Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μια διαφορετική ανάγνωση των διεθνών ενεργειακών εξελίξεων, με αιχμηρές επισημάνσεις για την πολιτική των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά κυρίως με ιδιαίτερα ανησυχητικές εκτιμήσεις για το κόστος ζωής των νοικοκυριών, έκανε ο πρώην διευθύνων σύμβουλος των Ελληνικών Πετρελαίων (ΕΛΠΕ), Γρηγόρης Στεργιούλης, σε βίντεο – teams συνέντευξή του στη HuffPost και στον Τέρενς Κουίκ.

Ο άνθρωπος που έχει γνωρίσει εκ των έσω τη λειτουργία της πετρελαϊκής αγοράς υποστήριξε ότι οι τελευταίες ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας έχουν περισσότερο γεωπολιτική παρά εμπορική σημασία, ενώ προειδοποίησε ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών.

Advertisement
Advertisement

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν οι αναφορές του στα περιθώρια διύλισης, τα οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, έχουν πολλαπλασιαστεί σε σύγκριση με την περίοδο κατά την οποία ο ίδιος διοικούσε τα ΕΛΠΕ.

Παράλληλα, τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ της έκτακτης φορολόγησης των λεγόμενων «ουρανοκατέβατων κερδών», όχι όμως για να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά προσωρινά επιδόματα, αλλά για να δημιουργηθεί ένα εθνικό επενδυτικό ταμείο ενεργειακής ασφάλειας.

Συμφωνία Τραμπ–Πούτιν: «Οι ποσότητες είναι ασήμαντες, το μήνυμα τεράστιο»

Η συζήτηση ξεκίνησε από την αναφερόμενη συμφωνία μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια περίπου 4 έως 4,5 εκατομμυρίων μετρικών τόνων ντίζελ από τη Ρωσία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης επιχείρησε να αποτιμήσει την πραγματική εμπορική σημασία της συμφωνίας, χαρακτηρίζοντας τις ποσότητες περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της διεθνούς αγοράς.

Σύμφωνα με την περιγραφή του, οι παραδόσεις προβλέπεται να πραγματοποιηθούν σταδιακά, με αρχικές ποσότητες 100.000 τόνων, στη συνέχεια 300.000 τόνων, περίπου ένα εκατομμύριο μέχρι το τέλος του έτους και μεγαλύτερες ποσότητες μέσα στο επόμενο.

Advertisement

«Οι ποσότητες είναι πολύ μικρές. Δεν πρόκειται να αλλάξουν το ενεργειακό ισοζύγιο της αμερικανικής αγοράς», ανέφερε.

Εκείνο που έχει σημασία, κατά την εκτίμησή του, δεν είναι το ίδιο το καύσιμο αλλά η πολιτική κατεύθυνση που ενδεχομένως αποκαλύπτει η συμφωνία.

«Όταν ασχολείται κανείς με το πετρέλαιο, οφείλει να βλέπει τα πράγματα σφαιρικά και με γεωπολιτική διάσταση. Διαφορετικά δεν μπορεί να ερμηνεύσει γιατί γίνονται αυτές οι κινήσεις».

Advertisement

Οι ποσότητες και οι όροι της αναφερόμενης συμφωνίας παρουσιάζονται εδώ όπως περιγράφηκαν στη συνέντευξη και χρειάζονται ανεξάρτητη επιβεβαίωση πριν από τη δημοσίευση ως οριστικά γεγονότα.

Αμερικανοί επενδυτές στη Ρωσία και το ενδεχόμενο μιας νέας ενεργειακής προσέγγισης

Ο πρώην επικεφαλής των ΕΛΠΕ συνέδεσε την αναφερόμενη συμφωνία με ευρύτερες συζητήσεις για την πιθανή είσοδο αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων σε ρωσικά ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.

Advertisement

Αναφέρθηκε ειδικότερα στη Lukoil και στο σύστημα αγωγών Nord Stream, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές πληροφορίες μπορεί να αποτελούν ενδείξεις μιας μελλοντικής επιχειρηματικής προσέγγισης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

«Ίσως να είναι η προετοιμασία για μια επιχειρηματική συνεννόηση στον ενεργειακό τομέα μεταξύ Ρωσίας και Αμερικής», εκτίμησε.

Ο ίδιος διευκρίνισε ότι πρόκειται για ενδείξεις και όχι για αποδεδειγμένη συνολική συμφωνία.

