ΔΙΕΘΝΕΣ

Γράμματα ενός ιδιοφυούς τρομοκράτη. Στη δημοσιότητα οι σκέψεις του πιο διαβόητου αναρχικού και κατά συρροήν δολοφόνου των ΗΠΑ

|
commons wikimedia

Έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια από τις 3 Απριλίου του 1996, όταν οι άνδρες του FΒΙ συνέλαβαν τον «Γιουναμπόμπερ», (Unabomber όπως τον ονόμασε το FBI από το UNABOM -University and Airline Bomber). Επρόκειτο για την ιδιοφυΐα, τον σχιζοφρενή, Αμερικανό αναρχικό, πολέμιο της τεχνολογίας και οικο – τρομοκράτη βομβιστή, Τεντ Καζίνσκι (Theodore John Kaczynski) ο οποίος από το 1978 έως το 1995 προέβη σε μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων, μέσω φακέλων, παγιδευμένων με εκρηκτικά, που ταχυδρομούσε στα θύματά του με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι και να τραυματιστούν άλλοι 23. Ο Καζίνσκι καταδικάσθηκε οκτάκις σε ισόβια και σήμερα 73 ετών πλέον, ζει στη διαβόητη φυλακή υψίστης ασφαλείας στο Κολοράντο, στη επονομαζόμενη supermax (super-maximum security). Ωστόσο μένει δραστήριος, έχει γράψει δεκάδες διατριβές, ενώ αλληλογραφεί με τον έξω κόσμο και παίρνει θέση για μια σειρά επίκαιρων ζητημάτων, όπως την Αλ Κάιντα, τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, τις εξελίξεις στην τεχνολογία. Μέρος της αλληλογραφίας του δημοσιεύει η Yahoo.

Τον Τεντ Καζίνσκι, τον πρόδωσε ο αδελφός του ο Ντέιβιντ ο οποίος καρπώθηκε και το ποσό του ενός εκατομμυρίου δολαρίων με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Γιουναμπόμπερ. Και οι δύο τους γεννήθηκαν στο Σικάγο το 1949 και το 1942 αντίστοιχα, από Πολωνούς γονείς. Ωστόσο ο Τέντ σε αντίθεση με τον αδελφό του ήταν μια ιδιοφυΐα.

Σε ηλικία 16 ετών συμμετείχε σε διαγωνισμό νοημοσύνης και η βαθμολογία του ήταν τόσο υψηλή που το Χάρβαρντ του πρόσφερε υποτροφία για να σπουδάσει μαθηματικά. Το 1967, σε ηλικία 25 ετών άρχισε να διδάσκει στο Μπέρκλεϊ . Δύο χρόνια αργότερα θα παραιτηθεί και αφού κάνει κάποια μαθήματα επιβίωσης θα απομονωθεί σε μια καλύβα στη Μοντάνα και θα αρχίσει τη δράση του με την κατασκευή και αποστολή βομβών.

Λέγεται ότι στο Χάρβαρντ ο Καζίνσκι ήταν μεταξύ 22 φοιτητών που συμμετείχαν σε ένα αμφιλεγόμενο πείραμα, μέρος του προγράμματος MKUltra που στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου είχε εγκριθεί από τη CIA και στόχο είχε τον έλεγχο του νου ή αλλιώς της πλύσης εγκεφάλου, τη μεταβολή της προσωπικότητας και για να επιτευχθούν αυτά χρησιμοποιούνταν ναρκωτικές ουσίες, όπως LSD αλλά και ηλεκτροσόκ.

(Ο Καζίνσκι στα δεξιά μπροστινή σειρά)

Η δράση του ως βομβιστής είναι πλούσια. Το 1979 επιχειρεί να τινάξει ένα αεροπλάνο της American Airlines όμως το πακέτο που είχε τοποθετήσει μέσα στο αεροσκάφος αν και εξερράγη δεν προκάλεσε μεγάλη ζημιά. «Δυστυχώς το αεροπλάνο δεν καταστράφηκε. Η βόμβα ήταν πολύ αδύναμη» έγραφε στο ημερόλογιό του που κατασχέθηκε από το FBI.

