Το έκτο και τελευταίο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό» δεν ήταν απλώς μια τηλεοπτική αναδρομή στο δραματικό καλοκαίρι του 2015. Ήταν μια πολιτική νεκροψία των ημερών κατά τις οποίες η Ελλάδα βρέθηκε, πραγματικά, ένα βήμα πριν από την έξοδο από το ευρώ. Και μέσα σε αυτή τη σκοτεινή διαδρομή, η μαρτυρία του Προκόπη Παυλόπουλου φωτίζει έναν καθοριστικό θεσμικό ρόλο: εκείνον του Προέδρου της Δημοκρατίας που, όπως ο ίδιος περιγράφει, έθεσε το ύστατο όριο. Το «όχι» του δημοψηφίσματος δεν μπορούσε, δεν έπρεπε και δεν θα άφηνε να μεταφραστεί σε έξοδο από την ευρωζώνη.
Το τελευταίο επεισόδιο του «Στο Χιλιοστό» επανέφερε στην οθόνη τις πιο φορτισμένες στιγμές της ελληνικής κρίσης: τις ουρές στα ΑΤΜ, τις κλειστές τράπεζες, την αγωνία για τις καταθέσεις, τις συγκεντρώσεις του «ναι» και του «όχι», τα τηλεοπτικά πάνελ σε κατάσταση πολιτικού πολέμου και μια κοινωνία μοιρασμένη ανάμεσα στον θυμό, τον φόβο, την ελπίδα και τον πανικό.
Το ντοκιμαντέρ στάθηκε στις ημέρες από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος μέχρι την τελική, εξαντλητική διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες. Η Ελλάδα είχε χάσει τη δόση προς το ΔΝΤ. Οι τράπεζες ήταν κλειστές. Η εμπιστοσύνη των εταίρων είχε καταρρεύσει. Και στην Ευρώπη, όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν, υπήρχαν πλέον κυβερνήσεις που δεν συζητούσαν απλώς σκληρότερα μέτρα, αλλά την ίδια την αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ.
Στο πιο κρίσιμο σημείο αυτής της αφήγησης εμφανίζεται ο Προκόπης Παυλόπουλος. Όχι ως διακοσμητικός Πρόεδρος, αλλά ως θεσμικός παράγοντας που αντιλήφθηκε ότι η χώρα κινδύνευε να περάσει, μέσα σε λίγες ώρες, από τη λαϊκή εντολή του δημοψηφίσματος σε μια ανεξέλεγκτη εθνική περιπέτεια.
Ο ίδιος επανέλαβε ότι, αμέσως μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, επικοινώνησε με τον Αλέξη Τσίπρα και του ζήτησε να ξεκαθαρίσει δημοσίως και πολιτικά ότι το «όχι» δεν σήμαινε έξοδο από την ευρωζώνη. Σήμαινε, όπως έπρεπε να διατυπωθεί, επανέναρξη της διαπραγμάτευσης. Και εκεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας έβαλε το δικό του κόκκινο όριο: αν αυτό δεν γινόταν σαφές, ο ίδιος είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν μπορούσε να παραμείνει στη θέση του.
Αυτή η φράση είναι ίσως η πιο βαριά θεσμική στιγμή του επεισοδίου. Διότι δείχνει ότι στο Προεδρικό Μέγαρο δεν υπήρχε απλώς ανησυχία. Υπήρχε συναγερμός. Ο Παυλόπουλος έβλεπε ότι το αποτέλεσμα του 61% μπορούσε να παρερμηνευθεί, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά, ως εντολή ρήξης με το ευρώ. Και ακριβώς εκεί παρενέβη για να κλείσει κάθε τέτοιο ενδεχόμενο.
Η δεύτερη κρίσιμη κίνηση του τότε Προέδρου ήταν η σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών. Όπως ανέφερε, είχε προηγηθεί επικοινωνία του με τον Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος του μετέφερε το δραματικό μήνυμα ότι ο χρόνος τελείωνε. Η Ελλάδα έπρεπε να εμφανιστεί με ενιαία γραμμή. Όχι την επόμενη εβδομάδα. Όχι «κάποια στιγμή». Αμέσως.
Το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών, υπό τον Παυλόπουλο, λειτούργησε ως η τελευταία θεσμική γέφυρα ανάμεσα στο εσωτερικό πολιτικό χάος και στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις. Εκεί επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί η ελάχιστη εθνική συνεννόηση: η Ελλάδα παραμένει στην ευρωζώνη, διαπραγματεύεται συμφωνία, δεν διολισθαίνει στη δραχμή.
