Στις 25 Σεπτεμβρίου 1996, ο Κώστας Σημίτης ορκίζεται επικεφαλής της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, τρεις ημέρες μετά τις εκλογές της 22ας Σεπτεμβρίου. Είχε ήδη διαδεχθεί τον Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία από τον Ιανουάριο, αλλά πλέον διέθετε τη δική του εκλογική εντολή.
Το ΠΑΣΟΚ είχε συγκεντρώσει 41,49% και 162 έδρες, έναντι 38,12% και 108 εδρών της Νέας Δημοκρατίας. Ο Μιλτιάδης Έβερτ ανέλαβε την ευθύνη της ήττας και παραιτήθηκε από την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τα Ίμια, το «ευχαριστώ» και οι γκρίζες ζώνες
Η πρώτη μεγάλη κρίση της πρωθυπουργίας Σημίτη είχε προηγηθεί των εκλογών του Σεπτεμβρίου. Τον Ιανουάριο του 1996, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν στα πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης για τις βραχονησίδες Ίμια.
Τη νύχτα της 30ής προς 31η Ιανουαρίου, η ένταση κορυφώθηκε με την αποβίβαση Τούρκων κομάντος στη Μικρή Ίμια. Τρεις Έλληνες αξιωματικοί, ο Χριστόδουλος Καραθανάσης, ο Παναγιώτης Βλαχάκος και ο Έκτορας Γιαλοψός, έχασαν τη ζωή τους όταν κατέπεσε το ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού.
Η αμερικανική παρέμβαση οδήγησε στην αποκλιμάκωση, με αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων και των σημαιών. Ο Σημίτης ευχαρίστησε δημοσίως την αμερικανική κυβέρνηση από το βήμα της Βουλής, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι αποφεύχθηκε ο πόλεμος χωρίς να τεθεί υπό διαπραγμάτευση η ελληνική κυριαρχία. Οι επικριτές της υποστήριξαν ότι ο χειρισμός της κρίσης άνοιξε τον δρόμο για την τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών».
Η διάκριση έχει σημασία: τα Ίμια δεν μετατράπηκαν νομικά σε περιοχή αδιευκρίνιστης κυριαρχίας με κάποια συμφωνία. Η Τουρκία αμφισβήτησε την ελληνική κυριαρχία και διεύρυνε τις σχετικές διεκδικήσεις της στο Αιγαίο, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί και ορθώς, να υπερασπίζεται τις βραχονησίδες ως αδιαμφισβήτητο ελληνικό έδαφος.
Το Χρηματιστήριο και οι περιουσίες που χάθηκαν
Το 1999, το Χρηματιστήριο Αθηνών έγινε μαζικό κοινωνικό φαινόμενο. Χιλιάδες Έλληνες, πολλοί χωρίς προηγούμενη επενδυτική εμπειρία, τοποθετούσαν τις αποταμιεύσεις τους σε μετοχές, παρασυρμένοι από την προσδοκία γρήγορου πλουτισμού.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1999, ο Γενικός Δείκτης έφτασε στο ιστορικό υψηλό των περίπου 6.355 μονάδων. Ακολούθησε παρατεταμένη κατάρρευση, με ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες στις μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης.
Οικογένειες είδαν αποταμιεύσεις ετών να εξανεμίζονται. Άλλοι είχαν δανειστεί για να αγοράσουν μετοχές, άλλοι είχαν επενδύσει χρήματα που προορίζονταν για σπίτια, σπουδές ή συνταξιοδότηση.
Η κυβέρνηση Σημίτη δέχθηκε έντονη κριτική για το κλίμα ευφορίας που καλλιεργήθηκε και για την επάρκεια των μηχανισμών εποπτείας. Η κατάρρευση, ωστόσο, δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη ότι η κυβέρνηση οργάνωσε χρηματιστηριακή απάτη. Οι πολιτικές ευθύνες, οι πρακτικές χειραγώγησης επιμέρους μετοχών και οι ποινικές ευθύνες συγκεκριμένων προσώπων είναι διαφορετικά ζητήματα.
Το εκλογικό θρίλερ του 2000: Νίκη με διαφορά μόλις 73.133 ψήφων
Στις 9 Απριλίου 2000, ο Κώστας Σημίτης αντιμετώπισε τον Κώστα Καραμανλή σε μία από τις πιο αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις της Μεταπολίτευσης.
Η βραδιά εξελίχθηκε σε πραγματικό θρίλερ. Η εικόνα της καταμέτρησης άλλαζε και τα δύο μεγάλα κόμματα περίμεναν μέχρι αργά για να ξεκαθαρίσει το αποτέλεσμα.