Τα χρόνια περνούν και το 1995 ο Καζίνσκι ταχυδρομεί σε εφημερίδες ένα μακροσκελές μανιφέστο. Υποστηρίζει πως εάν αυτό δημοσιευθεί τότε θα σταματήσει και τη δράση του. Τελικά το κείμενο δημοσιεύεται στους New York Times και στη Washington Ρost.

Το μανιφέστο του, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε και στα ελληνικά, έχει δομή, φαίνεται η ευφυία του και σε αυτό κατακεραυνώνει την Αριστερά και απορρίπτει την τεχνολογία ως υπαίτια όλων των κακών.

Στο μανιφέστο με τίτλο Η βιομηχανική Κοινωνία και το Μέλλον της υποστήριζε ότι Βιομηχανική Επανάσταση και οι συνέπειές της ήταν η καταστροφή του ανθρωπίνου είδους. Τα πρώτα κεφάλαια είναι αφιερωμένα στην ψυχολογία της Αριστεράς και στη μειονεξία που μεταξύ άλλων διέπει τα μέλη της. Στα επόμενα κεφάλαια σημειώνει πως το βιομηχανικό σύστημα έκλεψε την αυτονομία των ανθρώπων, τους απέκοψε από τη φύση και τους έκανε να συμπεριφέρονται με τρόπο μη ανθρώπινο. Το μανιφέστο καταλήγει υποστηρίζοντας πως η συνέχιση αυτού του συστήματος θα οδηγήσει σε περαιτέρω περιστολή της ελευθερίας του ατόμου και καλεί σε επανάσταση ενάντια στην τεχνολογία.

Όμως η δημοσίευση του μανιφέστου ήταν και η αρχή του τέλους για τη δράση του Καζίνσκι. Ο αδελφός του αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, καθώς γνωρίζει τις απόψεις του και τον καταδίδει.

(Ο αδελφός του Καζίνσκι, Ντείβιντ ήταν αυτός που τον κατέδωσε)

Στη δίκη που ακολουθεί αυτή η πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα ανακηρύσσεται σχιζοφρενής και καταδικάζεται σε ισόβια χωρίς τη δυνατότητα αναστολής.

Σήμερα ο Καζίνσκι παραμένει δραστήριος όσον αφορά στις τρέχουσες πολιτικές και κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις και παρότι αρνείται να δώσει συνεντεύξεις αλληλογραφεί με πολύ κόσμο που του στέλνουν γράμματα και τον ρωτούν για μια σειρά θεμάτων που αφορούν ακόμη και την κηπουρική ή τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Πολλά από αυτά τα γράμματα μαζί και οι απαντήσεις στους παραλήπτες, έχουν συγκεντρωθεί (τις στέλνει ο ίδιος ο Καζίνσκι) στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Michigan στη βιβλιοθήκη της Ann Arbor.

Το 2001 ο Γιουναμπόμπερ έγραψε για την απόφασή του να στέλνει τις επιστολές στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο. «Δεν ελπίζω ότι οι ακαδημαϊκοί έχουν να μάθουν κάτι από εμένα. Η κύρια αιτία που δωρίζω τις επιστολές μου είναι προσωπικοί λόγοι...Δεν είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για τον τρόπο που τα ΜΜΕ προπαγάνδισαν εναντίον μου και θέλω η αλήθεια να είναι αρχειοθετημένη».

Ο Τεντ Καζίνσκι ποτέ δεν απάντησε στις επιστολές της μητέρας του, η οποία απεβίωσε το 2011 και μέχρι σήμερα αρνείται να μιλήσει στον αδελφό του, ωστόσο κρατά επαφή με ανθρώπους που ήρθαν σε επαφή μαζί του από τις πρώτες ημέρες της σύλληψής του και ποτέ δεν γνώρισε προσωπικά. Μέσα από αυτές τις επιστολές διαγράφεται ένας χαρακτήρας ευαίσθητος, με καλή αίσθηση του χιούμορ, ευγενικός στου ξένους.

Σε μια επιστολή του απαντά σε κάποιον: «Με ρωτάς πως γίνεται κάποιος ευαίσθητος, όπως εγώ, να έχει προβεί σε τέτοιου είδους πράξεις. Ίσως ο πιθανότερος λόγος που βρίσκεις τις πράξεις μου αδιανόητες είναι ότι ποτέ σου δεν έζησες για αρκετά μεγάλο διάστημα έντονο θυμό και αγανάκτηση. Δεν ξέρεις τι σημαίνει να βρίσκεσαι υπό την επήρεια ενός απέραντου θυμού...»