Το επεισόδιο ανέδειξε και το πόσο οριακή ήταν η κατάσταση στην Ευρώπη. Ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ εμφανίζεται να λέει ότι δεκαπέντε χώρες ήθελαν την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Η αναφορά αυτή είναι αποκαλυπτική. Δείχνει ότι το Grexit δεν ήταν πια θεωρητικό σενάριο ούτε απειλή για διαπραγματευτική χρήση. Ήταν, για αρκετούς στην Ευρώπη, πραγματική επιλογή στο τραπέζι.
Ακόμη πιο δραματική ήταν η μαρτυρία του Ματέο Ρέντσι, ο οποίος περιέγραψε ότι σε κάποια στιγμή πίστεψε πως η Ευρώπη είχε χάσει την Ελλάδα. Η φράση του αποδίδει το κλίμα εκείνων των ωρών: μια χώρα ιδρυτικό μέλος του ευρωπαϊκού Νότου, με ιστορικό και πολιτικό βάρος, κινδύνευε να βρεθεί έξω από τον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.
Το ντοκιμαντέρ στάθηκε και στις ταπεινωτικές απαιτήσεις που τέθηκαν στη διαπραγμάτευση, στις σκληρές ισορροπίες ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες και στις πιέσεις προς την τότε ελληνική κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά, ο Γιούνκερ, ο Ολάντ και ο Ρέντσι εμφανίζονται ως πρόσωπα που επιχείρησαν να αποτρέψουν την οριστική ρήξη. Από την άλλη, υπήρχαν χώρες που είχαν πια καταλήξει ότι η Ελλάδα έπρεπε να βγει από το ευρώ, έστω προσωρινά, έστω με κόστος για ολόκληρη την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η μαρτυρία για το τηλεφώνημα Τσίπρα με τον Βλαντιμίρ Πούτιν δίνει μια ακόμη διάσταση στο αδιέξοδο. Σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν, ο Ρώσος Πρόεδρος δεν μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια, παρά μόνο να μιλήσει ευνοϊκά στη Μέρκελ. Ήταν η στιγμή που, όπως ειπώθηκε, κατέρρευσε το αφήγημα ότι υπήρχε διαθέσιμη εναλλακτική έξω από την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση.
Το ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα του επεισοδίου είναι ότι το «όχι» του δημοψηφίσματος έγινε τελικά «ναι» στην παραμονή στο ευρώ, επειδή μπροστά στον γκρεμό η πραγματικότητα επέβαλε τη δική της γλώσσα. Η κυβέρνηση Τσίπρα αναγκάστηκε να αναζητήσει συμφωνία. Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έπρεπε να αποφασίσουν αν θα κρατήσουν την Ελλάδα εντός. Και οι ελληνικοί θεσμοί έπρεπε να αποτρέψουν την εθνική εκτροπή.
Σε αυτή την τελευταία διάσταση βρίσκεται και η σημασία του Προκόπη Παυλόπουλου. Η παρέμβασή του, όπως παρουσιάστηκε, δεν είχε επικοινωνιακό χαρακτήρα. Ήταν παρέμβαση θεσμικής αυτοσυντήρησης της Δημοκρατίας και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Ο τότε Πρόεδρος δεν αμφισβήτησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Απαίτησε, όμως, να μη χρησιμοποιηθεί ως όχημα για κάτι που δεν είχε τεθεί καθαρά στην κρίση του ελληνικού λαού: την έξοδο από το ευρώ.
Το «Στο Χιλιοστό» θύμισε ότι το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν απλώς μια κρίσιμη στιγμή της μεταπολίτευσης. Ήταν μια οριακή στιγμή εθνικής επιβίωσης. Και μέσα σε εκείνες τις ώρες, ο Προκόπης Παυλόπουλος εμφανίζεται ως ο θεσμικός παράγοντας που επέμεινε στο αυτονόητο, όταν το αυτονόητο είχε γίνει αβέβαιο: ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να χαθεί μέσα στη σύγχυση, την οργή και τον πειρασμό της ρήξης.
Και τελικά η Ελλάδα στάθηκε όρθια. Για να έρθουν τώρα τελευταία οι ξένοι πρωταγωνιστές το αδυσώπητου μνημονίου να παραδεχτούν τα λάθη τους, τις λάθος συνταγές και κάποιοι να εξακολουθούν να δείχνουν μίσος τους για μια χώρα που δεν υπέκυψε ούτε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο…