Μαρτυρίες επιζώντων από το Κομμένο,

Μαρτυρίες επιζώντων από το Κομμένο
|
Open Image Modal
HuffPost Greece

Το Κομμένο έχει ανακηρυχθεί «Μαρτυρικό Χωριό»- στη μνήμη των 317 που έχασαν τη ζωή τους στη ναζιστική θηριωδία. Υπάρχουν, όμως, και οι ζώντες αυτόπτες μάρτυρες της σφαγής των γονιών, των αδελφών, των φίλων τους. Στις 16 Αυγούστου του ’43 ήταν παιδιά- τους συνάντησα 73 χρόνια μετά. Με μεγάλο σεβασμό στις ιστορίες τους και τους αγαπημένους τους νεκρούς, στη δική τους δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσουν, μεταφέρω τα λόγια τους.

Open Image Modal

Κοιμόμουν έξω εκείνο το βράδυ, εκεί (δείχνει) που είναι το σχολείο. Γύρω στις 5.30 το πρωί με σήκωσε ένας μπάρμπας μου για να πάω να λύσω τις γελάδες, να μην μας τις κλέψουν. Είχε δει τα στρατιωτικά καμιόνια να έρχονται και νόμισε ότι ήταν Ιταλοί που έρχονταν για πλιάτσικο. Έφυγα με έναν πρώτο μου ξάδερφο και σε κοντινή απόσταση από το χωριό συναντήσαμε έναν άλλο χωριανό μας. «Τι είναι αυτοί οι πυροβολισμοί;» μας ρώτησε και πριν απαντήσουμε βλέπουμε δύο Γερμανούς- ρίχνουν μια ριπή και σκοτώνουν μια γελάδα. Τη θυμάμαι να πέφτει στο χώμα κι εμείς να σκορπίζουμε- οι άλλοι δυο με παράτησαν, έτρεχαν κι εγώ αλλά ήμουν πιο μικρός και δεν μπορούσα να τους ακολουθήσω. Πέρασα το ποτάμι με βάρκα- ήταν μικρή και ασφυκτικά γεμάτη, κάποιοι θέλησαν να πάρουν τη θέση μου, ευτυχώς άλλοι με προστάτεψαν, «δε ντρέπεστε, θέλετε να βγάλετε έξω το παιδάκι» τους είπαν και με κράτησαν. Στην απέναντι όχθη ήταν μαζεμένος κι άλλος κόσμος, όλοι τα είχαν χαμένα.

Μετά το μεσημέρι, ακολουθώντας τους μεγαλύτερους πέρασα πάλι το ποτάμι προς το χωριό. Διέσχισα τα χωράφια και σ’ ένα αλώνι βρήκα τον πρώτο σκοτωμένο- ήταν ηλικιωμένος, το κεφάλι του είχε τουμπανιάσει και το ένα πόδι του έχασκε ψηλά, αγκυλωμένο. Είχε μακριά γενιάδα, ακόμη θυμάμαι το πρόσωπό του. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου από τον φόβο μου δεν κοίταγα γύρω. Θυμάμαι όμως τις φωτιές παντού, όλο το χωριό καιγόταν.

Τα παιδιά του παπά Σεραφείμ τα είδα πνιγμένα στο ποτάμι, τα κορμιά τους τα παρέσερνε το ρεύμα. Τα βγάλανε και τα φόρτωσε ο παπάς στο άλογο, ένα από τη μια μεριά, ένα από την άλλη.

Πίσω από το σπίτι μου βρήκα σκοτωμένους τον πατέρα μου, που πρέπει να τον είχαν σκοτώσει από τους πρώτους, και τη γιαγιά μου. Ο πατέρας μου ήταν πυροβολημένος στο στόμα, η σφαίρα είχε βγει πίσω από το κρανίο του. Έσκυψα να τον δω από κοντά, τα δόντια του ήταν σπασμένα. Νέος ήταν ο πατέρας μου τότε, 40 χρονών άντρας. Λίγο πιο πέρα βρήκα σκοτωμένη την αδελφή μου. Από παντού ακουγόταν ο ήχος των σπιτιών που καιγόντουσαν και γκρεμίζονταν, «κρακ- κρακ», εκκωφαντικά.

