Οι αντιδράσεις στο νομοσχέδιο για τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή «προήλθαν αποκλειστικά από μερίδα Υπαξιωματικών που θεώρησε ότι θίγονται κεκτημένα και ήταν αναμενόμενες. Πυροδοτήθηκαν ωστόσο όχι μόνο από εύλογες ανησυχίες, αλλά και από συστηματικές διαστρεβλώσεις του περιεχομένου των ρυθμίσεων» δήλωσε στην «Καθημερινή της Κυριακής» ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, πως «Ο “Χάρτης Μετάβασης” είναι τμήμα της “Ατζέντας 2030”, με την οποία αλλάζουν τα πάντα. Πρόκειται για μια ολιστική στρατηγική αναδιαμόρφωσης των Ενόπλων Δυνάμεων, που δεν περιορίζεται σε τεχνικές βελτιώσεις. Επαναπροσδιορίζει τη φιλοσοφία της άμυνας και της αποτροπής, ανάλογα με το ραγδαία μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον».
«Νέα σύνθεση δυνάμεων, σύγχρονα οπλικά συστήματα, ολοκληρωμένος θόλος προστασίας – η «Ασπίδα του Αχιλλέα» – με σύγχρονο ενοποιημένο Command and Control, υπόγειες οχυρωματικές θέσεις, συστήματα drones και αντι-drones μέχρι επιπέδου Μονάδας, νέα συστήματα επικοινωνιών, δορυφορικές δυνατότητες, πλήρη ενσωμάτωση της καινοτομίας σε όλα τα επίπεδα, δυνατότητες Cybersecurity, άλλη εκπαίδευση, άλλη εφεδρεία. Μια νέα αντίληψη που αφορά τη διασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων επιβίωσης του έθνους» σχολίασε.
Αναφερόμενος στους υπαξιωματικούς, είπε πως τρέφει απόλυτο σεβασμό προς αυτούς, «προκειμένου, ωστόσο, να επιτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντα που ο ρόλος τους επιβάλλει, αυτού της ραχοκοκαλιάς των Μονάδων και της εκπαίδευσης, έπρεπε να αφήσουμε πίσω στρεβλές πρακτικές και αντιλήψεις δεκαετιών […] το νομοσχέδιο που μόλις ψηφίστηκε ουδόλως υποβαθμίζει τους υπαξιωματικούς. Αντιθέτως, τους δίνει πραγματική υπόσταση και διακριτό ρόλο […] Επιπλέον, προβλέπει σημαντικές μισθολογικές αυξήσεις για όλους, ανεξαρτήτως βαθμού και εξέλιξης».
Ως προς τις παρεμβάσεις στη θητεία και την εφεδρεία, τόνισε πως «αυξάνεται ο χρόνος βασικής εκπαίδευσης και η οικονομική αποζημίωση, ενώ ενσωματώνονται τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι στρατευμένοι θα αποκτούν δεξιότητες χρήσιμες για την κοινωνία και την επαγγελματική τους πορεία. Η εφεδρεία αναδιαρθρώνεται, με σταθερή επιχειρησιακή εκπαίδευση και επικαιροποίηση δεξιοτήτων, με στόχο μια δύναμη 150.000 ενεργών εφέδρων, ικανή να στηρίζει ουσιαστικά το εθνικό δόγμα αποτροπής».
Ως προς το ΕΛΚΑΚ, ανέφερε πως το 2026 «θα προχωρήσει σε συμπράξεις με πανεπιστήμια, start–ups και ιδιωτικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Πρέπει, βέβαια, να προβούμε σε βελτιώσεις επί τη βάση των διδαγμάτων της πρώτης περιόδου λειτουργίας του. Η στόχευση είναι σαφής: drones, αντί-drone συστήματα, κυβερνοάμυνα, δορυφορικές εφαρμογές και άλλα σύγχρονα μέσα, προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων και όχι απλώς θεωρητικά σχήματα. Και φυσικά, με ισχυρό αποτύπωμα στην εθνική οικονομία και στην αξιοποίηση του σπουδαίου επιστημονικού ανθρώπινου δυναμικού που βρίσκεται εντός και εκτός της Ελλάδας».
Ερωτηθείς για την παρούσια συγκυρία για την κυβέρνηση, τη χαρακτήρισε «ιδιαίτερα απαιτητική, με διεθνή αστάθεια, έντονες κοινωνικές πιέσεις και άλλα πολλά. Ως κυβέρνηση οφείλουμε να κινηθούμε με σοβαρότητα, συνδυάζοντας την αποτελεσματικότητα με την επιδίωξη ευρύτερων συναινέσεων. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στους θεσμούς και η κοινωνική συνοχή, περνάνε πλέον μέσα από κρίσιμες μεταρρυθμίσεις […] τολμώ να πω ότι το υπόδειγμα των μεταρρυθμίσεων στις Ένοπλες Δυνάμεις, μπορεί να λειτουργήσει ως ενάρετο υπόδειγμα για το σύνολο του Δημόσιου Τομέα».
Απαντώντας σε ερώτηση για το αν θεωρεί ότι η εποχή των μονοκομματικών κυβερνήσεων έχει περάσει, απάντησε πως «Η Νέα Δημοκρατία ορίζεται από το καταστατικό της ως κόμμα αρχών, όχι ως συνασπισμός άσκησης κυβερνητικής εξουσίας. Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις δεν είναι δόγμα. Έχουν αποδειχθεί όμως εργαλείο σταθερότητας, καθώς διαθέτουν “καθαρή” λαϊκή εντολή. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο αριθμός των κομμάτων που συμμετέχουν σε μια κυβέρνηση, αλλά η ικανότητα να λαμβάνει αποφάσεις και να υλοποιεί πολιτικές με συνέπεια. Σε περιόδους έντονων προκλήσεων, όπως αυτή που διανύουμε, η χώρα χρειάζεται καθαρές αποφάσεις και αποτελεσματικές πολιτικές, όχι θολές ισορροπίες».