Σε μια συνέντευξη με έντονο πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον στη HuffPost και τον Τέρενς Κουίκ, ο καθηγητής και πρώην υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος τοποθετείται για την υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ, μεταφέροντας το βάρος της συζήτησης από την προσωπική ζωή και τις κοσμικές εμφανίσεις της Αμερικανίδας διπλωμάτη σε ένα πολύ σοβαρότερο, κατά την εκτίμησή του, ζήτημα. Τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε δηλώσεις και συμπεριφορές που, όπως υποστηρίζει, άγγιζαν την εθνική κυριαρχία και τα όρια της διπλωματικής δεοντολογίας.
Ο πρώην επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας εκτιμά ότι η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ συνδέεται πρωτίστως με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες των Ηνωμένων Πολιτειών και τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές. Παράλληλα, ασκεί κριτική στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, συγκρίνει την ελληνική αντίδραση με αντίστοιχες κινήσεις της Γαλλίας και του Βελγίου και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τις διπλωματικές τοποθετήσεις. Απαντά και σε ερωτήσεις για τις δημόσιες πολυσυζητημένες εμφανίσεις της Γκιλφόιλ.
«Η απομάκρυνση έγινε κυρίως για εσωτερικούς αμερικανικούς λόγους»
Στο πρώτο ερώτημα για το τι πραγματικά βρίσκεται πίσω από την απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την Αθήνα, ο Γιώργος Κατρούγκαλος υποστήριξε ότι το κλειδί δεν βρίσκεται τόσο στην Ελλάδα όσο στην αμερικανική εσωτερική πολιτική σκηνή.
Κατά την εκτίμησή του, η διαδικασία ανάκλησης ή εξαναγκασμού σε παραίτηση συνδέεται με το πολιτικό περιβάλλον ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ και με δημοσιεύματα που αφορούν οικονομικά αιτήματα της Γκιλφόιλ πριν από την επικύρωση του διορισμού της από τη Γερουσία.
Ο πρώην υπουργός θεωρεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ αξιολογεί τέτοιες υποθέσεις με κριτήρια που σχετίζονται και με τα προσωπικά και πολιτικά του συμφέροντα.
Όταν ο Τέρενς Κουίκ τον ρώτησε εάν, χωρίς τις ενδιάμεσες εκλογές, η υπόθεση θα μπορούσε να παραμείνει σε εκκρεμότητα, ο Γιώργος Κατρούγκαλος απάντησε καταφατικά, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε θέσει προηγουμένως ζήτημα για τη συμπεριφορά της πρέσβεως.
«Το ερώτημα είναι γιατί δεν αντέδρασε η ελληνική κυβέρνηση»
Εδώ βρίσκεται ίσως, ένα από τα σημαντικά σημεία της συνέντευξης, σε ότι αφορά το πολιτικό σκέλος
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος δεν επικεντρώνεται στις προσωπικές σχέσεις της Γκιλφόιλ πριν από τον διορισμό της, ούτε θεωρεί ότι οι κοσμικές εμφανίσεις της αποτελούν το βασικό πρόβλημα με το οποίο θα μπορούσε να ασχοληθεί η κυβέρνηση.
Επιμένει ότι η Αθήνα όφειλε να είχε αξιολογήσει πολιτικά συγκεκριμένες δημόσιες τοποθετήσεις της Αμερικανίδας πρέσβεως, ιδίως εκείνες που, σύμφωνα με τη δική του απόδοση, υπονοούσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ανατρέπουν κυβερνήσεις όποτε το επιθυμούν.
«Αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολεί ως Έλληνες είναι γιατί δεν υπήρχε σε αυτό το θέμα άμεση αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης», τόνισε.
Ο ίδιος θεωρεί ότι μια τέτοια αναφορά, εφόσον έγινε με το περιεχόμενο που περιγράφει, δεν θα έπρεπε να περάσει χωρίς διπλωματική απάντηση, ιδιαίτερα όταν διατυπώνεται από εκπρόσωπο ξένης δύναμης.
Πρόκειται για σαφή πολιτική κριτική προς την κυβέρνηση, η οποία, κατά τον πρώην υπουργό, αντιμετώπισε με υπερβολική ανοχή μια υπόθεση που απαιτούσε θεσμική αντίδραση.
Οι επιχειρηματικές σχέσεις και τα όρια της οικονομικής διπλωματίας
Η συζήτηση επεκτάθηκε στις σχέσεις της Γκιλφόιλ με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες στην Ελλάδα.
Ο Τέρενς Κουίκ επισήμανε ότι ένας πρέσβης έχει, μεταξύ άλλων, αποστολή να προωθεί τα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα της χώρας του. Επομένως, οι επαφές με επιχειρηματίες αποτελούν φυσιολογικό τμήμα της διπλωματικής δραστηριότητας.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος συμφώνησε με αυτή τη βασική αρχή, αλλά διαχώρισε την οικονομική διπλωματία από ενδεχόμενες προσωπικές συναλλαγές.
