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, τους εισαγωγείς και κυρίως για το πόσο αποτελεσματικοί είναι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί.

«Ο Έλληνας δεν έχει καταναλωτική συνείδηση»

Και κάπου εκεί ο Δρυμιώτης έβαλε στο τραπέζι μία άλλη παράμετρο: την ευθύνη του ίδιου του καταναλωτή.

«Δεν έχει ο καταναλωτής στην Ελλάδα καταναλωτική συνείδηση», είπε κατηγορηματικά.

Ανέφερε παραδείγματα από το εξωτερικό, όπου οργανωμένη αποχή καταναλωτών από συγκεκριμένα προϊόντα λειτούργησε ως πίεση απέναντι σε αυξήσεις τιμών.

Και έθεσε το ερώτημα: θα μπορούσε να συμβεί κάτι ανάλογο στην Ελλάδα;

Η δική του απάντηση είναι «όχι».

Η συζήτηση έφθασε και στα καύσιμα. Ο Δρυμιώτης έφερε ένα πολύ απλό προσωπικό παράδειγμα: μειώνοντας κανείς σημαντικά την ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο μπορεί να περιορίσει αισθητά την κατανάλωση καυσίμου.

Για εκείνον, λοιπόν, η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα κυβερνητικών μέτρων. Είναι και θέμα καταναλωτικής συμπεριφοράς.

Ραντεβού για τις εκλογές του 1981

Κλείνοντας, του ζήτησα μία υπόσχεση: να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας και να γυρίσουμε 45 χρόνια πίσω.

Στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981.

Τότε που ο Ανδρέας Δρυμιώτης και η ομάδα του έβαλαν ουσιαστικά τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στην καρδιά της εκλογικής διαδικασίας και ο περίφημος χάρτης στην τηλεόραση άρχισε να πρασινίζει, καταγράφοντας τη σαρωτική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου.

«Ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της πληροφορικής στην Ελλάδα», μου είπε.

Και εγώ ήμουν τότε μέσα στο στούντιο, εκφωνώντας εκείνη την ιστορική εκλογική βραδιά. Και πίνοντας «μονορούφι» ένα ποτήρι-σωλήνα, γεμάτο με ουίσκι.

Αυτή όμως είναι μία άλλη ιστορία. Και συμφωνήσαμε ότι αξίζει να την θυμηθούμε στην επόμενη δική συζήτηση.