Έφυγα και τις επόμενες δύο μέρες κοιμήθηκα μόνος μου στα χωράφια, όλοι κρύβονταν. Επέστρεψα στο χωριό, έψαχνα να βρω την υπόλοιπη οικογένειά μου. Ήρθαν συγγενείς μου, μου είπαν «εκεί θάψαμε τον πατέρα και τη γιαγιά σου, εκεί την Τσέβω (Παρασκευή) την αδελφή σου». Με ρώτησαν αν ξέρω που είναι η μάνα μου. Δεν ήξερα. «Τους έχουν θαμμένους αυτήν και την αδερφή σου την Γεωργία μαζί με άλλες γυναίκες και παιδιά». Αλλά τις δυο μικρότερες αδερφές μου δεν μπορούσαν να τις βρούνε, μόνο υποψιαζόμασταν ότι κάηκαν και καταπλακώθηκαν από τα ερείπια. Τις βρήκαμε μετά από μια βδομάδα- πάνω από ένα σωρό χαλάσματα μαζεύονταν μύγες, σαν σμήνος από μέλισσες. Το λέω σε έναν θείο μου, παίρνει ένα φτυάρι... Ήταν εκεί, διαλυμένες, περισσότερο η μικρή, 3 χρονών ήταν. (κλαίει, σταματάμε να ηρεμήσει).

Από 8 άτομα οικογένεια, έμεινα μόνος μου.

Open Image Modal

Έφυγα το πρωί από το σπίτι για να βοσκήσω τα ζώα. Μόλις έφτασα στο γιαλό, άκουσα τους πρώτους πυροβολισμούς. Τα ζώα σκόρπισαν τρέχοντας κι εγώ πήδηξα σ’ ένα χαντάκι να καλυφτώ. Ήταν κι άλλος ένας χωριανός εκεί- του λέω «κρύψου ακούω κλάματα από τη γειτονιά σου», ήμασταν κοντά στο χωριό, στα 100 μέτρα από το τελευταίο σπίτι. «Θα φύγω και θα έρθω πάλι» μου είπε- όπως σηκώθηκε τον είδαν οι Γερμανοί και τον γάζωσαν. Τις σφαίρες που δεν τον «πήραν», τις ένιωσα να περνάνε ξυστά από το κεφάλι μου.

Έμεινα κρυμμένος ώρες εκεί. Άκουγα κλάματα, πυροβολισμούς και τον ήχο των σπιτιών που καίγονταν. Καμιά 200αριά άνθρωποι διέφυγαν από έναν δρόμο προς το ποτάμι που οι Γερμανοί είχαν αφήσει αφύλαχτο. Στις 12 άκουσα την καμπάνα να χτυπάει 3 φορές. Έτρεξα μακριά από το χωριό και λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα βρήκα τα ζώα μου- τα οδήγησα στο κοντινό χωριό που ζούσε το σόϊ της μάνας μου κι εκεί συνάντησα τον πατέρα μου. «Σκότωσαν τη μάνα σου», μου είπε. Ο παππούς μου είχε πάρει αγκαλιά την αδερφή μου, 4 μηνών, από την κούνια και έτρεχε να κρυφτεί στα περιβόλια. Τον σκότωσαν οι Γερμανοί, όπως και το μωρό. Στο κοριτσάκι έβαλαν βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη στο στόμα και το άναψαν- όλα τα παιδάκια στο χωριό βασανιστικά τα σκότωσαν.

Τα άλλα αδέρφια μου σώθηκαν γιατί κρύφτηκαν σε ένα χαντάκι μαζί με καμιά 30αριά άλλους ανθρώπους- περνούσαν δίπλα τους οι Γερμανοί αλλά η βλάστηση ήταν τόσο πυκνή που δεν τους έβλεπαν.

Τις επόμενες μέρες όλο το χωριό μαζεύτηκε σε καλύβες στην απέναντι όχθη του Άραχθου- εμείς φύγαμε με καϊκι από τον Αμβρακικό και καταφύγαμε σε συγγενείς μας στην Πάτρα. Επιστρέψαμε σχεδόν δυο χρόνια αφότου έφυγαν οι Γερμανοί.

Open Image Modal

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, γύρω στις 6 το πρωί, η μάνα μου ετοιμαζόταν να πάει στο ποτάμι να φέρει νερό. Ξύπνιος κι ο πατέρας μου, λέει σε έναν θείο μου «βλέπω φάλαγγα να έρχεται, δεν παν’ καλά τα πράγματα». «Μην ανησυχείς, Ιταλοί θα ‘ναι», του απάντησε. Αυτοί αμέσως το περικύκλωσαν το χωριό, όσοι ήμασταν στα πρώτα σπίτια εγκλωβιστήκαμε. Ο πατέρας μου ήταν στην αυλή και τον σκότωσαν με μακρινή ριπή- τον πήρε η μάνα μου από τις μασχάλες και τον έσυρε μέσα στο σπίτι. Εγώ, 8 χρονών τότε, ήμουν με τα δύο αδέλφια μου, 4 και 10 ετών, και κλαίγαμε. «Άθελα τον σκότωσαν τον πατέρα σας, μην κλαίτε», μας είπε η μάνα μας και μας σκέπασε για να μας κρυψει.