Advertisement

Στην ανάλυσή του, η ενέργεια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία άσκησης διεθνούς πολιτικής, καθώς συνδέεται με τις εμπορικές σχέσεις, τις κυρώσεις, τη βιομηχανική παραγωγή και τις στρατηγικές ισορροπίες.

Advertisement

«Η Ευρώπη λειτουργεί ετερόφωτα και περιμένει την Ουάσινγκτον»

Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε ο Γρηγόρης Στεργιούλης απέναντι στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζεται τις ενεργειακές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

«Η Ευρώπη λειτουργεί ετερόφωτα τα τελευταία χρόνια. Περιμένει τι θα κάνει η αμερικανική κυβέρνηση για να προσανατολιστεί εκ των υστέρων», υποστήριξε.

Advertisement

Επικαλέστηκε την ευρωπαϊκή δέσμευση για μεγάλης κλίμακας αγορές αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων, ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκφράζοντας αμφιβολίες για την ταχύτητα υλοποίησής της.

Στάθηκε ιδιαίτερα στη Γερμανία, σημειώνοντας ότι η μεταπολεμική οικονομική της ανάπτυξη στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε τρεις σημαντικούς παράγοντες: τη σχετικά φθηνή ρωσική ενέργεια, τις περιορισμένες αμυντικές δαπάνες και το ανταγωνιστικό εργατικό κόστος.

Κατά τον ίδιο, οι τρεις αυτοί παράγοντες έχουν μεταβληθεί δραματικά.

Η στήριξη της Ουκρανίας, οι αλλαγές στις ενεργειακές ροές και οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες δημιουργούν ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον.

Ο πρώην CEO των ΕΛΠΕ υποστήριξε ότι η Ευρώπη δυσκολεύεται να διαμορφώσει αυτόνομη στρατηγική, ιδιαίτερα όταν η αμερικανική πολιτική έναντι της Ρωσίας εμφανίζει διαφορετικές προτεραιότητες.

Ο χειμώνας, οι αποθήκες φυσικού αερίου και ο πραγματικός φόβος

Από τη διεθνή γεωπολιτική συζήτηση, ο Τέρενς Κουίκ έθεσε το ερώτημα που απασχολεί περισσότερο τα ελληνικά νοικοκυριά: τι θα συμβεί με τις τιμές των καυσίμων και του φυσικού αερίου τον χειμώνα;

Η απάντηση του Γρηγόρη Στεργιούλη ήταν χαρακτηριστική:

«Δεν φοβάμαι την προμήθεια. Φοβάμαι τις τιμές. Αυτό είναι το κυρίαρχο».

Εξήγησε ότι μια οικονομικά ισχυρή αγορά, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί κατά κανόνα να εξασφαλίσει ενεργειακές ποσότητες από διαφορετικές πηγές. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι το τίμημα που θα κληθούν να πληρώσουν οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται περίπου 12% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα περσινά επίπεδα.

Εφόσον η διαφορά αυτή διατηρηθεί και συνδυαστεί με διαταραχές στις διεθνείς προμήθειες, εκτιμά ότι οι τιμές μπορεί να δεχθούν πρόσθετες πιέσεις.

Επισήμανε, πάντως, ότι ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στο κόστος θέρμανσης.

Η ενέργεια επηρεάζει τη λειτουργία της βιομηχανίας, των μεταφορών, της αγροτικής παραγωγής και σχεδόν κάθε οικονομικής δραστηριότητας.

Από το χωράφι στο ράφι: Η ακρίβεια που θα εμφανιστεί την άνοιξη

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορούσε τη χρονική καθυστέρηση με την οποία οι ενεργειακές ανατιμήσεις περνούν στις τιμές των προϊόντων.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης υπενθύμισε ότι το φθινόπωρο αρχίζουν σημαντικές αγροτικές εργασίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Τα τρακτέρ, τα αγροτικά μηχανήματα, οι μεταφορές πρώτων υλών και οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις εξαρτώνται από το κόστος της ενέργειας.

Όταν αυτό αυξάνεται, η επιβάρυνση δεν εμφανίζεται αναγκαστικά αμέσως στην τελική τιμή ενός προϊόντος.

Μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά στην εφοδιαστική αλυσίδα και να φτάσει στον καταναλωτή αρκετούς μήνες αργότερα.

