Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Υποναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
Η επιδίωξη της Τουρκίας να αποκτήσει ταυτόχρονα F-16 Block 70 Viper και να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35 αποτυπώνει μια συνεκτική στρατηγική: τα F-16 V είναι η άμεση λύση για να καλυφθεί το επιχειρησιακό κενό της τουρκικής Αεροπορίας, ενώ τα F-35 είναι το μέσο με το οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να επανέλθει στην πρώτη κατηγορία της δυτικής αεροπορικής ισχύος. Το, αμφιβόλου επιχειρησιακής ικανότητας, εγχώριο KAAN, όσο σημαντικό και αν αποδειχθεί για τη μελλοντική τουρκική αμυντική αυτονομία, δεν μπορεί να υποκαταστήσει επιχειρησιακά ένα ώριμο μαχητικό πέμπτης γενιάς.
Η Τουρκία προσπαθεί να εξασφαλίσει την έγκριση για την αγορά 40 νέων F-16 Block 70, αν και εγκατέλειψε το σκέλος των 79 αμερικανικών kits εκσυγχρονισμού, επιλέγοντας να αναβαθμίσει μεγάλο μέρος του υφιστάμενου στόλου της με εγχώριες δυνατότητες. Όμως ο στόχος παραμένει η προμήθεια των F-35. Το πρώτο και βασικότερο εμπόδιο δεν είναι η απροθυμία του Κογκρέσου, παρά την διατυπωμένη επιθυμία του Προέδρου Τραμπ. Είναι πρωτίστως νομικό. Η αγορά των ρωσικών S-400 οδήγησε αρχικά στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και, τον Δεκέμβριο του 2020, στην επιβολή κυρώσεων βάσει του CAATSA κατά της τουρκικής Γενική Γραμματείας Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB). Οι κυρώσεις αυτές περιλάμβαναν σοβαρούς περιορισμούς στις αμερικανικές εξαγωγικές άδειες προς την SSB. Καθώς και προσωπικά μέτρα κατά στελεχών της.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, ακόμη πιο δύσκολο εμπόδιο. Το Section 1245 του αμερικανικού National Defense Authorization Act for Fiscal Year 2020 (NDAA FY2020), με τίτλο ‘Limitation on transfer of F-35 aircraft to Turkey’, απαγορεύει ρητά τη πώληση F-35 στην Τουρκία, εκτός εάν η αμερικανική κυβέρνηση πιστοποιήσει ότι η Άγκυρα δεν κατέχει πλέον το σύστημα S-400, το σχετικό υλικό ή το προσωπικό που συνδέεται με αυτό, και ότι έχει δώσει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις πως δεν θα το αποκτήσει ξανά, ούτε φυσικά κάτι ανάλογο ή πιο εξελιγμένο. Συνεπώς, η απλή απενεργοποίηση ή αποθήκευση των S-400 σε τουρκικό έδαφος προφανώς δεν επαρκεί.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πρόσφατης παρέμβασης Τραμπ: Ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί να επιδιώκει την άρση των κυρώσεων και να δηλώνει πολιτικά ότι επιθυμεί την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35, όμως δεν μπορεί, μόνος του, να ακυρώσει ή να παρακάμψει τη νομοθετική απαγόρευση του Κογκρέσου! Ο Πρόεδρος οφείλει να παρουσιάσει μια νομικά και πολιτικά πειστική λύση για τους S-400. Γι’ αυτό και το πραγματικό παζάρι Ερντογάν αφορά πλέον το ‘πού θα πάνε οι S-400’. Τουρκικά δημοσιεύματα (…) έφεραν την Άγκυρα να εξετάζει τη μεταφορά προς αποθήκευση ή και πώλησή τους σε χώρα του Κόλπου, με πιθανό προορισμό το Κατάρ και λιγότερο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Κρεμλίνο έχει μεν επιβεβαιώσει ότι βρίσκεται σε συζητήσεις με την Τουρκία, όμως δεν έχει ξεκαθαρίζει τη θέση του, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα «εξαιρετικά ευαίσθητο».
Η Ρωσία, φυσικά, δεν έχει κανένα λόγο να διευκολύνει την τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35. Η αναβάθμιση της πολεμικής αεροπορίας μιας χώρας που παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, παρά τις συγκυριακά βελτιωμένες διμερείς σχέσεις, της δημιουργεί ασφαλώς ανησυχία. Συνεπώς, η πιθανότητα μεταφοράς των S-400 σε τρίτη χώρα, θα αποτελέσει αντικείμενο δύσκολης διαπραγμάτευσης με την Άγκυρα. Το αντάλλαγμα, δεδομένου ότι δεν μπορεί να είναι στρατιωτικό, πιθανόν να είναι οικονομικό, ή να αφορά πολιτικές διευθετήσεις (Συρία, Ουκρανία?) Το βέβαιο είναι ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά στο τραπέζι.
