Σαν σήμερα, στις 29 Μαΐου 2017, έφυγε από τη ζωή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ο Κωστής Χατζηδάκης τον θυμήθηκε ως έναν πολιτικό μπροστά από την εποχή του. Και νομίζω ότι αυτή η φράση, όσο απλή κι αν ακούγεται, περιγράφει με ακρίβεια την ουσία του ανθρώπου που γνώρισα από κοντά: έναν μεγάλο μεταρρυθμιστή, που αν είχε αφεθεί να ολοκληρώσει όσα πίστευε, η Ελλάδα ίσως να είχε αποφύγει πολλά από όσα έζησε αργότερα. Και πόσο μάλλον τα μνημόνια.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν ήταν ένας πολιτικός που περιοριζόταν στα εύκολα. Δεν κυνηγούσε το χειροκρότημα της στιγμής. Δεν του ταίριαζε η δημαγωγία, ούτε η πολιτική της αναβολής. Είχε, αντιθέτως, μια σχεδόν ενοχλητική για την εποχή του προσήλωση στην αλήθεια. Έλεγε πράγματα πριν γίνουν μόδα. Και πλήρωσε πολλές φορές το τίμημα γι’ αυτό.
Προερχόμενος από τον χώρο της πολιτικής παράδοσης, είχε όμως μέσα του κάτι βαθιά σύγχρονο: πίστευε ότι το κράτος δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιχειρεί παντού. Όχι γιατί αδιαφορούσε για τον πολίτη. Το αντίθετο. Ακριβώς επειδή ήθελε ένα κράτος χρήσιμο, σοβαρό, αποτελεσματικό. Ένα κράτος που θα στέκεται εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται: στην παιδεία, στην υγεία, στην πρόνοια, στην προστασία των αδύναμων. Όχι ένα κράτος-επιχειρηματία, που συχνά γινόταν συνώνυμο της σπατάλης, της αδιαφάνειας και της κομματικής εξυπηρέτησης.
Το επιχειρείν, πίστευε, ανήκει κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Με κανόνες, με εποπτεία, με κοινωνική ευθύνη, αλλά όχι με το κράτος να παριστάνει τον επιχειρηματία σε κάθε γωνιά της οικονομίας. Αυτή ήταν μια άποψη που μου την είχε πει πολλές φορές στις κατ ιδίαν συζητήσεις μας. Και είχαμε πολλές ευκαιρίες πολύ περισσότερο στα πολλά ταξίδια που κάναμε μαζί, εκείνος ως υπουργός εξωτερικών πρώτα και μετά ως πρωθυπουργός και εγώ ως δημοσιογράφος της ΕΡΤ και του ΑΝΤ1. Ο μόνος που τον ακολουθούσε. Άποψη που σήμερα μπορεί να ακούγεται αυτονόητη σε πολλούς. Τότε, όμως, ήταν σχεδόν αιρετική.
Η απόπειρα ιδιωτικοποίησης των λεωφορείων δεν προχώρησε όπως ο ίδιος θα ήθελε. Έμειναν εκείνες οι θλιβερές ιστορίες με τους Σταμουλοκολάδες, οι συγκρούσεις, οι αντιδράσεις, οι γνωστές παθογένειες μιας Ελλάδας που φοβόταν κάθε αλλαγή πριν καν τη συζητήσει. Το ίδιο πνεύμα είχε και στην Ολυμπιακή. Ήθελε την εξυγίανσή της, ξεκινώντας από το Olympic Catering. Θυμάμαι το «ντου» που είχε κάνει ο Κίμωνας Κουλούρης στις εγκαταστάσεις του catering στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού, για να αποτρέψει την όποια ιδιωτικοποίηση. Ήταν εικόνες μιας άλλης Ελλάδας, που όμως εξηγούν πολλά για το πώς φτάσαμε αργότερα στα αδιέξοδα.