Σε λίγο ήρθαν οι Γερμανοί στην πόρτα, κρυμμένη εγώ τους έβλεπα, άκουγα. Βγήκε η μάνα μου και τους είπε «μη με σκοτώνετε, έχω μικρά παιδιά». Επιτόπου της έριξαν, την είδα να πέφτει πίσω από την πόρτα. Δεν μπήκαν μέσα, αλλά όταν έφευγαν ένας Γερμανός έριξε μια χειροβομβίδα από το παράθυρο- όπως ήμασταν ξαπλωμένοι, έπεσε δίπλα στο κεφάλι μου, κύλησε μάλλον λίγο, με προστάτεψε το μαξιλάρι, δεν ξέρω... Τα αδέρφια μου σκοτώθηκαν- εμένα δεν με «πήρε» ούτε ένα θραύσμα. Ο ένας αδελφός μου ήταν 4 κι ο άλλος 10 χρονών. Το μικρό έκλαψε λίγο και ξεψύχησε, θυμάμαι και τα δυο τα παιδιά να βγάζουν καπνό από το στόμα. Όπως ήμουν κρυμμένη, ήρθε ένας κερατάς Γερμανός, με ξεκουκούλωσε και μου είπε «μείνε εδώ, μη φοβάσαι, σε λίγο θα φύγουμε» (σημ. Η Δήμητρα Αποστόλου επιμένει ότι της μίλησε στα ελληνικά). Στην αυλή η γιαγιά μου καιγόταν σαν δαδί...

Κάποια στιγμή, ούτε ξέρω πόση ώρα είχε περάσει, σηκώθηκα να βγω από το σπίτι. Ήταν σα να άκουσα την Παναγιά να μου λέει «βγες τώρα». Στην αυλή βρήκα ένα θείο μου, ήταν χτυπημένος αλλά ζούσε- με πήρε αγκαλιά, μου ‘πε να μη φοβάμαι και να πάω να κρυφτώ σ’ ένα κρεβάτι που είχαμε έξω από το σπίτι, στην κληματαριά. Ήρθαν αυτοί (Γερμανοί) μετά τους σκοτωμούς, ήθελαν να φάνε σταφύλι και πάταγαν στο κρεβάτι για να πιάσουν τα τσαμπιά- εγώ ένιωθα τις αρβύλες τους, ήταν 2, 3 άνδρες. Το σώμα μου ήταν τεντωμένο και ακίνητο.

Όταν έφυγαν βγήκα στο δρόμο. Τις οικογένειες στα γύρω σπίτια τις είχαν ξεκληρίσει- γονείς, παιδιά, όλοι ήταν νεκροί. Μια γερμανική μοτοσυκλέτα πέρασε δίπλα μου, με κοίταξε ο οδηγός αλλά δε μου έριξε. Έμεινα να τριγυρίζω στο χωριό, έψαχνα να βρω άνθρωπο να με μαζέψει. Σε ένα σημείο είδα καμιά τριανταριά ανθρώπους εκτελεσμένους- κάποιες γυναίκες είχαν βάλει τα παιδιά τους κάτω από το φουστάνι τους για να τα κρύψουν, να τα προστατέψουν. Έπιανα τους νεκρούς, τα σώματά τους ήταν ακόμη ζεστά, τους γύριζα να δω το πρόσωπό τους. Ανάμεσά τους ήταν μια θεία μου και μερικά κορίτσια, 8- 10 χρονών που είχαν μείνει με την πλάτη στον τοίχο.

Ανέβηκα σε ένα ψηλό σημείο στο χωριό κι εκείνη την ώρα είδα τα γερμανικά φορτηγά να φεύγουν. Κάποιοι Γερμανοί με κατάλαβαν, σηκώθηκαν όρθιοι στην καρότσα και με πυροβόλησαν, οι σφαίρες πέρασαν δίπλα από τα μαλλιά μου, φρρρρ...(μιμείται τον ήχο). Εγώ ακόμη έψαχνα άνθρωπο να με μαζέψει, δεν υπήρχε ψυχή... Μετά χτύπησε η καμπάνα, τσακίστηκαν κι έφυγαν οι Γερμανοί. Μπήκα στο καμπαναριό και και από εκεί είδα τους πρώτους δύο χωριανούς να τρέχουνε από τα χωράφια προς το χωριό. Λίγο μετά, στην καμάρα του σπιτιού του είδα την γυναίκα του ενός που ήταν έγκυος, με σκισμένη την κοιλιά- είχαν βγάλει τα έμβρυα (δίδυμα) οι Γερμανοί και τα ‘χανε αφήσει στην αγκαλιά της.

Μια γειτόνισα και μια θεία μου με μάζεψαν, περάσαμε το ποτάμι και κοιμόμασταν έξω, μέρες νηστικοί. Το σπίτι μας είχε καεί. Στο χωριό είχαν μείνει κάποια πτώματα άταφα, μαυρισμένα, με τα χέρια ψηλά. Τους καμμένους τους βγάζανε από τα σπίτια με φτυάρια.