Υπήρξαν σχόλια που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός της αυτοκτονίας των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη της Αθήνας, για να μας πουν ότι «φταίει το κράτος», η κυβερνητική πολιτική, ή το εκπαιδευτικό σύστημα.  Δεν είναι ώρα για συνδικαλισμούς, νομίζω. Ένα τέτοιο συμβάν παραπέμπει στα θεμέλια της εποχής μας και καλεί εμάς να σκεφτούμε πιο βαθιά, θα έλεγε κανείς υπαρξιακά. 

Στην δεκαετία του 1980, και ιδίως στο πρώτο της μισό, έγινε μια μεγάλη συζήτηση για την ελληνική νεολαία, την βία στα γήπεδα και τους δρόμους. Σε αυτό το πλαίσιο, ήρθε το «Μυστικό Τοπίο» του Διονύση Σαββόπουλου, ο οποίος αποπειράθηκε να ακτινογραφήσει αυτήν την ελληνική εκδοχή μιας no future νεολαίας, λιγότερο πανκ, περισσότερο χούλιγκαν ρέποντας προς έναν αυθορμητίστικο αντιεξουσιασμό, με τις συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, και την αποθέωση της σπασμένης βιτρίνας. «Μέσα από της βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω την ψυχή σου» έγραφε και τραγουδούσε τότε.

Advertisement
Advertisement

Το ανυπέρβλητο του Σαββόπουλου, έγκειται στο γεγονός ότι κατάφερε να αποτυπώσει την συγκεκριμένη φιγούρα δίχως να διολισθήσει σε μια κάποια εξιδανίκευση. Διείδε κάτι που για παράδειγμα, οι “μεταμαρξιστές” της Ιταλικής Αυτονομίας απέτυχαν να επισημάνουν, ότι ο μηδενισμός του «κοινωνικού προλεταρίου» υπερβαίνει το ανατρεπτικό του δυναμικό, και πολύ σύντομα θα τον οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Σήμερα, ωστόσο, οι νέοι δεν μας μιλούν «μέσα απ’ της βιτρίνας τα θρύψαλα», τον χουλιγκανισμό, ή κάποιον «Δεκέμβρη» από εκείνους που ακόμα φαντασιώνονται οι αντιεξουσιαστικές γραφειοκρατίες. Σήμερα η βία στρέφεται όχι «ενάντια στα πράγματα» ή τον πατέρα και τα σύμβολα της εξουσίας, αλλά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Και είναι απόρροια μιας ματαίωσης διπλής. Από την μία έχει να κάνει με την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα την ίδια και την απαίτηση τελειότητας που εγείρει ο ψηφιακός κόσμος στον οποίον καταβυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο.

Πρόκειται για την περίφημη συζήτηση που προκλήθηκε από την Γενιά του Άγχους του Τζόναθαν Χάιντ, για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και το πως επιδρούν πάνω στους νεώτερους ανθρώπους· ανθρώπους που χάνονται μέσα τους, ακριβώς σε εκείνη την καθοριστική φάση της ζωής τους που διαμορφώνουν την αντίληψή τους για τον εαυτό και την προσωπικότητά τους. Όλη αυτή η πίεση που προκύπτει από την απαίτηση η ζωή να είναι σαν σε βίντεο κλιπ, και εμείς τέλειοι ως προς την εξωτερική εμφάνιση, άκρως επιτυχημένοι.

Αυτές οι επιταγές τρελαίνουν τα παιδιά -συχνά ξεχνάμε ότι είναι παιδιά. Τα μαθαίνουν να κοιτούν τον πραγματικό τους εαυτό σαν αποτυχία: το σώμα τους, τις ατέλειές τους, τις αμηχανίες τους, τις διαψεύσεις τους. Όλα όσα συγκροτούν μια κανονική ανθρώπινη ζωή εμφανίζονται ως ντροπιαστική απόκλιση από την ψηφιακή εξιδανίκευση.

Αυτή δεν είναι η μοναδική αντιφατικότητα της εποχής μας. Όταν σε μεταίχμιο, ο σημερινός μας κόσμος είναι εν γένει κόσμος “διπλών μηνυμάτων”, ενός διαφορικού υποσχέσεων και ματαίωσης, που απορρυθμίζει και εκτροχιάζει τον ψυχισμό όλων μας, και ιδίως των νεώτερων ανθρώπων.