Όπως υποστήριξε, η Γκιλφόιλ είχε βρεθεί αντιμέτωπη με επικρίσεις αμερικανικών μέσων ενημέρωσης για πιθανή επιδίωξη προσωπικού οφέλους.
Η επισήμανση αυτή αφορά δημοσιογραφικές καταγγελίες και όχι διαπιστωμένη παρανομία.
Για τον πρώην υπουργό, η ουσία βρίσκεται στη διαφάνεια των σχέσεων ανάμεσα σε διπλωματικούς εκπροσώπους και επιχειρηματικούς παράγοντες.
Ο πρέσβης οφείλει να επιδιώκει τις καλύτερες δυνατές συμφωνίες για τη χώρα του, εξήγησε, αλλά δεν πρέπει να δημιουργούνται προσωπικές εξαρτήσεις ή σχέσεις που θα μπορούσαν να επηρεάζουν τις εμπορικές συναλλαγές.
Η διπλωματία του Τραμπ και οι πρέσβεις προσωπικής επιλογής
Ένα ακόμη σημαντικό σημείο της συνέντευξης αφορά το μοντέλο στελέχωσης των αμερικανικών πρεσβειών επί Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος υποστήριξε ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των πρέσβεων που έχει επιλέξει ο Αμερικανός πρόεδρος προέρχεται από τον προσωπικό, πολιτικό ή επιχειρηματικό του κύκλο και όχι από την επαγγελματική διπλωματική υπηρεσία.
Στη συνέντευξη έκανε λόγο για ποσοστό περίπου 80%, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένη στατιστική τεκμηρίωση.
Κατά την άποψή του, το συγκεκριμένο μοντέλο διορισμών ενδέχεται να δημιουργεί προβλήματα όταν οι προσωπικές σχέσεις και οι πολιτικές εξαρτήσεις υπερισχύουν της παραδοσιακής διπλωματικής πρακτικής.
Αναφέρθηκε επίσης σε περιπτώσεις πρέσβεων στην Τουρκία και στο Ισραήλ, σημειώνοντας ότι αντίστοιχες επιλογές έχουν προκαλέσει συζητήσεις και αντιδράσεις.
Γαλλία και Βέλγιο: Το παράδειγμα της διπλωματικής αντίδρασης
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών χρησιμοποίησε ως παραδείγματα τη Γαλλία και το Βέλγιο, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις τους δεν δίστασαν να ζητήσουν εξηγήσεις από Αμερικανούς διπλωματικούς εκπροσώπους όταν θεώρησαν ότι υπήρχε πρόβλημα με τη συμπεριφορά ή τις δημόσιες παρεμβάσεις τους.
Ειδική αναφορά έκανε στον Αμερικανό πρέσβη στο Παρίσι, Τσαρλς Κούσνερ, πατέρα του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, η γαλλική πλευρά ζήτησε εξηγήσεις και, όταν ο πρέσβης δεν παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως αλλά έστειλε εκπρόσωπο της πρεσβείας, προχώρησε σε περιορισμούς των επαφών του με μέλη της κυβέρνησης.
Το παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε για να αναδειχθεί η διαφορετική στάση που, κατά τον Κατρούγκαλο, μπορούν να τηρούν ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πολιτικό του συμπέρασμα ήταν ότι η διατήρηση στενών συμμαχικών σχέσεων δεν αποκλείει την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας ούτε την απαίτηση σεβασμού των διπλωματικών κανόνων.
Οι πρέσβεις εκ προσωπικοτήτων στην Ελλάδα
Ο Τέρενς Κουίκ έθεσε στη συνέχεια το ερώτημα κατά πόσο η Ελλάδα ακολουθεί αντίστοιχη πρακτική διορισμού πρέσβεων εκ προσωπικοτήτων.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος εξήγησε ότι και στην ελληνική διπλωματία υπάρχει αυτή η δυνατότητα, αλλά εφαρμόζεται σε περιορισμένη κλίμακα και με διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό, ο οποίος υπηρέτησε ως πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, αλλά και στην επιλογή πανεπιστημιακών με ειδίκευση στο διεθνές δίκαιο για θέσεις που συνδέονται με ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως εκείνοι που εδρεύουν στο Στρασβούργο.
Ο πρώην υπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν έχει αντιμετωπίσει ανάλογα φαινόμενα με εκείνα που ο ίδιος αποδίδει στην περίπτωση Γκιλφόιλ, εκφράζοντας την ελπίδα ότι αυτό θα συνεχιστεί.