«Το κόστος αυτό θα μετακυλιστεί στην τιμή των προϊόντων την άνοιξη και το καλοκαίρι», προειδοποίησε.

Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου η αγροτική παραγωγή, οι οδικές μεταφορές, η ακτοπλοΐα και ο τουρισμός επηρεάζονται άμεσα από τις τιμές των καυσίμων.

«Ο πληθωρισμός μειώνει στην πράξη τους μισθούς»

Η συζήτηση επεκτάθηκε από την ακρίβεια στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ υποστήριξε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση από την Κίνα, η οποία διαθέτει σημαντική βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ.

Κατά την εκτίμησή του, η αύξηση του ενεργειακού κόστους περιορίζει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Σε αυτό το περιβάλλον διατύπωσε την ανησυχία ότι οι επιχειρήσεις και οι οικονομίες θα επιχειρήσουν να συγκρατήσουν το εργατικό κόστος.

Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί παραμένουν σταθεροί ή αυξάνονται λίγο, ο πληθωρισμός μπορεί να μειώνει την πραγματική αγοραστική τους δύναμη.

«Δεν είναι μόνο τι πληρώνουμε. Είναι τι μπορούμε να αγοράσουμε με τα χρήματα που έχουμε διαθέσιμα», ήταν το κεντρικό νόημα της παρέμβασής του.

Ο Τέρενς Κουίκ παρατήρησε ότι μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες για τους Έλληνες εργαζομένους, που ήδη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις στο κόστος ζωής.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης απάντησε ότι το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν οι πιέσεις στο εισόδημα συνυπάρχουν με εξαιρετικά υψηλά κέρδη σε ορισμένους ενεργειακούς κλάδους.

Από τα 8 στα 28 δολάρια το βαρέλι: Η μεγάλη διαφορά στα περιθώρια διύλισης

Στο σημείο αυτό ο πρώην CEO των ΕΛΠΕ παρουσίασε μια από τις πιο χαρακτηριστικές αριθμητικές συγκρίσεις της συνέντευξης.

Όπως ανέφερε, την περίοδο κατά την οποία διοικούσε τα Ελληνικά Πετρέλαια, το περιθώριο διύλισης κυμαινόταν περίπου στα 7,5 έως 8 δολάρια ανά βαρέλι.

Σύμφωνα με τη δική του αναφορά, τα περιθώρια αυτά έχουν φτάσει πλέον να υπερβαίνουν τα 28 δολάρια ανά βαρέλι.

«Είναι τέσσερις φορές περισσότερο», τόνισε.

Χρησιμοποιώντας ένα ενδεικτικό παράδειγμα με αντίστοιχες ποσότητες επεξεργασίας αργού πετρελαίου, υποστήριξε ότι ένα οικονομικό αποτέλεσμα της τάξης των 600–700 εκατομμυρίων ευρώ θα μπορούσε, υπό διαφορετικά περιθώρια διύλισης, να προσεγγίσει τα 2,5 δισεκατομμύρια.

«Με την ίδια κατεργασία, με την ίδια τεχνολογία, με τις ίδιες ποσότητες αργού πετρελαίου, τα 600 εκατομμύρια έγιναν 2,5 δισεκατομμύρια», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σημειώνεται ότι πρόκειται για συγκριτικό υπολογισμό του συνομιλητή και όχι για δημοσιευμένα καθαρά κέρδη συγκεκριμένης εταιρείας. Το περιθώριο διύλισης δεν ταυτίζεται με το τελικό λογιστικό κέρδος, καθώς μεσολαβούν λειτουργικά έξοδα, αποσβέσεις, χρηματοοικονομικά κόστη και άλλοι παράγοντες.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης ανέφερε ότι αντίστοιχες συνθήκες μπορούν να επηρεάζουν τόσο τη Motor Oil όσο και άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες διύλισης.

Κατά την άποψή του, το ζήτημα που τίθεται είναι πώς κατανέμονται τα οικονομικά οφέλη μιας περιόδου υψηλών ενεργειακών τιμών και ποιο μέρος τους επιστρέφει στην κοινωνία.

«Είμαι υπέρ της φορολόγησης των ουρανοκατέβατων κερδών»

Ο Τέρενς Κουίκ έθεσε ευθέως το ερώτημα αν ο πρώην επικεφαλής των ΕΛΠΕ συμφωνεί με τις προτάσεις για έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων.

