Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται απλώς σε νέα φάση εσωστρέφειας. Βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο μιας πραγματικής αποσύνθεσης. Οι πληροφορίες για μαζική μετακίνηση βουλευτών προς το υπό διαμόρφωση κόμμα του Αλέξη Τσίπρα αλλάζουν τα δεδομένα στην Κουμουνδούρου και δημιουργούν ένα πολιτικό ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να αποφευχθεί: αν φύγει ο ζωτικός κοινοβουλευτικός και πολιτικός χώρος, τι ακριβώς θα απομείνει από τον ΣΥΡΙΖΑ;
Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να πλησιάζει στο σημείο όπου η κρίση δεν θα περιγράφεται πλέον ως «εσωκομματική». Θα περιγράφεται ως κρίση ύπαρξης.
Το πρωτομαγιάτικο μανιφέστο
Ανήμερα της Πρωτομαγιάς, ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησε ένα ακόμη βήμα προς την ανακοίνωση του νέου πολιτικού φορέα, δημοσιοποιώντας το «μανιφέστο» των θέσεων που πρόκειται να εκφράζει.
Το μανιφέστο χαρακτηρίζει ως «κρίσιμη πολιτική αναγκαιότητα» τη σύγκλιση των τριών βασικών ρευμάτων της Αριστεράς του 20ού αιώνα: της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, προσδίδοντας, όπως επισημαίνεται, σαφές ιδεολογικό στίγμα και θεωρητικό υπόβαθρο στο rebranding του πρώην πρωθυπουργού.
Μετά από αυτή την εξέλιξη, το ρεπορτάζ θέλει περισσότερους από είκοσι βουλευτές να εμφανίζονται έτοιμοι να περάσουν στο νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι απλώς μια ακόμη ένδειξη αναταραχής. Είναι το σήμα ότι η Κουμουνδούρου μπορεί να βρεθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα με ένα κόμμα πολιτικά τραυματισμένο, κοινοβουλευτικά αποδυναμωμένο και δημοσκοπικά εκτεθειμένο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ακόμη και στελέχη που ανήκουν στον στενό μηχανισμό της σημερινής ηγεσίας φέρονται να κοιτούν προς την πλευρά του πρώην πρωθυπουργού. Ανάμεσά τους αναφέρεται και ο Κώστας Ζαχαριάδης, εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος και πρόσωπο κοντά στον Σωκράτη Φάμελλο. Το γεγονός αυτό, εφόσον επιβεβαιωθεί στην πράξη, θα έχει βαρύ συμβολισμό: δεν θα πρόκειται απλώς για αποχωρήσεις στελεχών, αλλά για ρήγμα στο ίδιο το κέντρο λειτουργίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Η πολιτική εικόνα είναι πλέον αρκετά καθαρή. Το κόμμα Τσίπρα δεν απειλεί τον ΣΥΡΙΖΑ από τα έξω. Τον απορροφά από μέσα.
Ποιοι μένουν στην Κουμουνδούρου
Το ενδιαφέρον, πλέον, δεν βρίσκεται μόνο στο ποιοι θα φύγουν. Βρίσκεται και στο ποιοι θα μείνουν.
Ο Παύλος Πολάκης και ο Νίκος Παππάς εμφανίζονται ως οι πιο σταθερές περιπτώσεις στελεχών που δεν αναμένεται να ενταχθούν στο νέο κόμμα. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βρίσκονται εκτός του πολιτικού σχεδιασμού που φαίνεται να διαμορφώνει το περιβάλλον Τσίπρα. Ο Πολάκης έχει επιλέξει ανοιχτή σύγκρουση με το «σύστημα Τσίπρα», κατηγορώντας το για σχέδιο διάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Παππάς, από την άλλη, κρατά χαμηλότερους τόνους, αλλά επιμένει στην ανάγκη διατήρησης της αυτονομίας του κόμματος.
Στην ίδια κατηγορία στελεχών που εμφανίζονται προσανατολισμένα στο «Μένουμε ΣΥΡΙΖΑ» εντάσσεται και ο Τρύφωνας Αλεξιάδης, ο οποίος έχει ταχθεί εγκαίρως υπέρ της κομματικής αυτονομίας. Η στάση του έχει και ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς υπήρξε πρόσωπο με κυβερνητική διαδρομή δίπλα στον Αλέξη Τσίπρα.
Το πρόβλημα για την Κουμουνδούρου, όμως, είναι ότι ο πυρήνας όσων μένουν δεν μοιάζει να συγκροτεί νέο πλειοψηφικό αφήγημα. Περισσότερο μοιάζει με αμυντική γραμμή. Με ένα μπλοκ επιβίωσης.
Το ερώτημα των ευρωβουλευτών
Ανοιχτό παραμένει και το θέμα των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Κώστας Αρβανίτης και η Έλενα Κουντουρά εμφανίζονται, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, προσηλωμένοι στην ευρωπαϊκή τους ατζέντα και αποφεύγουν προς το παρόν να μπουν δημόσια στη συζήτηση των μετακινήσεων.