Ο Μητσοτάκης ήθελε να βάλει τάξη και στο ασφαλιστικό. Όχι από εμμονή με τους αριθμούς, αλλά γιατί έβλεπε καθαρά ότι τα ασφαλιστικά ταμεία παρέπαιαν. Έβλεπε το πρόβλημα πριν γίνει βόμβα. Ήξερε ότι ένα σύστημα που υπόσχεται χωρίς να αντέχει, στο τέλος τιμωρεί πρώτα τους ίδιους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Και εδώ, όπως και αλλού, η χώρα προτίμησε για χρόνια να κρύβει τη σκόνη κάτω από το χαλί.
Τον θυμάμαι να σκέφτεται με απίστευτη οξύτητα ακόμη και ζητήματα που άλλοι πολιτικοί θα προσπερνούσαν ως «λεπτομέρειες». Μπροστά μου είχε πάρει τηλέφωνο τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Συντονισμού, Στέφανο Μάνο, για να του πει ότι πρέπει να ληφθούν θετικά μέτρα για τους Έλληνες που αγαπούν τη θάλασσα και θέλουν να αγοράσουν ένα μικρό σκάφος. Ένα φουσκωτό, ένα ψαροκάικο. Όχι για λόγους πολυτέλειας, αλλά γιατί έβλεπε την αλυσίδα της οικονομίας: τα νησιά, τα καρνάγια, τους τεχνίτες, τα μικρά λιμάνια, την τοπική αγορά.
Πόσες φορές δεν μου είχε πει: γιατί τα κότερα και τα σκάφη αναψυχής με ξένες σημαίες να μη γυρίσουν σε ελληνικές σημαίες, με ένα φορολογικό καθεστώς που θα αφήνει έσοδα στο ελληνικό κράτος και ταυτόχρονα θα διευκολύνει τους Έλληνες ιδιοκτήτες τους; Και είχε δίκιο. Γιατί δεν είναι όλοι όσοι έχουν ένα σκάφος αναψυχής, εφοπλιστές και μεγαλοκαρχαρίες. Υπάρχουν και άνθρωποι που αγαπούν τη θάλασσα, που δουλεύουν, που ξοδεύουν στην Ελλάδα, που μπορούν να στηρίξουν μια ολόκληρη παράκτια οικονομία.
Γι’ αυτό και προσωπικά πιστεύω και το λέω καθαρά, ότι αν τον είχε αφήσει τότε το ΠΑΣΟΚ να προχωρήσει, η Ελλάδα θα είχε νοικοκυρευτεί σε σημαντικό βαθμό. Ίσως να μην είχαμε φτάσει στα μνημόνια. Ίσως να είχαμε αντιμετωπίσει νωρίτερα τα προβλήματα που αργότερα μας καταπλάκωσαν. Δεν λέω ότι δεν έκανε λάθη. Κανένας πολιτικός που δουλεύει πολύ δεν αποφεύγει τα λάθη. Όμως είχε κατεύθυνση. Είχε σχέδιο. Και κυρίως είχε το θάρρος να λέει πράγματα που η κοινωνία δεν ήθελε ακόμη να ακούσει.
Είχα την τύχη, επαναλαμβάνω, να τον ζήσω πολύ έντονα, ως δημοσιογράφος του ΑΝΤ1, αλλά και νωρίτερα. Ήμουν πάντα δίπλα του, σε ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και αυτό έχει σημασία: ήξερε ότι πολιτικά ήμουν παιδί του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δεν το έκρυβα. Δεν το έκρυβε κι εκείνος ότι το ήξερε. Αλλά ποτέ δεν μου το χρέωσε. Στο σπίτι του μπαινόβγαινα σαν οικογένεια.
