Η άκρα δεξιά δεν αποτελεί πλέον περιθωριακή εξαίρεση αλλά μόνιμο παίκτη της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η νέα βάση PopuList καταγράφει ότι το 23% των Ευρωπαίων ψηφίζει πλέον ακροδεξιά κόμματα, έναντι 7% το 2006. Το φαινόμενο εκτείνεται από τον κυβερνητικό χώρο της Ιταλίας έως το FPÖ στην Αυστρία και το Chega στην Πορτογαλία. Το τόξο δεν είναι ενιαίο: άλλο ο δεξιός λαϊκισμός και άλλο ο ανοιχτός νεοναζισμός. Η μεταξύ τους απόσταση, όμως, συχνά μικραίνει.
Στη Γερμανία, η AfD έχει φθάσει έως το 29% πανεθνικά και πλησιάζει το 40% στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου μπορεί να της δώσουν για πρώτη φορά την πρωθυπουργία κρατιδίου. Η ανησυχία εντείνεται από περιστατικά που ξεπερνούν τον σκληρό εθνικισμό: βουλευτής της AfD κατηγορήθηκε για φερόμενο.
Στη Γαλλία η κάλπη είναι κοντά: οι προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν στις 18 Απριλίου και 2 Μαΐου 2027. Η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά προηγούνται στον πρώτο γύρο και εμφανίζονται ικανοί να διεκδικήσουν ακόμη και τη νίκη.
Στην Ισπανία, το Vox κινείται περίπου στο 18%, ενώ νεοναζιστικές ομάδες εμφανίζονται ξανά στους δρόμους με φασιστικούς χαιρετισμούς. Στη Βρετανία, το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ πιέζει το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα, μετατρέποντας τις διελεύσεις μεταναστών στη Μάγχη σε κεντρικό πολιτικό όπλο.
Τι τροφοδοτεί τη στροφή; Ακρίβεια, στεγαστική πίεση, φόβος κοινωνικής υποβάθμισης, αποβιομηχάνιση, ανασφάλεια για μετανάστευση και εγκληματικότητα, πόλεμοι, αλλά κυρίως βαθιά δυσπιστία προς κόμματα και θεσμούς. Τα κοινωνικά δίκτυα πολλαπλασιάζουν τον θυμό, ενώ όταν τα παραδοσιακά κόμματα υιοθετούν την ατζέντα των άκρων, τη νομιμοποιούν.
Δεν είναι κάθε αγανακτισμένος ψηφοφόρος νεοναζί. Όμως κάθε ανοχή στον ναζιστικό χαιρετισμό μετακινεί το όριο του αποδεκτού. Η Ευρώπη θα ανακόψει το κύμα μόνο εάν λύσει τα πραγματικά προβλήματα χωρίς να αντιγράψει το μίσος.