Η απάντησή του ήταν σαφής.

«Εγώ είμαι υπέρ της φορολόγησης των ουρανοκατέβατων κερδών, υπό τον όρο ότι τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν για ενεργειακές επενδύσεις με μεγάλο πολλαπλασιαστή».

Ο ίδιος έκανε αναφορά στις έκτακτες φορολογικές παρεμβάσεις προηγούμενων ετών, υποστηρίζοντας ότι τα δυνητικά έσοδα μπορούν να είναι πολύ σημαντικά.

Σύγκρινε, μάλιστα, τα ποσά που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια τέτοια φορολόγηση με το ύψος συγκεκριμένων παρεμβάσεων ανακούφισης των καταναλωτών.

Σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, μια έκτακτη φορολόγηση θα μπορούσε να αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ανά μεγάλη εταιρεία, ανάλογα με τα πραγματικά υπερκέρδη και το φορολογικό πλαίσιο.

Δεν υποστήριξε, ωστόσο, ότι τα χρήματα πρέπει απλώς να διανεμηθούν μέσω επιδομάτων.

Αντίθετα, επέμεινε στην ανάγκη να χρηματοδοτηθούν υποδομές που θα μειώσουν μακροπρόθεσμα το κόστος της ενέργειας.

«Τα Fuel Pass είναι μέτρα-ασπιρίνες»

Από τις πιο αιχμηρές τοποθετήσεις του ήταν εκείνη για τη λογική των κρατικών επιδοτήσεων.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης δεν αμφισβήτησε ότι η οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση.

Υποστήριξε, όμως, ότι τέτοιου είδους μέτρα δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες του ενεργειακού προβλήματος.

«Η λογική των επιδομάτων είναι πρόσκαιρη. Η λογική τού να δίνω ένα Fuel Pass και άλλες ενισχύσεις είναι μέτρα-ασπιρίνες. Δεν λύνουν τίποτα», ανέφερε.

Η πρότασή του επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός μόνιμου χρηματοδοτικού μηχανισμού, ο οποίος θα αξιοποιεί έσοδα από την έκτακτη φορολόγηση των ενεργειακών κερδών για παραγωγικές επενδύσεις.

Μεταξύ αυτών ανέφερε την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, την ανάπτυξη εγχώριων ενεργειακών πηγών και τις υποδομές που μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση της χώρας από τις διεθνείς διακυμάνσεις.

Κατά την εκτίμησή του, μια τέτοια στρατηγική θα είχε πολλαπλασιαστικό όφελος για την οικονομία, σε αντίθεση με την αποκλειστική χρηματοδότηση βραχυπρόθεσμων ενισχύσεων.

Οι υδρογονάνθρακες: «Πέρασαν οκτώ χρόνια και δεν έγινε τίποτα»

Στη συνέχεια ο πρώην CEO των ΕΛΠΕ επανέφερε το ζήτημα της αξιοποίησης των ελληνικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Θύμισε τις συμφωνίες που είχαν υπογραφεί το 2018 για έρευνες σε ελληνικές θαλάσσιες περιοχές, με τη συμμετοχή μεγάλων διεθνών ενεργειακών εταιρειών, όπως η Total και η ExxonMobil.

«Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε. Δεν έγινε απολύτως τίποτα», υποστήριξε, ασκώντας κριτική στον ρυθμό με τον οποίο προχώρησαν οι σχετικές διαδικασίες.

Η διατύπωσή του αποτελεί πολιτικοοικονομική αξιολόγηση της προόδου και όχι κυριολεκτική καταγραφή απουσίας κάθε ερευνητικής δραστηριότητας.

Συνέκρινε, επίσης, την ελληνική περίπτωση με την Κύπρο και το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι οι χώρες αυτές κινήθηκαν ταχύτερα σε συγκεκριμένους τομείς ανάπτυξης των κοιτασμάτων τους.

Για τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η καθυστέρηση μιας μεμονωμένης επένδυσης, αλλά η απουσία μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδιασμού.

Έθεσε, μάλιστα, το ερώτημα γιατί να μην υπάρχει ένα εθνικό ταμείο ανάπτυξης εγχώριων ενεργειακών πηγών, με σταθερή χρηματοδότηση και σαφείς προτεραιότητες.