Υπάρχει, όμως, και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»: το Ισραήλ. Η αμερικανική νομοθεσία κατοχυρώνει την υποχρέωση διατήρησης του ισραηλινού Qualitative Military Edge – QME (2008), δηλαδή της ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής του Ισραήλ έναντι των «αξιόπιστων» περιφερειακών απειλών. Για πωλήσεις προηγμένων όπλων σε χώρες της Μέσης Ανατολής απαιτείται γνωμάτευση του Κογκρέσου, ότι δεν υπονομεύεται αυτή η υπεροχή. Βέβαια, η περίπτωση της Τουρκίας παρουσιάζει μία νομική ιδιομορφία. Η ίδια η αμερικανική διοίκηση την εντάσσει θεσμικά στο ευρωπαϊκό και ευρασιατικό χαρτοφυλάκιο του State Department, ενώ ο νόμος περί QME αναφέρεται σε χώρες της «Μέσης Ανατολής» χωρίς να εξαρτά την εφαρμογή του από το εάν μια χώρα είναι ή όχι μέλος του ΝΑΤΟ. Συνεπώς, ναι μεν η ιδιότητα του κράτους-μέλους της Συμμαχίας δεν αποτελεί αυτομάτως εξαίρεση, αλλά η ακριβής τυπική συμπερίληψης της Τουρκίας αποτελεί αντικείμενο νομικής ερμηνείας και – φυσικά – πολιτικής βούλησης.
Το Ισραήλ, βέβαια, έχει ήδη τονίσει οτι αντιμετωπίζει το θέμα ξεκάθαρα ως ζήτημα QME και περιφερειακής ισορροπίας. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πολύ δύσκολα μπορεί να δεχθεί την παράδοση F-35 στην Τουρκία του Ερντογάν, ιδίως με τις ισραηλινές εκλογές να έχουν οριστεί (εφόσον τελικά διεξαχθούν) για τον ερχόμενο Οκτώβριο. Προφανώς, η εθνική ασφάλεια θα βρεθεί στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, καθιστούν την υπόθεση ακόμη πιο πολιτική. Ήδη, 18 βουλευτές και από τα δύο κόμματα έχουν καλέσει τον Τραμπ να μην επιτρέψει την πώληση F-35, τουλάχιστον όσο παραμένει σε εκκρεμότητα το ζήτημα των S-400. Παράλληλα, η παλαιότερη εκστρατεία ‘No Jets for Turkey’, με ισχυρή ελληνο-αμερικανική και αρμενο-αμερικανική κινητοποίηση, αποκτά νέα δυναμική, με τη συνδρομή και του αμερικανο-ισραηλινού λόμπι.
Η χώρα μας δεν μπορεί – προφανώς – να παρέμβει θεσμικά και να «απαιτήσει» τη μη πώληση των αεροσκαφών, καθώς αφενός πρόκειται για μία διακρατική συμφωνία (Τουρκίας-ΗΠΑ) και αφετέρου η Τουρκία παραμένει χώρα του ΝΑΤΟ, παρά τις διαρκείς προκλήσεις και τις νομικά τεκμηριωμένες θέσεις της Αθήνας επ’ αυτών. Θα πρέπει συνεπώς, να αναδεικνύει διαρκώς τον τουρκικό αναθεωρητισμό και προκλητικότητα σε όλα τα fora, και παράλληλα να προσπαθεί στο παρασκήνιο να κινητοποιήσει δυνάμεις που είναι σε θέση να αποτρέψουν την πώληση.
Εν κατακλείδι, η τελική συμφωνία δεν θα κριθεί μόνο από το τι θέλουν ο Τραμπ και ο Ερντογάν. Θα κριθεί από το αν η Τουρκία είναι διατεθειμένη και – το κυριότερο – μπορεί να «ξεφορτωθεί» τους S-400, τι θα ζητήσει η Ρωσία, τι ανταλλάγματα ασφαλείας θα απαιτήσει το Ισραήλ, και εάν ο Λευκός Οίκος μπορεί να ξεπεράσει τις αντιστάσεις του Κογκρέσου, ιδιαίτερα μετά την πιθανή ήττα των Ρεπουμπλικάνων στις ενδιάμεσες εκλογές. Η πραγματική μάχη, λοιπόν, διεξάγεται στο τρίγωνο Ουάσιγκτον–Άγκυρα–Ιερουσαλήμ, με τη Μόσχα να κρατά ακόμη ένα από τα κλειδιά.