Η διαμάχη για την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο γεωπολιτικό και νομικό παζλ της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η σύγκρουση αυτή δεν αφορά απλώς την εξαγωγή ενός οπλικού συστήματος, αλλά αποτελεί το επίκεντρο μιας βαθιάς εσωτερικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον.
Οι ισορροπίες στην αμερικανική κυβέρνηση
Στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης διαμορφώνονται ξεκάθαρα στρατόπεδα που αντικατοπτρίζουν διαφορετικές αντιλήψεις για την εξωτερική πολιτική. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί την επίλυση του ζητήματος, καθοδηγούμενος από την πίστη του στην προσωπική διπλωματία και τη διάθεση του να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Άγκυρα. Την εξυπηρέτηση αυτής της προεδρικής επιθυμίας έχει αναλάβει ως πολιτικός διεκπεραιωτής ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.
Στον αντίποδα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο εκπροσωπεί την παραδοσιακή θεσμική γραμμή, διαμηνύοντας ρητά ότι η αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει εξαιρέσεις για αυταρχικούς ηγέτες
Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους ισορροπεί ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Ο Χέγκσεθ λειτουργεί ως τεχνοκράτης «γεφυροποιός» που έχει λάβει εντολή να βρει μια τεχνική λύση, όμως ταυτόχρονα δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αξιοπιστία του απέναντι στο αμερικανικό στρατιωτικό κατεστημένο. Το Πεντάγωνο απαιτεί απόλυτες εγγυήσεις ότι η τεχνολογία stealth δεν θα εκτεθεί στους ρωσικούς αισθητήρες, ασκώντας ασφυκτική πίεση στον Χέγκσεθ να μην υπογράψει καμία επιφανειακή ή εύκολα αναστρέψιμη συμφωνία.
Το ίδιο επιφυλακτικός είναι και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Γουόλτζ. Ως πρώην μέλος του Κογκρέσου και σκληροπυρηνικός σε θέματα εθνικής άμυνας, ο Γουόλτζ αντιλαμβάνεται την Τουρκία ως σημαντικό νατοϊκό εταίρο, αλλά αντιτίθεται σε οποιαδήποτε παραχώρηση που θα έδειχνε αδυναμία απέναντι στη Μόσχα ή θα διατάρασσε τις ισορροπίες με στρατηγικούς συμμάχους στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η διαφωνία για την Τουρκία συνδέεται άμεσα με τον ακήρυχτο πόλεμο για την ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ενόψει των εκλογών του 2028. Ο Βανς, ως εκφραστής του κινήματος «America First», επιδιώκει να πιστωθεί μια διπλωματική νίκη που θα επιβεβαιώσει την απόλυτη ευθυγράμμιση του με τον Τραμπ. Αντίθετα, ο Ρούμπιο στοχεύει να συσπειρώσει το παραδοσιακό κατεστημένο εθνικής ασφάλειας του Κογκρέσου, αποδεικνύοντας ότι είναι ο στιβαρός ηγέτης που προστατεύει τα συμφέροντα των ΗΠΑ μέσω της αυστηρής εφαρμογής των κυρώσεων.,
Οι εκθέσεις αξιολόγησης και τα σενάρια
Για να προχωρήσει οποιαδήποτε συμφωνία, η αμερικανική νομοθεσία επιβάλλει εξαιρετικά αυστηρές προϋποθέσεις πιστοποίησης. Σύμφωνα με το άρθρο 1245 του αμυντικού προϋπολογισμού (NDAA), απαιτείται κοινή και γραπτή έκθεση πιστοποίησης από τον Υπουργό Άμυνας και τον Υπουργό Εξωτερικών προς το Κογκρέσο. Η διπλή αυτή δικλείδα σημαίνει ότι η πιστοποίηση δεν μπορεί να παρακαμφθεί από κανένα μονομερές προεδρικό διάταγμα.
Το Υπουργείο Άμυνας αναλαμβάνει την τεχνική και επιχειρησιακή αξιολόγηση, οφείλοντας να εγγυηθεί ότι δεν υφίσταται καμία τεχνική πιθανότητα υποκλοπής δεδομένων από το ρωσικό σύστημα S-400. Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προβαίνει στη νομική και διπλωματική αξιολόγηση, με τον Μάρκο Ρούμπιο να υποχρεούται να βεβαιώσει νομικά ότι η Τουρκία δεν «κατέχει» πλέον το σύστημα, προκειμένου να αρθούν οι κυρώσεις του νόμου CAATSA.