Σε κάποιες άλλες εκφράζει το θυμό του που οι δικηγόροι οι οποίοι τον εκπροσωπούσαν υποστήριξαν την ψυχιατρική γνωμάτευση που τον χαρακτήριζε σχιζοφρενή προκειμένου να τον γλυτώσουν από τη θανατική ποινή. «Θα προτιμούσα να πεθάνω» γράφει κάπου.

Σε κάποιες άλλες επιστολές εκφράζει την απογοήτευσή του που δεν είχε ερωτευθεί όσο ήταν ελεύθερος. Όμως αυτός ο έρωτας έμελλε να έρθει μέσω της αλληλογραφίας. Επικοινωνεί με την Ρίτσαρντς και μάλιστα σκέφτονται να παντρευτούν, δυστυχώς όμως το ταίρι του νόσησε από καρκίνο και πέθανε το 2006.

«Η φίλη μου υπέφερε πολύ, κανείς δεν πρέπει να υποφέρει τόσο και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την βοηθήσω» γράφει σ΄ένα φίλο του, ο άνθρωπος εκείνος που κατέστησε με μια από τις βόμβες του ένα πιλότο ανάπηρο για πάντα, έναν πιλότο που ήλπιζε να γίνει αστροναύτης.

Στο πολύ μικρό κελί του, στο οποίο λόγο καλής συμπεριφοράς του έχουν τοποθετήσει μια τηλεόραση και ένα ραδιόφωνο, περνά τον περισσότερο καιρό διαβάζοντας και ακούγοντας μουσική. Από θέμα αρχής δεν ανοίγει την τηλεόραση.

Μάλιστα δεν την άνοιξε ούτε και την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 όταν όλος ο κόσμος ήταν καθηλωμένος μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες βλέποντας τα αεροπλάνα να συντρίβονται επάνω στους Δίδυμους Πύργους.

Ο Καζίνσκι παθιάζεται με τη δράση της οργάνωσης Αλ Κάιντα όμως απορρίπτει τις μεθόδους της.

«Η Αλ Κάιντα πρέπει να καταλάβει ότι με το να αποκαλεί τον εαυτό της εχθρό της των ΗΠΑ και προβαίνει σε τέτοιου είδους σφαγές τότε το μόνο που θα κάνει είναι και εισπράξει το μίσος όλων» γράφει σε ένα γράμμα το 2002.

Αντίθετα προτείνει: «Εάν η τρομοκρατική οργάνωση είχαν διακηρύξει τη φιλία της απέναντι στον αμερικανικό λαό και κήρυττε τον πόλεμο στο αμερικανικό κράτος και την ελίτ των ΗΠΑ τότε η Αλ Κάιντα θα είχε κερδίσει τη συμπάθεια πολλών αμερικανών».

Στα 20 χρόνια που είναι φυλακισμένος ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ, ωστόσο λόγω του δικτύου που έχει φτιάξει είναι συντονισμένος με τις εξελίξεις που συντελούνται. Ζητεί από τους ανθρώπους του να του στέλνουν βιβλία και τους προτείνει τίτλους.

Το 2010 ανέπτυξε επικοινωνία με φοιτητές του πανεπιστημίου Huntingdon στην Αλαμπάμα με θέματα συζήτησης το Facebook και πως ο Τζούλιαν Ασάνζ με το WikiLeaks και ο Αντριου Μπρέιτμπαρτ χρησιμοποίησαν το διαδίκτυο και επηρέασαν τόσο κόσμο.

Ο Καζίνσκι παραδέχθηκε ότι δεν ήξερε τι είναι το YouTube και τι σημαίνει viral.

Σε άλλες επιστολές του, το 2008, είχε αποκαλύψει ότι προτιμούσε για πρόεδρο των ΗΠΑ τη Χίλαρι Κλίντον από τον Μπάρακ Ομπάμα.

Ο Τεντ Καζίνσκι επιμένει να είναι πολέμιος της τεχνολογίας.