Advertisement

Έχουμε από την μία, ένα ολόκληρο οπτικοακουστικό σύμπαν το οποίο καθημερινά μας κανοναρχεί με εικόνες χλιδής και αφθονίας. Δημιουργεί έτσι την εντύπωση ότι μπορείς να την αγγίξεις με την απλή έκταση του χεριού σου. Όμως παρεμβάλλεται η πραγματικότητα και διαλύει αυτήν την ψευδαίσθηση μέσα σ’ ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων, γενικευμένης ανασφάλειας, καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που διαδέχεται η μια την άλλη.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που είναι ταυτοχρόνως παιδοκεντρικό, και επιμένει να πιπιλάει ακόμα τις φαντασιώσεις μιας μορφωτικής ουτοπίας ενός μαθήματος που οφείλει πάντα να συναρπάζει, και να μεταδίδει την γνώση σαν παιχνίδι, ενώ αξίες όπως ο μόχθος, η ανθεκτικότητα ενώπιον της αποτυχίας, η επίπονη εξοικείωση με την διαδικασία του να πέφτεις και να ξανασηκώνεσαι, αντιμετωπίζονται σαν αποτρόπαιες και αντιδραστικές. Και την ίδια στιγμή μιλάει διαρκώς για «όρια» που υποτίθεται ότι πρέπει να μπαίνουν και να περιφρουρούνται, ενώ κατά τα άλλα δεν κάνουμε τίποτε άλλο καθημερινά από το να καταλύουμε τους πραγματικούς μηχανισμούς που τα θέτουν.

Και ένα Σχολείο, που από τη μία διακατέχεται από εμμονή με τους διαδραστικούς πίνακες, λες και οι υψηλές τεχνολογίες μπορούν να υποκαταστήσουν το έλλειμμα παιδείας, ήθους συμπεριφορών, και από την άλλη έξαφνα συνειδητοποιεί ότι τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης βλάπτουν τους μαθητές, και πρέπει να υπάρξουν περιορισμοί. Όσο αναγκαίοι, όμως, κι αν είναι αυτοί από μόνοι τους δεν επαρκούν χωρίς την εκλογίκευσή τους, και την αναγκαιότητα να υπάρξει μια εναλλακτική στον ίδιο τον ψηφιακό βίο. Πως θα μπορούσαν, δηλαδή, οι σημερινοί έφηβοι να ανακαλύψουν εκ νέου τις αναλογικές, και όχι τις ψηφιακές, ποιότητες της κοινωνικότητας, της περιπλάνησης, της ανάγνωσης, της επαφής με την φύση και το έδαφος, μια συνείδηση ιστορική κι ένα δημοκρατικό φρόνημα.

Advertisement

Αυτή είναι και η βαθύτερη διαφωνία που μπορεί κάποιος να έχει με μια τάση μάλλον κυρίαρχη στην Ελλάδα της εποχής μας, που αντιμετωπίζει κριτικά και καχύποπτα κάθε απόπειρα αμφισβήτησης. Ευθύνεται γι’ αυτό ότι έχει πολύ πρόσφατα προηγηθεί ο συριζαϊκό τραγέλαφος, με τις καταστροφές του, και κυρίως με την υποκρισία του –γιατί εργαλειοποίησε την κριτική στο παρόν και την πλαισίωσε με εντελώς χαμηλά κίνητρα. Η βαθύτερη αρνητικά συνεισφορά αυτής της διάψευσης είναι ο ανανακλαστικός κυνισμός που προκαλεί. Το ‘απεταξάμην κάθε αμφισβήτηση’ και εν τέλει το «ζούμε στην καλύτερη δυνατή πραγματικότητα»

Δεν ζούμε.

Ο Λιούις Μάμφορντ, στο εκπληκτικό έργο του Ο Μύθος της Μηχανής, εξηγεί διεξοδικά ότι τα άλματα στην ανθρώπινη εξέλιξη δεν προέκυψαν μόνον -ή κυρίως- επειδή ο άνθρωπος είναι homo faber, κατασκευαστής όπλων και εργαλείων στον αγώνα του για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών. Κυρίως προέκυψαν επειδή είναι ον συμβολικό, τελετουργικό, γλωσσικό και φαντασιακό: ένα πλάσμα που δεν αρκείται να προσαρμόζεται στον κόσμο, αλλά τον ερμηνεύει, τον νοηματοδοτεί και μέσα από αυτό αναπλάθει τον εαυτό του. Το εξελικτικό του άλμα είναι απόρροια όχι μόνο της πρακτικής ευφυΐας, αλλά και του δέους απέναντι στην ύπαρξη και τον θάνατο, που τον συνοδεύει από την πρώτη στιγμή της αυτοσυνείδησής του –ένα ποιητικό, θα λέγαμε, ον.

Advertisement

Το πρόβλημα, εδώ, έγκειται σε μια άλλη μείζονα αντιφατικότητα της εποχής μας. Όπου από την μια καλλιεργεί τις προσδοκίες για την ‘υπερνοημοσύνη’ και αναπτύσσει μια ιδιότυπη, φουτουριστική θρησκεία των μηχανών, και την ίδια στιγμή, υστερεί τόσο από την άποψη της πνευματικότητας αυτής. Κι αυτό διότι έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρείται η τελευταία όχι μόνον περιττή, αλλά επιβλαβής.

Δεν είναι πολιτικό μανιφέστο το γεγονός που συντάραξε το πανελλήνιο. Είναι ένα οριακό, τραγικό γεγονός που αποκαλύπτει σε όλη του την έκταση το πρόβλημα της εποχής μας: ότι διαθέτει απεριόριστα μέσα, αμέτρητες εικόνες, διαρκείς υποσχέσεις και ολοένα πιο ισχυρές μηχανές, αλλά στερείται νοήματος.

Advertisement