Τελικά, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε με 43,80% και 158 έδρες, έναντι 42,73% και 125 εδρών της Νέας Δημοκρατίας. Η διαφορά περιορίστηκε στις 73.133 ψήφους, περίπου 1,07 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο Σημίτης εξασφάλισε δεύτερη συνεχόμενη εκλογική νίκη και νέα τετραετία. Η κυβέρνηση, όμως, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις συνέπειες της χρηματιστηριακής κατάρρευσης, την κοινωνική δυσαρέσκεια και τις καταγγελίες για διαφθορά.
Το ευρώ και η ισοτιμία των 340,75 δραχμών
Η ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση αποτέλεσε κεντρικό στόχο του Κώστα Σημίτη.
Η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2001 και τα χαρτονομίσματα και κέρματα κυκλοφόρησαν την 1η Ιανουαρίου 2002.
Η οριστική ισοτιμία καθορίστηκε σε:
1 ευρώ = 340,75 δραχμές.
Η μετάβαση συνοδεύτηκε από σημαντική αλλαγή στην καθημερινή οικονομική ζωή. Η στρογγυλοποίηση τιμών προς τα πάνω σε επιμέρους αγαθά και υπηρεσίες, μαζί με την εξέλιξη μισθών και κόστους ζωής, τροφοδότησε την αίσθηση ότι η αγοραστική δύναμη περιορίστηκε.
Η κριτική για την επιλεγμένη ισοτιμία παραμένει μέρος της δημόσιας συζήτησης. Το ουσιαστικό οικονομικό ζήτημα αφορά τη μετέπειτα εξέλιξη των τιμών, των εισοδημάτων, της ανταγωνιστικότητας και τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής.
Οι καταγγελίες για διαφθορά και τα σκάνδαλα
Η δεύτερη τετραετία Σημίτη συνοδεύτηκε από αυξανόμενες καταγγελίες για διαφθορά, πελατειακές σχέσεις, αδιαφανείς συμβάσεις και προβλήματα στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Η υπόθεση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και η μεταγενέστερη καταδίκη του Άκη Τσοχατζόπουλου, καθώς και οι υποθέσεις που συνδέθηκαν με τη Siemens, επανέφεραν στο προσκήνιο ζητήματα της περιόδου Σημίτη.
Δεν είχαν όλες οι υποθέσεις την ίδια δικαστική κατάληξη, ούτε αποδείχθηκε προσωπική ποινική ευθύνη του πρώην πρωθυπουργού.
Πολιτικά, ωστόσο, οι καταγγελίες αυτές τροφοδότησαν την αντιπαράθεση γύρω από την απόσταση ανάμεσα στο διακηρυγμένο σχέδιο εκσυγχρονισμού και στις πρακτικές που αποκαλύφθηκαν σε τμήματα του κρατικού μηχανισμού.
Το τέλος της οκταετίας και η νίκη Καραμανλή
Στις αρχές του 2004, ο Κώστας Σημίτης ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Τη σκυτάλη παρέλαβε ο Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος οδήγησε το κόμμα στις εκλογές της 7ης Μαρτίου.
Η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή επικράτησε με 45,36% και 165 έδρες, έναντι 40,55% και 117 εδρών του ΠΑΣΟΚ.
Η εκλογική ήττα σήμανε το τέλος της οκταετούς διακυβέρνησης Σημίτη, παρότι ο ίδιος δεν ήταν πλέον αρχηγός του ΠΑΣΟΚ στην αναμέτρηση.
Μια οκταετία που εξακολουθεί να προκαλεί συζήτηση
Η διακυβέρνηση Σημίτη συνδέθηκε με την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων, την ανάπτυξη υποδομών και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Συνδέθηκε, όμως, και με την κρίση των Ιμίων, την τουρκική αμφισβήτηση στο Αιγαίο, τη χρηματιστηριακή κατάρρευση, τις αντιπαραθέσεις για την αγοραστική δύναμη μετά την εισαγωγή του ευρώ και τις καταγγελίες για διαφθορά.
Η 25η Σεπτεμβρίου 1996 υπήρξε η αφετηρία της πρώτης κυβέρνησης Σημίτη με δική της εκλογική εντολή. Η ιστορική συζήτηση για όσα ακολούθησαν παραμένει ανοιχτή, με διαφορετικές εκτιμήσεις για τα οικονομικά και θεσμικά αποτελέσματα της οκταετίας και για το κοινωνικό κόστος των επιλογών της.