Το πρώτο και βασικότερο σενάριο που συζητείται για την τύχη των ρωσικών πυραύλων είναι η μεταφορά τους στην ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ βάση του Ιντσιρλίκ. Σε αυτή την περίπτωση, οι S-400 παραμένουν εντός τουρκικής επικράτειας αλλά κλειδώνονται σε ειδικές αποθήκες, με τους Αμερικανούς να κατέχουν τον έλεγχο πρόσβασης. Παρόλο που αυτό το σενάριο μπορεί να καλύψει τις ανησυχίες ασφαλείας του Πενταγώνου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αμφιβάλλει αν ικανοποιεί τον αυστηρό νομικό όρο περί «μη κατοχής» του συστήματος.
Το ιδανικό νομικό σενάριο για την Ουάσιγκτον είναι η πώληση ή μεταβίβαση του συστήματος σε μια φιλική προς τη Δύση χώρα. Αυτή η λύση διακόπτει οριστικά την τουρκική ιδιοκτησία, επιτρέποντας την άμεση άρση των κυρώσεων. Εντούτοις, το εμπόδιο εδώ είναι αποτρεπτικό, καθώς το συμβόλαιο της Άγκυρας με τη Μόσχα περιέχει αυστηρή ρήτρα «μη επανεξαγωγής», και οποιαδήποτε παραβίαση της θα προκαλούσε άγνωστες αντιδράσεις από τη Ρωσία.
Το τρίτο σενάριο προτείνει τη μόνιμη αδρανοποίηση των S-400 σε τουρκικές εγκαταστάσεις. Το Πεντάγωνο απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την επιλογή, καθώς θεωρεί την τεχνολογία των S-400 πολύ εξελιγμένη για να βασιστεί σε μια απλή τουρκική υπόσχεση. Η ίδια απόρριψη ισχύει και για τη μεταφορά του συστήματος σε χώρες όπως το Αζερμπαϊτζάν και η Συρία.
Το τέταρτο σενάριο συνεπάγεται τη φυσική καταστροφή ή αφαίρεση κρίσιμων ραντάρ από το σύστημα. Αν και λύνει το επιχειρησιακό πρόβλημα, θεωρείται πολιτικά αδύνατο για τον Ερντογάν να απαξιώσει μια επένδυση 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.,
Οι μηχανισμοί του Κογκρέσου
Το Αμερικανικό Κογκρέσο διατηρεί τον τελικό λόγο και έχει αναπτύξει έναν πολυεπίπεδο μηχανισμό μπλόκου. Ακόμη και αν η κυβέρνηση καταλήξει σε συμφωνία, η διαδικασία ξεκινά με το «Ανεπίσημο Μπλόκο» (Hold), όπου οι επικεφαλής των επιτροπών εξωτερικών υποθέσεων μπορούν να παγώσουν σιωπηρά τη διαδικασία πριν καν αυτή φτάσει σε επίσημη ειδοποίηση. Αν η κυβέρνηση προχωρήσει μονομερώς, το Κογκρέσο διαθέτει προθεσμία 15 ημερών για να περάσει ένα Κοινό Ψήφισμα Αποδοκιμασίας που θα ακυρώνει την πώληση.
Σε περίπτωση που ο Λευκός Οίκος ασκήσει προεδρικό βέτο στο ψήφισμα αποδοκιμασίας, το Κογκρέσο μπορεί να το ανατρέψει μόνο εξασφαλίζοντας πλειοψηφία των 2/3. Εναλλακτικά, διαθέτει το απόλυτο όπλο: την εισαγωγή ρητής απαγορευτικής τροπολογίας στον αμυντικό προϋπολογισμό NDAA. Η τροπολογία αυτή μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση οποιουδήποτε ομοσπονδιακού πόρου για τη μεταφορά, υποστήριξη ή εκπαίδευση των F-35 στην Τουρκία, μια κίνηση που ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί για να μη μείνει χωρίς χρήματα ο αμερικανικός στρατός.
Με βάση την τρέχουσα ισορροπία δυνάμεων, η πιθανότερη κατάληξη είναι η παράταση του αδιεξόδου. Η εμμονή της Τουρκίας να μην αποχωριστεί πλήρως τους S-400, συγκρούεται με το εξαιρετικά άκαμπτο αμερικανικό νομικό πλαίσιο. Η απαίτηση για κοινή υπογραφή των Ρούμπιο και Χέγκσεθ διασφαλίζει ότι καμία συμβολική κίνηση της Άγκυρας δεν θα θεωρηθεί επαρκής. Το Κογκρέσο θα παραμείνει ο απόλυτος θεματοφύλακας αυτής της γραμμής, με αποτέλεσμα η θεσμική πολιτική της αμερικανικής διοίκησης να επικρατεί έναντι της παρασκηνιακής προεδρικής διπλωματίας.
Η θεσμική πολιτική της αμερικανικής διοίκησης έναντι της παρασκηνιακής προεδρικής διπλωματίας.