«Η πρεσβεία ίσως βρίσκεται τώρα σε καλύτερα χέρια»
Με την αποχώρηση της Γκιλφόιλ, ο Τέρενς Κουίκ έθεσε και το πρακτικό ζήτημα της λειτουργίας της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα υπό τον επιτετραμμένο.
Η απάντηση του Κατρούγκαλου ήταν χαρακτηριστική:
«Να σου πω την αλήθεια, σε καλύτερα χέρια φαίνεται να είναι».
Πρόκειται για προσωπική εκτίμηση του πρώην υπουργού, ο οποίος στη συνέχεια επανήλθε στην ανάγκη να αντιμετωπίζεται η διπλωματία με θεσμικούς και όχι επικοινωνιακούς όρους.
Η προσωρινή εκπροσώπηση μιας χώρας από επιτετραμμένο αποτελεί καθιερωμένη διπλωματική πρακτική όταν η θέση του πρέσβη παραμένει κενή. Δεν σημαίνει διακοπή ή υποβάθμιση των διπλωματικών σχέσεων.
«Ασχολούμασταν με τη Μύκονο, τον Αργυρό και τα λαμέ»
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης, ο Γιώργος Κατρούγκαλος διαφώνησε με την έμφαση που δόθηκε από μεγάλο μέρος των ελληνικών μέσων ενημέρωσης στην κοσμική δραστηριότητα της Αμερικανίδας πρέσβεως.
Η Μύκονος, οι εμφανίσεις με τον Κωνσταντίνο Αργυρό, οι ενδυματολογικές επιλογές και τα περιστατικά της καθημερινότητάς της είχαν καταλάβει, όπως επισήμανε, δυσανάλογα μεγάλο μέρος της δημοσιότητας.
Για τον ίδιο, όμως, το πρόβλημα ήταν πολύ σοβαρότερο.
Επανέφερε το ζήτημα των δηλώσεων που απέδωσε στην πρέσβη για τη δυνατότητα αμερικανικών παρεμβάσεων σε κυβερνήσεις άλλων χωρών, καθώς και των συναλλαγών που, κατά τους ισχυρισμούς του, ενδέχεται να πραγματοποιούνταν χωρίς την αναγκαία διαφάνεια.
Η τοποθέτησή του αποτυπώνει και μια ευρύτερη διάσταση της συζήτησης: κατά πόσο η προβολή της προσωπικής ζωής ενός διπλωμάτη μπορεί να επισκιάζει ζητήματα που αφορούν την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.
Η επιστροφή στο υπουργείο Εξωτερικών και η σημερινή διεθνής κρίση
Προς το τέλος της συζήτησης, ο Τέρενς Κουίκ έθεσε στον Γιώργο Κατρούγκαλο ένα προσωπικό ερώτημα: αν του λείπει το υπουργείο Εξωτερικών.
Ο πρώην υπουργός δεν έκρυψε τη συναισθηματική του σύνδεση με εκείνη την περίοδο της πολιτικής του διαδρομής.
«Δεν μπορώ να σου κρύψω ότι πράγματι ήταν μία από τις καλύτερες περιόδους της ζωής μου», ανέφερε, εξηγώντας ότι η εκπροσώπηση της πατρίδας στο εξωτερικό αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημερινή του ενασχόληση με ζητήματα διεθνούς πολιτικής και δικαιωμάτων, σε μια περίοδο που, όπως σημείωσε, χαρακτηρίζεται από βαθιά κρίση τόσο στο πεδίο των δικαιωμάτων όσο και στις διεθνείς σχέσεις.
«Αν συναντούσα την Γκιλφόιλ, θα τη χαιρετούσα»
Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με μια ερώτηση που έδωσε την ευκαιρία στον πρώην υπουργό να διαχωρίσει την πολιτική κριτική από την προσωπική συμπεριφορά.
Ο Τέρενς Κουίκ τον ρώτησε τι θα έλεγε στην Κίμπερλι Γκιλφόιλ εάν τη συναντούσε μπροστά του.
Η απάντηση ήταν απλή:
«Θα τη χαιρετούσα, τι να κάνω;»
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος πρόσθεσε ότι η ευπρέπεια και ο σεβασμός πρέπει να χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ανεξάρτητα από τις πολιτικές διαφωνίες.
Άλλωστε, όπως υπενθύμισε, όσο η Γκιλφόιλ υπηρετούσε στην Αθήνα εκπροσωπούσε μια μεγάλη δύναμη, τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η τελευταία αυτή τοποθέτηση ολοκλήρωσε μια συζήτηση στην οποία ο πρώην υπουργός διατύπωσε έντονη κριτική για τη διπλωματική συμπεριφορά της Γκιλφόιλ και τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, επιμένοντας ταυτόχρονα στη σημασία του θεσμικού σεβασμού.