Στη Λεωφόρο δεν χρειάζονται πάντα πολλά για να ξυπνήσει η μνήμη. Μερικές φορές αρκεί μια μορφή στην εξέδρα. Ο Αντώνης Αντωνιάδης, ο «Ψηλός» του Παναθηναϊκού, βρέθηκε στο γήπεδο για το ντέρμπι με την ΑΕΚ και αποθεώθηκε από τον κόσμο, σε μια στιγμή που ξεπέρασε το αγωνιστικό πλαίσιο και έγινε υπόκλιση σε μια ολόκληρη εποχή.
Ο Αντώνης Αντωνιάδης εμφανίστηκε στη Λεωφόρο με μπαστούνι, έχοντας στο πλευρό του την Πόπη, κόρη του Μίμη Δομάζου, και η εικόνα του προκάλεσε έντονη συγκίνηση στους φίλους του Παναθηναϊκού. Δεν ήταν απλώς η παρουσία ενός παλαίμαχου σε ένα μεγάλο παιχνίδι. Ήταν η επιστροφή, έστω και για λίγες ώρες, ενός ανθρώπου που ταυτίστηκε όσο λίγοι με την έννοια του γκολ και με την πιο μυθική ευρωπαϊκή διαδρομή του συλλόγου.
Ο Αντώνης Αντωνιάδης, έχει δώσει και κερδίσει σκληρές μάχες με τον καρκίνο δύο φορές, αντιμετωπίζοντας όγκους στο στομάχι (αφαιρέθηκε το στομάχι, η σπλήνα και η χολή) και στο έντερο. Έχει δηλώσει δημόσια ότι νίκησε τη νόσο, περιγράφοντάς την ως “καταραμένη”.
Γεννημένος στο Πετροχώρι της Ξάνθης στις 25 Μαΐου 1946, ο Αντωνιάδης άρχισε να χτίζει το όνομά του από τη Θράκη, πριν περάσει στην ιστορία με τη φανέλα του Παναθηναϊκού. Ψηλός, δυνατός, με σπάνιο ένστικτο περιοχής και αίσθηση του γκολ, έγινε γρήγορα ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς σέντερ φορ που ανέδειξε το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Στον Παναθηναϊκό αγωνίστηκε από το 1968 έως το 1978 και επέστρεψε ξανά τη σεζόν 1980-81. Στα «πράσινα» χρόνια του έγραψε αριθμούς που παραμένουν σημείο αναφοράς: γκολ, τίτλοι, μεγάλες βραδιές και μια σχέση με την εξέδρα που δεν κόπηκε ποτέ. Στην πρώτη του δεκαετία στον Παναθηναϊκό σημείωσε 177 γκολ σε 222 αγώνες.
Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του, όμως, ήταν αναμφίβολα το 1971. Ο Παναθηναϊκός έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ απέναντι στον Άγιαξ, στη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ευρωπαϊκή πορεία ελληνικής ομάδας σε συλλογικό επίπεδο. Εκείνη τη σεζόν ο Αντωνιάδης αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με 10 γκολ, επίδοση που τον έκανε σημείο αναφοράς όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη.
Ο «Ψηλός» δεν ήταν απλώς ένας φορ που περίμενε την μπάλα στην περιοχή. Ήταν ο παίκτης που έδινε λύσεις όταν το παιχνίδι βάραινε, ο άνθρωπος των κρίσιμων στιγμών. Με το ύψος του, τη δύναμη στο ψηλό παιχνίδι και την ψυχραιμία στην εκτέλεση, έγινε το απόλυτο σημείο αναφοράς στην επίθεση του Παναθηναϊκού των αρχών της δεκαετίας του ’70.
Η σεζόν 1971-72 έμεινε επίσης στην ιστορία για τα 39 γκολ του στο ελληνικό πρωτάθλημα, επίδοση που εξακολουθεί να αναφέρεται ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα σκόρερ στην Α’ Εθνική. Η UEFA έχει υπενθυμίσει ότι εκείνη τη χρονιά ο Αντωνιάδης βρέθηκε μία ανάσα πίσω από τον Γκερντ Μίλερ στην κούρσα του ευρωπαϊκού «Χρυσού Παπουτσιού», γεγονός που δείχνει το μέγεθος της κλάσης του.
Με την Εθνική Ελλάδας φόρεσε επίσης τη φανέλα με το εθνόσημο, καταγράφοντας διεθνείς συμμετοχές και γκολ σε μια εποχή όπου το ελληνικό ποδόσφαιρο προσπαθούσε να βρει σταθερή θέση στο διεθνές στερέωμα.
Η καριέρα του δεν περιορίστηκε μόνο στον Παναθηναϊκό. Αγωνίστηκε και σε άλλες ομάδες, μεταξύ των οποίων ο Ολυμπιακός και ο Ατρόμητος, όμως η ιστορική του ταύτιση παρέμεινε πράσινη. Για τον κόσμο του Παναθηναϊκού, ο Αντωνιάδης δεν ήταν ποτέ απλώς ένας παλιός ποδοσφαιριστής. Ήταν κομμάτι της συλλογικής μνήμης, ένας από εκείνους που έκαναν τη Λεωφόρο να πιστεύει ότι μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια την Ευρώπη.
Γι’ αυτό και η εμφάνισή του στο ντέρμπι με την ΑΕΚ είχε τόσο μεγάλο συναισθηματικό βάρος. Σε ένα ποδόσφαιρο που αλλάζει διαρκώς, με πρόσωπα, διοικήσεις, παίκτες και εποχές να περνούν με ταχύτητα, η παρουσία του Αντώνη Αντωνιάδη θύμισε πως υπάρχουν μορφές που δεν ανήκουν απλώς στο παρελθόν. Ανήκουν στην ταυτότητα ενός συλλόγου.
Ο Παναθηναϊκός της Λεωφόρου, του Γουέμπλεϊ, του Δομάζου, του Αντωνιάδη και μιας γενιάς που έγραψε ιστορία, βρέθηκε για λίγο ξανά μπροστά στα μάτια των φιλάθλων. Και ο «Ψηλός», λίγο πριν κλείσει τα 80, απέδειξε με την παρουσία του ότι κάποιες σχέσεις δεν μετριούνται σε χρόνια. Μετριούνται σε γήπεδα, σε γκολ, σε μνήμες και σε χειροκροτήματα που δεν σβήνουν.