Και εδώ θέλω να πω κάτι που αφορά εμένα ως δημοσιογράφο. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν μου ζήτησε ποτέ το παραμικρό δημοσιογραφικό ρουσφέτι. Ποτέ. Δεν μου είπε ποτέ τι να πω και τι να μην πω. Δεν μου έκανε ποτέ παράπονο για κριτικές που του ασκούσα κατά καιρούς. Και του ασκούσα, όταν έκρινα ότι έπρεπε. Αυτό, για όσους γνωρίζουν την πολιτική και τη δημοσιογραφία από μέσα, δεν είναι μικρό πράγμα. Δείχνει αυτοπεποίθηση. Δείχνει σεβασμό στον ρόλο του άλλου. Δείχνει πολιτικό μέγεθος.
Από τα δεκάδες ταξίδια που κάναμε μαζί, έχω κρατήσει αμέτρητα περιστατικά. Άλλα πολιτικά, άλλα ανθρώπινα, άλλα σχεδόν κινηματογραφικά. Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο. Θα σταθώ μόνο σε ένα, γιατί δείχνει και την πάστα του ανθρώπου.
Σε ένα επίσημο ταξίδι στο εξωτερικό, χωρίς να αποκαλύψω τη χώρα και τα ονόματα, βρεθήκαμε σε επίσημο δείπνο με ομόλογό του πρωθυπουργό. Το τραπέζι ξεκίνησε με σαμπάνια για το καλωσόρισμα. Μετά ήρθε λευκό κρασί με το ψάρι. Μετά κόκκινο κρασί με το κρέας. Μετά ένα ντόπιο λικέρ. Και κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σκέφτηκε να βγάλει και ένα μπουκάλι κρητική τσικουδιά. Ήπιαν όλοι από ένα ποτηράκι. Εκείνος, αν θυμάμαι καλά, ήπιε δύο ή τρία.
Η εικόνα μετά το τέλος του επίσημου δείπνου ήταν απίστευτη. Θυμάμαι τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών εκείνης της χώρας να τους πηγαίνουν σχεδόν σηκωτούς στο αυτοκίνητο τέσσερις-πέντε άνθρωποι τον καθένα. Ο Μητσοτάκης σηκώθηκε, με εκείνο το γνωστό χαμόγελο, τους κοίταξε, χαιρέτησε ευγενικά και προχώρησε προς το αυτοκίνητό του σε ευθεία, αλφαδιασμένη γραμμή. Κυριολεκτικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Αυτός ήταν. Γερή πάστα ανθρώπου. Με αντοχές σωματικές, αλλά κυρίως πνευματικές. Με μια σπάνια ικανότητα να παρατηρεί, να ακούει, να υπολογίζει, να επιμένει. Και με μια βαθιά κρητική αίσθηση της ζωής: σοβαρότητα στα μεγάλα, χιούμορ στα ανθρώπινα, αντοχή στα δύσκολα.
Ο Κωστής Χατζηδάκης έχει δίκιο όταν λέει ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν πολιτικός μπροστά από την εποχή του. Ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες, πίστευε στην οικονομική ελευθερία, στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, στην ανάγκη να λέγεται η αλήθεια χωρίς φόβο. Αλλά για μένα ήταν και κάτι ακόμη: ένας πολιτικός που έβλεπε την Ελλάδα όχι όπως ήταν εγκλωβισμένη στις αγκυλώσεις της, αλλά όπως θα μπορούσε να γίνει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μέτρο των μεγάλων πολιτικών. Όχι αν δικαιώθηκαν όσο ζούσαν. Αλλά αν, χρόνια μετά, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνεις ότι είχαν δει νωρίτερα αυτά που οι άλλοι κατάλαβαν πολύ αργά.
ΥΓ:. Κάποια στιγμή θα επανέλθω θέματα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Τουρκία, Σκόπια, Ηνωμένες Πολιτείες και Βαλκάνια. Τα απίστευτα που έζησα μαζί του στην Αίγυπτο. Και άλλα πολλά. Όπως και την περίοδο της τρομοκρατικής δράσης της 17 Ν.