Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο χαρακτηρίζεται από έναν έντονο, σχεδόν κυνικό συναλλακτικό χαρακτήρα, ο οποίος συχνά αγγίζει τα όρια της στρατηγικής αβελτηρίας. Στην παγκόσμια σκακιέρα, οι κινήσεις της Ουάσιγκτον μοιάζουν με ένα παζλ αντιφάσεων που προκαλεί βαθύ προβληματισμό στους παραδοσιακούς της συμμάχους, αποκαλύπτοντας παράλληλα τις τεκτονικές ρωγμές στο εσωτερικό του δυτικού οικοδομήματος. Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να ανοίξει ξανά την πόρτα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35, παράλληλα με την έγκριση για την πώληση εξελιγμένων κινητήρων για τα μαχητικά ΚΑΑΝ του Ερντογάν, αποτελεί την επιτομή αυτής της γεωπολιτικής αμφισημίας.

Από τη μία πλευρά, ο Τράμπ εμφανίζεται ως ο ανένδοτος διώκτης του σιιτικού ριζοσπαστισμού, πλήττοντας ανελέητα το Ιράν και παρέχοντας πλήρη πολιτική και στρατιωτική κάλυψη στο Ισραήλ για την εξάρθρωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Από την άλλη πλευρά, η ίδια ακριβώς διοίκηση επιλέγει να ενισχύσει στρατιωτικά την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος αποτελεί τον κύριο και πιο συστηματικό εκφραστή του αναθεωρητικού πολιτικού Ισλάμ στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή η δυαδικότητα δεν συνιστά απλώς μια ρητορική παραδοξολογία, αλλά μια βαθιά δομική αντίφαση που απειλεί να αποσταθεροποιήσει τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και να ενισχύσει έναν παίκτη που λειτουργεί συστηματικά ως ο Δούρειος Ίππος της Δύσης αλλά και ως εκφραστής και ενοποιητικό στοιχείο του επιθετικού πολιτικού Ισλάμ. Είναι ξεκάθαρο πως οι επιδιώξεις του Ερντογάν προσβέπουν στην ανάδειξη της Τουρκίας ως ενός γεωπολιτικού αυτόνομου πόλου που επάνω του θα συσπειρώνεται κάθε δύναμη του πολιτικού Ισλάμ από το Ισλαμαμπάντ μέχρι τη Αφρικανική Ήπειρο.

Advertisement
Advertisement

Από την άλλη, για να κατανοήσει κάποιος το σκεπτικό του Τράμπ, πίσω από αυτή την απόφαση, πρέπει να διεισδύσει στη φιλοσοφία της «διπλωματίας της συναλλαγής» που τον χαρακτηρίζει. Ο Αμερικανός πρόεδρος τρέφει μια διαχρονική εκτίμηση για τους ισχυρούς, αυταρχικούς ηγέτες που μπορούν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στο εσωτερικό των χωρών τους, παρακάμπτοντας τους θεσμικούς περιορισμούς. Στην περίπτωση του Ερντογάν, ο Τραμπ έσπευσε να επιβραβεύσει δημόσια την απόφαση της Άγκυρας να κρατήσει μια σχετική απόσταση ασφαλείας και να μην εμπλακεί ενεργά στην πρόσφατη φλεγόμενη σύρραξη μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής του για τη σταδιακή απεμπλοκή των αμερικανικών στρατευμάτων από τα ανοιχτά μέτωπα της Μέσης Ανατολής, ο Λευκός Οίκος βλέπει την Τουρκία ως έναν απαραίτητο, αν και ιδιόρρυθμο, περιφερειακό «χωροφύλακα» που μπορεί να γεμίσει το κενό ισχύος, παραβλέποντας ωστόσο το ιδεολογικό της υπόβαθρο.

