ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
11/03/2016 08:20 EET | Updated 11/03/2016 10:27 EET

Ενίσχυση του «συνεργάσιμου», ασάφεια στην πολιτική επικοινωνίας: Τι λέει ο νόμος για τις εταιρείες διαχείρισης «κόκκινων δανείων»

Eurokinissi

Το πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία εταιρειών διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνεια σε καθυστέρηση («κόκκινα» δάνεια), με βάση τις διατάξεις του ν.4354/2015, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η σχετική Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής (ΠΕΕ) της Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπει τη διαδικασία για την παροχή άδειας λειτουργίας, τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και τις βασικές αρχές οργάνωσης και εσωτερικής διακυβέρνησης των εταιρειών αυτών. 

Δείτε την ΠΕΕ και τα παραρτήματα

Αξιολογώντας την εν λόγω ΠΕΕ, ο Μιχάλης Κούβαρης, δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της Ένωσης Καταναλωτών και Δανειοληπτών, επισημαίνει ότι φαίνεται να ενισχύεται αρκετά ο ρόλος του «συνεργάσιμου» δανειολήπτη και να υποδεικνύεται ξανά το 2018 ως έτος - ορόσημο για την επίλυση του ζητήματος των «κόκκινων» δανείων- ωστόσο τονίζει ότι πολύ γενικευμένη είναι η αναφορά που υπάρχει για την πολιτική επικοινωνίας των εταιρειών με τους δανειολήπτες, εκτιμώντας ότι χρήζει περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης.

Όσον αφορά στη σχέση με τον κώδικα δεοντολογίας των τραπεζών, ο κ. Κούβαρης σημειώνει ότι, όπως αναφέρεται, εάν για μια οφειλή έχει γίνει προσπάθεια από τον δανειολήπτη να υπαχθεί στον κώδικα δεοντολογίας και ο δανειολήπτης έχει υπάρξει συνεργάσιμος, αλλά δεν έχει βρεθεί λύση, τότε υποχρεούνται οι εταιρείες να επαναλάβουν τη συγκεκριμένη διαδικασία και να αντιπροτείνουν μια νέα επικαιροποιημένη πρόταση ρύθμισης. «Ενισχύεται αρκετά ο ρόλος του “συνεργάσιμου”» εκτιμά ο κ. Κούβαρης.

Άλλη έννοια η οποία υπογραμμίζεται, η οποία περιλαμβάνεται στα περισσότερα πρόσφατα νομοθετήματα, είναι αυτή των ευλόγων δαπανών διαβίωσης με βάση την ΕΛΣΤΑΤ και η έννοια της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής. «Αυτό το τελευταίο είναι το αρνητικό κομμάτι, καθώς το προτεινόμενο ποσό ρύθμισης θα προκύπτει από την αφαίρεση από το εισόδημα του δανειολήπτη των ευλόγων δαπανών και θα αφήνει πίσω ένα ελάχιστο ποσό» σημειώνει ο κ. Κούβαρης.

Επίσης γίνεται αναφορά και στην αναδιάρθρωση δανείων καθώς και στην αναχρηματοδότηση δανειακών προϊόντων - εκεί όμως πρέπει να υπάρχει σύμφωνη γνώμη της τράπεζας που διατηρεί την απαίτηση. «Ακόμη στις συμβάσεις διαχείρισης πρέπει να παρουσιάζεται ένα πλάνο διετίας - και ουσιαστικά πάμε πάλι στο ότι με κάποιον τρόπο θα πρέπει να έχει επιλυθεί το ζήτημα των κόκκινων δανείων ως το 2018, το οποίο θεωρείται έτος ορόσημο για την επίλυση του προβλήματος. Υπάρχει επίσης και μια γενική αναφορά για τις ευπαθείς ομάδες (κριτήρια αξιολόγησης), ενώ επίσης πολύ γενικευμένη είναι η αναφορά για την πολιτική επικοινωνίας των εταιρειών με τους δανειολήπτες. Αυτό το τελευταίο θεωρώ ότι πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί περαιτέρω».

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι, ως προς τη σχέση των εταιρειών διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων με τους οφειλέτες, ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του ν.4224/2013, ενώ παράλληλα ισχύουν και όλες οι διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 για την ενημέρωση των συναλλασσομένων που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, με την ΠΕΕ τίθενται κριτήρια εποπτικής αξιολόγησης των υπευθύνων προσώπων κατ’ αναλογία των ισχυόντων για τα πιστωτικά ιδρύματα. 

Εταιρείες ή ιδρύματα που έχουν αποκτήσει άδεια και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση άλλο ισχύον θεσμικό πλαίσιο και έχουν την πρόθεση να ασκήσουν επιπρόσθετα τη δραστηριότητα της διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων, μπορούν να ζητήσουν επέκταση των δραστηριοτήτων τους χωρίς να αδειοδοτηθούν εκ νέου.

Σημειώνεται ότι το θέμα των «κόκκινων» δανείων βρέθηκε στο επίκεντρο συνάντησης των θεσμών με τον υπουργό Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον υπουργό Οικονομίας, Γιώργο Σταθάκη. Οι εκπρόσωποι των Θεσμών, σύμφωνα με πληροφορίες, ζητούν την πλήρη απελευθέρωση της πώλησης όλων των κατηγοριών δανείων, επιχειρηματικών, στεγαστικών και καταναλωτικών, απορρίπτοντας την πρόταση της ελληνικής πλευράς για τη διατήρηση της προστασίας από την πώληση των δανείων της πρώτης κατοικίας αλλά και όσων κόκκινων δανείων π.χ. μικρομεσαίων επιχειρήσεων και καταναλωτικών που έχουν υποθήκη ή προσημείωση την πρώτη κατοικία.