Πτολεμαΐδα 5, λιγνίτης και η κριτική στην απολιγνιτοποίηση

Η συζήτηση πέρασε στη λιγνιτική παραγωγή και ειδικότερα στην επένδυση της Πτολεμαΐδας 5.

Ο Γρηγόρης Στεργιούλης άσκησε κριτική τόσο στη σημερινή κυβέρνηση όσο και στην προηγούμενη διακυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν τη μετάβαση από τον λιγνίτη σε άλλες μορφές ενέργειας.

Κατά την άποψή του, η διαδικασία της απολιγνιτοποίησης προχώρησε χωρίς να εξασφαλιστεί εγκαίρως ένα επαρκές σύστημα εναλλακτικών εγχώριων ενεργειακών πηγών και αποθήκευσης.

Αναφέρθηκε στην επένδυση της Πτολεμαΐδας 5, την οποία αποτίμησε περίπου στα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, και εξέφρασε την αντίθεσή του στον περιορισμό της αξιοποίησής της.

Επισήμανε ακόμη ότι δημιουργούνται παράδοξα όταν ελληνικές λιγνιτικές πρώτες ύλες αξιοποιούνται εκτός συνόρων και η χώρα εισάγει ηλεκτρική ενέργεια από γειτονικές αγορές.

Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για το καθεστώς λειτουργίας της μονάδας και τις εμπορικές ροές λιγνίτη χρειάζονται επικαιροποιημένη τεκμηρίωση.

Το βασικό επιχείρημά του, πάντως, είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να συνδυάζει την περιβαλλοντική πολιτική με την ασφάλεια εφοδιασμού και την οικονομική αντοχή της χώρας.

Η πρόταση για εθνικό ταμείο ενεργειακής ασφάλειας

Μέσα από τη συνέντευξη αναδείχθηκε μια συγκεκριμένη πρόταση του Γρηγόρη Στεργιούλη: η συγκρότηση ενός εθνικού μηχανισμού επενδύσεων που θα χρηματοδοτείται, μεταξύ άλλων, από έκτακτα φορολογικά έσοδα στον ενεργειακό τομέα.

Ο μηχανισμός αυτός, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, θα μπορούσε να κατευθύνει πόρους στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, στην αξιοποίηση εγχώριων πηγών, στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και στη μείωση του κόστους παραγωγής.

Πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση από την πρακτική των έκτακτων επιδοτήσεων, με έμφαση στις επενδύσεις που θα μπορούσαν να αποδώσουν σε βάθος χρόνου.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση κάθε νέας κρίσης.

Απαιτείται, όπως υποστήριξε, μια σταθερή εθνική στρατηγική που να ξεπερνά τους εκλογικούς κύκλους και τις αλλαγές κυβερνήσεων.

Το τελικό μήνυμα: Ποιος πληρώνει την ενεργειακή κρίση;

Η συνέντευξη του Γρηγόρη Στεργιούλη στη HuffPost ανέδειξε μια βασική αντίφαση που, κατά τον ίδιο, χαρακτηρίζει τη σημερινή ενεργειακή πραγματικότητα.

Από τη μία πλευρά, νοικοκυριά και επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος θέρμανσης, μεταφορών, ηλεκτρικής ενέργειας και βασικών προϊόντων.

Από την άλλη, ορισμένες ενεργειακές δραστηριότητες μπορούν, σε περιόδους μεγάλων αναταράξεων, να εμφανίζουν εξαιρετικά υψηλά περιθώρια κέρδους.

Το ερώτημα που έθεσε δεν αφορά μόνο το ύψος αυτών των κερδών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία επιλέγει να τα αντιμετωπίσει.

Θα περιοριστεί σε προσωρινές επιδοτήσεις και εκκλήσεις προς τις εταιρείες για συγκράτηση των τιμών ή θα αξιοποιήσει τα διαθέσιμα δημοσιονομικά εργαλεία για να χρηματοδοτήσει μια πιο ανθεκτική ενεργειακή οικονομία;

Για τον πρώην CEO των ΕΛΠΕ, η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό φορολόγησης των έκτακτων κερδών και ουσιαστικών επενδύσεων.

Και η σημαντικότερη προειδοποίησή του αφορά τον χρόνο που έρχεται: ακόμη κι αν η Ευρώπη κατορθώσει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες ποσότητες ενέργειας, το πραγματικό πρόβλημα θα παραμένει το κόστος και η δυνατότητα των πολιτών να το πληρώσουν.