Εβδομήντα χρόνια Eurovision. Εβδομήντα χρόνια που η Ευρώπη προσπαθεί να αποδείξει πως μπορεί να ενωθεί κάτω από μια κοινή σημαία. Όχι βέβαια με αξίες, ιδανικά ή πολιτισμό — αυτά είναι βαριά πράγματα και χαλάνε τη διάθεση — αλλά με παγιέτες, καπνογόνα εσωτερικού χώρου και τραγούδια που μοιάζουν να γράφτηκαν από τεχνητή νοημοσύνη ύστερα από νευρικό κλονισμό. Κάποτε ο διαγωνισμός ξεκίνησε σαν μια ευγενική ιδέα μεταπολεμικής αισιοδοξίας. Οι λαοί της Ευρώπης θα αντάλλασσαν μουσικές, θα γνώριζαν ο ένας την κουλτούρα του άλλου, θα έρχονταν πιο κοντά. Ήταν η εποχή που πίστευαν ακόμη ότι ένα τραγούδι μπορεί να φέρει ειρήνη. Σήμερα ένα τραγούδι μετά βίας φέρνει χορηγό ενεργειακού ποτού.
Η φετινή διοργάνωση στη Βιέννη, επετειακή υποτίθεται, είχε τη λάμψη δημοτικού συμβουλίου που εγκαινιάζει κυκλικό κόμβο. Περιορισμένη σκηνή, παρουσιαστές με ενέργεια υπαλλήλου ΚΕΠ Παρασκευή μεσημέρι και μια γενικότερη αίσθηση πως όλοι βρίσκονταν εκεί επειδή «πρέπει να βγει η δουλειά». Εβδομήντα χρόνια ιστορίας και περίμενες μια βραδιά μεγαλείου. Αντί γι’ αυτό είδες κάτι ανάμεσα σε εταιρικό συνέδριο και φθηνή χριστουγεννιάτικη παράσταση ξενοδοχείου.
Βέβαια, η Eurovision ποτέ δεν απογοητεύει στο βασικό της προϊόν: Το κιτς. Εκεί παραμένει πρωταθλήτρια. Είναι ίσως ο μοναδικός θεσμός όπου μπορείς να δεις άνθρωπο ντυμένο σαν φωτιστικό σαλονιού να τραγουδά για την ανθρώπινη ψυχή ενώ πίσω του σκάνε φλόγες, περιστρέφονται μεταλλικοί κύκλοι και χορευτές κάνουν ακροβατικά σαν να κινδυνεύει η ανθρωπότητα αν δεν πέσουν ανάποδα από μια σκάλα. Στο κιτς κολλάει πάντα και η ελεθευριότητα και η πρόκληση. Και όλα αυτά χωρίς λόγο και χωρίς αιτία… Η μουσική πλέον δεν είναι το κέντρο. Είναι το πρόσχημα. Το κυρίως πιάτο είναι η εικόνα. Όσο πιο παράξενος, τόσο καλύτερα. Όσο πιο θορυβώδης, τόσο πιο «σύγχρονος». Η Ευρώπη, που κάποτε γέννησε τον Μότσαρτ, τον Θεοδωράκη και την Εντίθ Πιάφ, σήμερα χειροκροτεί τραγούδια που ακούγονται σαν ήχος πλυντηρίου σε λειτουργία με φωτορυθμικά από νυχτερινό μαγαζί επαρχίας.
Και μέσα σε όλα αυτά, η πολιτική κάνει βόλτες ντυμένη ουδέτερη. Επισήμως η Eurovision «δεν είναι πολιτικός διαγωνισμός». Το ίδιο ακριβώς που λέει κι ο θείος στο οικογενειακό τραπέζι λίγο πριν αρχίσει να ουρλιάζει για την γεωπολιτική κατάσταση. Η συμμετοχή του Ισραήλ προκάλεσε αποχωρήσεις, αντιδράσεις και μισό διπλωματικό πυρετό στα παρασκήνια. Γιατί στο τέλος της ημέρας οι ψήφοι δεν πηγαίνουν πάντα στο τραγούδι. Πηγαίνουν σε συμμαχίες, συμπάθειες, ενοχές, στρατηγικές και μικρές εθνικές εκδικήσεις με μουσική υπόκρουση.
Η Ελλάδα, πάλι, μπήκε στον διαγωνισμό όπως μπαίνει κάθε χρόνο. Με ενθουσιασμό, προσδοκίες και τη βεβαιότητα ότι «φέτος το έχουμε». Ο Ακύλας είχε κάτι αληθινό. Ένα παιδί του δρόμου που βρέθηκε στα φώτα της Ευρώπης κουβαλώντας τραγούδι για την υπερκατανάλωση και τη ματαιοδοξία. Δηλαδή μπήκε σε καζίνο του Λας Βέγκας για να κάνει διάλεξη κατά του τζόγου. Συγκινητικό, αλλά και κάπως αυτοκαταστροφικό. Τα στοιχήματα τον ανέβαζαν στις πρώτες θέσεις. Οι επιτροπές όμως αποφάσισαν αλλιώς. Γιατί οι επιτροπές της Eurovision είναι σαν κάτι παλιές θείες σε γάμους. Ποτέ δεν ξέρεις γιατί συμπαθούν κάποιον και γιατί αντιπαθούν κάποιον άλλον, αλλά στο τέλος θα επηρεάσουν όλο το αποτέλεσμα.
Και ξαφνικά κερδίζει η Βουλγαρία. Χωρίς να κατεβαίνει η τραγουδίστρια από το ταβάνι με φτερά δράκου. Χωρίς χορευτές ντυμένους μεταλλικά έντομα. Χωρίς φωτιές που θυμίζουν εγκαίνια μπουζουκτσίδικου στην εθνική οδό. Ένα τραγούδι ρυθμικό, νεανικό και σύγχρονο. Και καθόλου φαβορί. Και αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο σοκ της βραδιάς. Μέσα σε τόσο θόρυβο, το αουσάϊντερ ακούστηκε σαν επανάσταση.
Το Ισραήλ, βέβαια, απέδειξε για άλλη μια φορά ότι γνωρίζει άριστα το παιχνίδι. Η Eurovision άλλωστε δεν είναι μόνο μουσικός διαγωνισμός. Είναι και ένα άτυπο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο συμπάθειας. Άλλοι επενδύουν σε φωνές, άλλοι σε εντυπώσεις και άλλοι σε διπλωματικές σχέσεις δεκαετιών.
Και κάπου εκεί κάθεται ο μέσος Ευρωπαίος στον καναπέ του. Με πίτσα, μπίρα και κινητό στο χέρι να σχολιάζει εμφανίσεις σαν ειδικός πολιτισμού ενώ πριν από δέκα λεπτά έψαχνε να βρει αν η Μολδαβία είναι χώρα ή επιδόρπιο.
Γιατί τελικά αυτό είναι η Eurovision. Μια τεράστια ευρωπαϊκή οικογενειακή συγκέντρωση όπου όλοι λένε πως αγαπιούνται, όλοι κουτσομπολεύουν όλους και στο τέλος τσακώνονται για τους βαθμούς. Και ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να επιβιώνει. Όχι επειδή υπηρετεί τη μουσική. Αλλά επειδή λειτουργεί σαν καθρέφτης της εποχής μας. Φανταχτερή, υπερβολική, κουρασμένη, γεμάτη θόρυβο και ελάχιστη σιωπή. Μια Ευρώπη που φωνάζει συνεχώς για να μη χρειαστεί ποτέ να μιλήσει πραγματικά.