Μια ασθένεια που επί δεκαετίες προβληματίζει την επιστημονική κοινότητα και ταλαιπωρεί εκατομμύρια ανθρώπους αρχίζει να αποκαλύπτει ορισμένα από τα βιολογικά μυστικά της.
Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά του το Smithsonian Magazine, δύο σημαντικές ερευνητικές κατευθύνσεις φέρνουν στο φως νέα στοιχεία για τη μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα/σύνδρομο χρόνιας κόπωσης (ME/CFS): η μία αφορά το ανθρώπινο DNA και η άλλη το μικροβίωμα του εντέρου.
Το ME/CFS χαρακτηρίζεται από έντονη και επίμονη εξάντληση, η οποία δεν υποχωρεί απλώς με ξεκούραση. Χαρακτηριστική είναι επίσης η επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά ακόμη και από σχετικά μικρή σωματική ή πνευματική προσπάθεια. Πολλοί ασθενείς εμφανίζουν προβλήματα συγκέντρωσης, το γνωστό «brain fog», διαταραχές ύπνου, ζάλη και χρόνιο πόνο.
Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι έως και 3,3 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να πάσχουν από τη νόσο, ενώ σημαντικό ποσοστό παραμένει χωρίς διάγνωση.
Οκτώ περιοχές του DNA στο μικροσκόπιο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της μεγάλης γενετικής έρευνας DecodeME, στην οποία οι επιστήμονες εξέτασαν το DNA 15.579 ανθρώπων με ME/CFS στη Βρετανία και το συνέκριναν με δεδομένα σχεδόν 260.000 ανθρώπων χωρίς τη νόσο.
Η ανάλυση εντόπισε οκτώ περιοχές του ανθρώπινου γονιδιώματος που φαίνεται να συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ME/CFS.
Σύμφωνα με τον γενετιστή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου Chris Ponting, ορισμένα γονίδια στις συγκεκριμένες περιοχές σχετίζονται με το ανοσοποιητικό και το νευρικό σύστημα, ενώ παρουσιάζουν δραστηριότητα και σε ιστούς του εγκεφάλου.
Το εύρημα θεωρείται ιδιαίτερα ενδιαφέρον επειδή ενισχύει την εκτίμηση ότι πίσω από τη χρόνια κόπωση υπάρχουν συγκεκριμένοι βιολογικοί μηχανισμοί και όχι απλώς ένα ασαφές σύνολο συμπτωμάτων.
Οι επιστήμονες, πάντως, κρατούν χαμηλούς τόνους. Τα γονίδια δεν εξηγούν από μόνα τους τη νόσο ούτε σημαίνει ότι όποιος διαθέτει συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές θα αναπτύξει ME/CFS.
Και το έντερο δίνει σημαντικές απαντήσεις
Η δεύτερη μεγάλη περιοχή ενδιαφέροντος είναι το μικροβίωμα του εντέρου – τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα και αλληλεπιδρούν με τον μεταβολισμό και το ανοσοποιητικό σύστημα.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, ερευνητές χρησιμοποίησαν ακόμη και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να εξετάσουν δεδομένα τεσσάρων ετών από 153 ασθενείς με ME/CFS, συγκρίνοντάς τα με εκείνα 96 υγιών ανθρώπων.
Αναλύθηκαν εξετάσεις αίματος, ανοσολογικοί δείκτες, το γονιδίωμα του μικροβιώματος και τα συμπτώματα που παρουσίαζαν οι ασθενείς.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι υπήρχαν χαρακτηριστικά του μικροβιώματος που συνδέονταν με συγκεκριμένα συμπτώματα, ενώ στοιχεία του ανοσοποιητικού συστήματος σχετίζονταν με τη σοβαρότητα της νόσου.
Γιατί το μικροβίωμα ενδιαφέρει τόσο τους επιστήμονες
Η Julia Oh, μικροβιολόγος στο Duke University και επικεφαλής ερευνήτρια της σχετικής μελέτης, επισημαίνει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στα δύο πεδία έρευνας.
Τα γονίδιά μας ουσιαστικά δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Το μικροβίωμα, όμως, μπορεί να μεταβληθεί.
Αυτό δημιουργεί την προοπτική να εξεταστούν στο μέλλον παρεμβάσεις μέσω της διατροφής, του τρόπου ζωής ή ακόμη και ειδικά σχεδιασμένων θεραπειών που θα στοχεύουν το μικροβίωμα.
Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι σήμερα υπάρχει αποδεδειγμένη θεραπεία του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης μέσω αλλαγών στο έντερο. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες και ανεξάρτητες μελέτες πριν τα συγκεκριμένα ευρήματα μπορέσουν να οδηγήσουν σε διαγνωστικές εξετάσεις ή νέες θεραπείες.
Ένα παζλ που αρχίζει να συμπληρώνεται
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι το ME/CFS πιθανότατα δεν οφείλεται σε έναν μοναδικό παράγοντα.
Γενετική προδιάθεση, ανοσοποιητικό σύστημα, εγκέφαλος, μεταβολισμός και μικροβίωμα του εντέρου ενδέχεται να αποτελούν διαφορετικά κομμάτια ενός εξαιρετικά σύνθετου βιολογικού μηχανισμού.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη εξέλιξη: μια πάθηση που για χρόνια αντιμετωπιζόταν ακόμη και με δυσπιστία αποκτά πλέον όλο και περισσότερα μετρήσιμα βιολογικά στοιχεία.
Η επιστήμη δεν έχει ακόμη την τελική απάντηση. Έχει όμως περισσότερα ίχνη για το πού πρέπει να την αναζητήσει.
Πηγή: Smithsonian Magazine – “Scientists Find Links to Chronic Fatigue Syndrome in Genes and in the Gut Microbiome”.