«Η Νέα Δημοκρατία θα είναι πρώτο κόμμα. Δεν το κουβεντιάζουμε». Ο Ανδρέας Δρυμιώτης δεν συνηθίζει να μασάει τα λόγια του και στη νέα συζήτησή μας επιμένει σε μία πρόβλεψη που ασφαλώς θα προκαλέσει συζήτηση: παρά τη φθορά της κυβέρνησης, παρά την ακρίβεια και παρά τα αρνητικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων, εξακολουθεί να θεωρεί πιθανή ακόμη και την αυτοδυναμία της ΝΔ.
Και προχωρά ένα βήμα περισσότερο. Κατά την εκτίμησή του, το σοβαρότερο πολιτικό πρόβλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι σήμερα ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης ούτε κάποιος άλλος από τον χώρο της αντιπολίτευσης.
Είναι ο Αντώνης Σαμαράς.
Οι δημοσκοπήσεις είναι μια «κίτρινη κάρτα»
Έβαλα στον Ανδρέα Δρυμιώτη τα στοιχεία που προκαλούν πονοκέφαλο στο Μέγαρο Μαξίμου: έξι στους δέκα εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από τα μέτρα, η ακρίβεια εξακολουθεί να αναδεικνύεται ως κυρίαρχο πρόβλημα και η αποδοχή του πρωθυπουργού απέχει πολύ από τα ποσοστά που θα επιθυμούσε η κυβέρνηση.
Η απάντησή του είναι διαφορετική από τη συνήθη πολιτική ανάγνωση.
«Οι άνθρωποι είμαστε γκρινιάρηδες», μου λέει. Και θεωρεί ότι οι δημοσκοπήσεις προσφέρουν στον πολίτη τη δυνατότητα να εκφράσει ανέξοδα θυμό, δυσαρέσκεια και αγανάκτηση.
Χρησιμοποιεί μάλιστα έναν ποδοσφαιρικό όρο: οι δημοσκοπήσεις λειτουργούν ως «κίτρινη κάρτα» προς την εκάστοτε κυβέρνηση.
Του απαντώ ότι, αφού μιλάμε ποδοσφαιρικά, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος ο ψηφοφόρος να στήσει την μπάλα στην άσπρη βούλα και να χτυπήσει πέναλτι στην κάλπη.
Ο Δρυμιώτης δεν είναι καθόλου βέβαιος ότι αυτό θα συμβεί.
«Ο διάβολος που ξέρεις…»
Δεν υποτιμά την ακρίβεια. Κάθε άλλο. Αναγνωρίζει ότι αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα. Υποστηρίζει, όμως, ότι το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι άλλο: ποιος μπορεί να κυβερνήσει;
Και εκεί θεωρεί ότι βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Όπως χαρακτηριστικά μου λέει, λειτουργεί στη συνείδηση ενός τμήματος του εκλογικού σώματος η λογική ότι «είναι καλύτερος ο διάβολος που ξέρεις από τον διάβολο που δεν ξέρεις».
Με άλλα λόγια, η δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ψήφο προς κάποιον αντίπαλο όταν ο πολίτης δεν βλέπει απέναντι μία πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Και σε αυτό συμφωνούμε σε ένα σημείο: η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης δεν είναι καλή ούτε για την κυβέρνηση ούτε, κυρίως, για τον τόπο.
«Το πρόβλημα του Μητσοτάκη είναι ο Σαμαράς»
Όταν η συζήτηση περνά στα πρόσωπα της αντιπολίτευσης, ο Ανδρέας Δρυμιώτης είναι κατηγορηματικός.
«Το πρόβλημα του Μητσοτάκη είναι ο Σαμαράς».
Και κάνει μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική πρόβλεψη. Εκτιμά ότι, εάν ο Αντώνης Σαμαράς καταφέρει να αποκτήσει κοινοβουλευτική δύναμη της τάξης των 10-12 βουλευτών, θα μπορούσε να επιχειρήσει να παίξει καταλυτικό ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις.
Η δική του ανάγνωση είναι ότι ένας τέτοιος συσχετισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να τεθεί ακόμη και ζήτημα ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία.
Είναι ίσως η πιο βαριά πολιτική εκτίμηση ολόκληρης της συζήτησής μας.