Ωστόσο, και οι δύο περιπτώσεις έχουν πολιτικό ενδιαφέρον. Ο Αρβανίτης έχει παραδοσιακές σχέσεις με το περιβάλλον Τσίπρα, ενώ η Κουντουρά αποτέλεσε προσωπική επιλογή του πρώην πρωθυπουργού. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως μετακίνηση. Σημαίνει, όμως, ότι η συζήτηση δεν έχει κλείσει.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της Κουμουνδούρου. Όσο το νέο εγχείρημα Τσίπρα αποκτά μορφή, τόσο κάθε σιωπή, κάθε καθυστέρηση και κάθε «θα δούμε» ερμηνεύεται ως πιθανή απόσταση από τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.
Ο κίνδυνος να γίνει «Νέα Αριστερά»
Το πιο κρίσιμο σημείο για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο η κοινοβουλευτική αριθμητική. Είναι η πολιτική ψυχολογία.
Αν επιβεβαιωθεί ένα κύμα φυγής προς τον Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να χάσει το βασικό του πλεονέκτημα: την αίσθηση ότι παραμένει ο κεντρικός φορέας της ριζοσπαστικής και ευρύτερης προοδευτικής αντιπολίτευσης. Χωρίς αυτό το πλεονέκτημα, το κόμμα μπορεί να αρχίσει να αντιμετωπίζεται από τους ψηφοφόρους όχι ως δύναμη επιστροφής στην εξουσία, αλλά ως υπόλειμμα μιας προηγούμενης πολιτικής περιόδου.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η σύγκριση με τη Νέα Αριστερά. Όχι τόσο οργανωτικά, όσο δημοσκοπικά και πολιτικά. Η Νέα Αριστερά κινείται σταθερά σε χαμηλές πτήσεις, με πρόσφατες αναλύσεις δημοσκοπήσεων να την καταγράφουν γύρω από το 1,5% μετά την αναγωγή. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο κίνδυνος δεν είναι να γίνει ίδιο κόμμα με τη Νέα Αριστερά. Είναι να αρχίσει να αντιμετωπίζεται από την κοινωνία με τον ίδιο τρόπο: ως μικρός παίκτης, χωρίς προοπτική εξουσίας.
Και αυτό, για ένα κόμμα που κυβέρνησε τη χώρα, θα είναι πολιτική κατάρρευση.
Ο Τσίπρας παίρνει το brand της εξουσίας
Η πιο δύσκολη αλήθεια για τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να κουβαλά το ισχυρότερο αναγνωρίσιμο πολιτικό κεφάλαιο του χώρου. Όσο κι αν έχει δεχθεί φθορά, όσο κι αν προκαλεί αντιδράσεις, παραμένει το πρόσωπο που ταυτίστηκε με την κυβερνητική εμπειρία της Αριστεράς.
Αν, λοιπόν, το νέο κόμμα Τσίπρα παρουσιαστεί ως η «νέα αρχή» του προοδευτικού χώρου, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μείνει με τα βάρη του παρελθόντος χωρίς το πρόσωπο που μπορούσε να τα μετατρέψει σε πολιτικό αφήγημα.
Με απλά λόγια: ο Τσίπρας παίρνει μαζί του το brand της εξουσίας. Η Κουμουνδούρου κινδυνεύει να κρατήσει το brand της ήττας.
Η επόμενη μέρα για τον Φάμελλο
Για τον Σωκράτη Φάμελλο, το πολιτικό πρόβλημα είναι σχεδόν υπαρξιακό. Καλείται να κρατήσει όρθιο ένα κόμμα την ώρα που η βάση, οι βουλευτές και τα στελέχη του κοιτούν προς άλλη κατεύθυνση. Η γραμμή της αυτονομίας μπορεί να είναι θεσμικά καθαρή, αλλά πολιτικά δεν αρκεί από μόνη της.
Η αυτονομία έχει νόημα όταν συνοδεύεται από δυναμική. Όταν όμως συνοδεύεται από αποχωρήσεις, αμφιβολίες και δημοσκοπική καθίζηση, κινδυνεύει να ακουστεί σαν άμυνα ενός κόμματος που μένει μόνο του στο γήπεδο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει μπροστά του απλώς μια διάσπαση. Έχει μπροστά του το ενδεχόμενο να μετατραπεί σε μικρό κόμμα διαμαρτυρίας, χωρίς κεντρικό ρόλο στις εξελίξεις. Και αυτό είναι πολύ πιο βαρύ από μια εσωτερική ήττα.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Η εικόνα είναι πλέον δύσκολο να ωραιοποιηθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς μια δοκιμασία που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την ίδια του την ύπαρξη. Αν το νέο κόμμα Τσίπρα πάρει μαζί του κρίσιμη μάζα βουλευτών, στελεχών και ψηφοφόρων, τότε η Κουμουνδούρου δεν θα έχει να διαχειριστεί απλώς μια αποχώρηση. Θα έχει να διαχειριστεί την πολιτική της αποψίλωση.
Το ερώτημα «ποιοι μένουν» είναι πλέον πιο σκληρό από το «ποιοι φεύγουν».
Γιατί όσοι μείνουν θα πρέπει να αποδείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί ακόμη να υπάρχει ως κόμμα με λόγο, ρόλο και προοπτική. Διαφορετικά, η επόμενη μέρα μπορεί να τον βρει εκεί όπου μέχρι χθες κανείς στην Κουμουνδούρου δεν ήθελε να κοιτάξει: στα ποσοστά των μικρών σχημάτων της Αριστεράς, με περιορισμένη επιρροή και χωρίς ρεαλιστική διαδρομή επιστροφής στο κέντρο του πολιτικού παιχνιδιού.