Σαν σήμερα, στις 17 Αυγούστου 1938, γεννήθηκε ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Ένας πολιτικός με τον οποίο με συνέδεσε προσωπική φιλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούσα μαζί του ή ότι του συγχωρώ πολιτικές συμπεριφορές και επιλογές. Δεν του συγχώρεσα ποτέ το περιβόητο «πανί» για την ελληνική σημαία στα Ίμια, ούτε τους χειρισμούς στην υπόθεση Οτσαλάν. Ούτε βέβαια την υπεροπτική συμπεριφορά του απέναντι στον Δημήτρη Αβραμόπουλο, την οποία τελικά πλήρωσε πολιτικά στη μάχη για τον Δήμο Αθηναίων.
Υπήρξε όμως μία φράση του Πάγκαλου που έμεινε στην Ιστορία και, όσο κι αν εξόργισε, είχε μέσα της μια μεγάλη και άβολη αλήθεια:
«Μαζί τα φάγαμε».
Δεν εννοούσε ασφαλώς ότι όλοι οι Έλληνες έκλεψαν δημόσιο χρήμα ή ότι είχαν όλοι την ίδια ευθύνη με εκείνους που διαχειρίζονταν τα κρατικά ταμεία. Αυτό θα ήταν και άδικο και ιστορικά ανακριβές.
Περιέγραφε όμως με τον δικό του τρόπο το πελατειακό σύστημα που για δεκαετίες δηλητηρίασε την ελληνική πολιτική ζωή.
Ο πολιτικός διόριζε το παιδί του ψηφοφόρου. Ο βουλευτής τηλεφωνούσε για μια μετάθεση. Ο υπουργός τακτοποιούσε έναν συγγενή, έναν φίλο, έναν κομματικό παράγοντα. Κάποιος ζητούσε μια άδεια, κάποιος άλλος μια ευνοϊκή ρύθμιση, ένας τρίτος μια θέση στο Δημόσιο.
Και απέναντι στην εξυπηρέτηση υπήρχε η προσδοκία της ψήφου.
Ένα ατελείωτο δούναι και λαβείν πολιτικών και πολιτών.
Μόνο που ο λογαριασμός δεν πληρωνόταν από εκείνον που έκανε το ρουσφέτι ούτε από εκείνον που το απολάμβανε. Πληρωνόταν από το δημόσιο ταμείο. Δηλαδή από τους φόρους όλων των πολιτών, ακόμη και εκείνων που δεν είχαν ζητήσει ποτέ τίποτα.
Αυτό ήταν το πραγματικό δράμα του πελατειακού κράτους: ο καθένας έβλεπε μπροστά του το προσωπικό του πρόβλημα και όχι τον συλλογικό λογαριασμό.
Ο πολίτης έλεγε «βόλεψε το παιδί μου». Ο πολιτικός απαντούσε «θυμήσου με στην κάλπη». Και κάπως έτσι χτίστηκε επί δεκαετίες μια αλυσίδα εξυπηρετήσεων που κόστισε ακριβά στη χώρα.
Γι’ αυτό, όσο άκομψα, προκλητικά και ισοπεδωτικά κι αν το είπε ο Πάγκαλος, η ουσία της καταγγελίας του δεν μπορεί να διαγραφεί.
Ναι, σε εκείνο το πελατειακό σύστημα, πολιτικοί και ένα μέρος της κοινωνίας πράγματι «μαζί τα τρώγανε».
Το μεγάλο ζητούμενο είναι να μην ξαναστρωθεί ποτέ αυτό το τραπέζι. Δυστυχως όμως εξακολουθεί να είναι στρωμένο με διάφορα: vouchers, market pass, επιδόματα, εποχικούς και οτιδήποτε συντηρεί την οσμή της κάλπης