Τσίπρας, Ανδρουλάκης και Καρυστιανού
Του βάζω στο τραπέζι όλα τα ονόματα: Αλέξη Τσίπρα, Νίκο Ανδρουλάκη, Μαρία Καρυστιανού, αλλά και τις υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Δεν βλέπει, τουλάχιστον σήμερα, κάποια από αυτές τις περιπτώσεις να συγκροτεί κυβερνητική εναλλακτική ικανή να απειλήσει ευθέως τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Υπενθυμίζει μάλιστα προηγούμενες προβλέψεις του για πολιτικά πρόσωπα που εμφανίστηκαν με μεγάλη δημοσκοπική δυναμική, η οποία τελικά δεν επιβεβαιώθηκε στην πορεία.
Το βασικό επιχείρημά του είναι ότι ο ψηφοφόρος άλλο λέει όταν θέλει να εκφράσει θυμό σε μία δημοσκόπηση και άλλο μπορεί τελικά να κάνει όταν βρίσκεται μόνος μπροστά στην κάλπη.
Γιατί επιμένει στην αυτοδυναμία
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφωνία μας.
Τον ρωτώ ευθέως εάν πραγματικά πιστεύει ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να φτάσει όχι απλώς στην πρώτη θέση αλλά και στην αυτοδυναμία.
Η απάντηση είναι «ναι».
Ο Δρυμιώτης στηρίζει την εκτίμησή του στην εμπειρία προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων, όπου οι δημοσκοπήσεις υποεκτίμησαν τελικά τη δύναμη της ΝΔ και υπερεκτίμησαν αθροιστικά άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Κατά την άποψή του, πολλοί πολίτες απαντούν «τιμωρητικά» στις έρευνες κοινής γνώμης, αλλά όταν έρχεται η στιγμή της ψήφου λειτουργούν περισσότερο με κριτήριο τη σταθερότητα και την κυβερνησιμότητα.
Εγώ κρατώ τις επιφυλάξεις μου. Γιατί οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με καινούργιο πολιτικό φορτίο: ακρίβεια, ΟΠΕΚΕΠΕ, ζητήματα διαφάνειας και μία κοινωνική κόπωση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Ο Ανδρέας, όμως, επιμένει.
Και του αναγνωρίζω κάτι: δεν φοβάται να κάνει πρόβλεψη και να κριθεί γι’ αυτήν.
«Δεν είμαι υπέρ των κυβερνήσεων συνεργασίας»
Ένα ακόμη ενδιαφέρον κομμάτι της συζήτησης αφορά τις κυβερνήσεις συνεργασίας.
Ο Δρυμιώτης δηλώνει ξεκάθαρα υπέρ των αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Θεωρεί ότι στις κυβερνήσεις συνασπισμού ένα μικρό κόμμα μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη δύναμη και να καταστεί καθοριστικό για την επιβίωση της κυβέρνησης.
Του αντιτείνω ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει ενσωματώσει πολλά στελέχη προερχόμενα από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ.
Η απάντησή του είναι ότι αυτό δεν αποτελεί κυβέρνηση συνεργασίας: τα συγκεκριμένα στελέχη εντάχθηκαν πολιτικά στη Νέα Δημοκρατία.
Όσο για ένα πιθανό μετεκλογικό άνοιγμα προς το ΠΑΣΟΚ, υπενθυμίζει ότι το κόμμα έχει λάβει αποφάσεις που αποκλείουν μια τέτοια προοπτική.
Η αυστηρή κρίση του για τον Κώστα Καραμανλή
Στο τέλος της συζήτησης του θυμίζω ότι ο Κώστας Καραμανλής έχει τα γενέθλιά του.
Η απάντηση του Ανδρέα Δρυμιώτη είναι χαρακτηριστική: «Να του ευχηθούμε μακροζωία και καλοφαγία».
Αλλά πολιτικά είναι πολύ αυστηρότερος.
Επαναφέρει τη συζήτηση στο δημοσιονομικό έλλειμμα της περιόδου διακυβέρνησης Καραμανλή και θυμίζει τον Αλέκο Παπαδόπουλο ως έναν από τους ανθρώπους που είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.
Και εκφράζει τη διαφωνία του με τις συχνότερες δημόσιες παρεμβάσεις πρώην πρωθυπουργών, φέρνοντας ως αντιπαράδειγμα τη βρετανική πολιτική παράδοση.
Εκεί σταματήσαμε.
Όχι επειδή τελείωσε η κουβέντα. Το αντίθετο.
Του είπα ότι αυτό το κεφάλαιο –ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος των πρώην πρωθυπουργών και μέχρι πού δικαιούνται ή οφείλουν να παρεμβαίνουν– αξίζει μία ξεχωριστή συζήτηση.
Και αυτή θα την κάνουμε.