Εντούτοις η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει τυφλά μια θεμελιώδη πραγματικότητα. Η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι ένας κοσμικός, προβλέψιμος σύμμαχος της Δύσης, αλλά το επίσημο ιδεολογικό και γεωγραφικό καταφύγιο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η Άγκυρα παρέχει πολιτική, οικονομική και επιχειρησιακή στήριξη στη Χαμάς, την οποία η τουρκική ηγεσία έχει χαρακτηρίσει επανειλημμένα ως απελευθερωτική οργάνωση, ενώ είναι γνωστές οι υπόγειες διαδρομές της με ριζοσπαστικά δίκτυα στη Συρία και τον Λίβανο. Ακόμα και με τη σιιτική Χεζμπολάχ, παρά τις βαθιές δογματικές τους διαφορές, η Τουρκία μοιράζεται μια κοινή συνισταμένη που εδράζεται στον σκληρό αντιδυτικισμό και την αμφισβήτηση της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Επομένως, η απόφαση του Τραμπ να εξοπλίσει την Άγκυρα με τα πιο προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη του πλανήτη έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη δική του ρητορική περί πάταξης του ισλαμικού εξτρεμισμού. Στην πραγματικότητα, ενισχύει τον μεγαλύτερο χρηματοδότη και προστάτη του πολιτικού Ισλάμ, υποσκάπτοντας την πολιτική των δυτικών δυνάμεων στην περιοχή.

Η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμη πιο προκλητική και επικίνδυνη αν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και του πολέμου στην Ουκρανία. Η Τουρκία αποβλήθηκε αρχικά από το πρόγραμμα των F-35 για έναν πολύ συγκεκριμένο και μη διαπραγματεύσιμο λόγο: την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, το οποίο απειλούσε να υποκλέψει τα τεχνολογικά μυστικά των αμερικανικών stealth αεροσκαφών. Η επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα, χωρίς την πλήρη και οριστική απομάκρυνση αυτών των συστημάτων, αποτελεί μια πρωτοφανή υποχώρηση της Ουάσιγκτον που κλονίζει την αξιοπιστία των αμερικανικών κυρώσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, η Άγκυρα παραμένει η μοναδική πρωτεύουσα του ΝΑΤΟ που αρνείται πεισματικά να επιβάλει κυρώσεις στη Μόσχα για την εισβολή της στην Ουκρανία. Αντίθετα, έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο «πλυντήριο» ρωσικών κεφαλαίων, προσφέροντας ασφαλές καταφύγιο σε Ρώσους ολιγάρχες και λειτουργώντας ως ενδιάμεσος σταθμός για την παράκαμψη των δυτικών εμπορικών περιορισμών.

Πέρα όμως από το ρωσικό μέτωπο, η φιλοτουρκική αυτή στροφή της κυβέρνησης Τραμπ παράγει μια ακόμη πιο εφιαλτική παρενέργεια σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, καθώς διευκολύνει την έμμεση αλλά συστηματική ισχυροποίηση της Κίνας στην Ευρασία. Το Πεκίνο παρακολουθεί με μεγάλη χαρά τη σταδιακή αποξένωση της Τουρκίας από τις δυτικές αξίες και την οικονομική της εξάρτηση από εναλλακτικά κέντρα ισχύος. Μια ενδυναμωμένη, αναθεωρητική και εξοπλισμένη με δυτικά όπλα Τουρκία αποτελεί τον ιδανικό εταίρο για την Κίνα στο πλαίσιο της στρατηγικής της «Μίας Ζώνης, Ενός Δρόμου». Η Άγκυρα, ελέγχοντας τα Στενά και αποτελώντας τη γέφυρα προς την Κεντρική Ασία, προσφέρει στο Πεκίνο τη δυνατότητα να παρακάμψει τις θαλάσσιες οδούς που ελέγχονται από το αμερικανικό ναυτικό. Όσο η Ουάσιγκτον ανέχεται τις καιροσκοπικές ισορροπίες του Ερντογάν, τόσο επιτρέπει στην Κίνα να διεισδύει οικονομικά και με υποδομές στην καρδιά της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, μετατρέποντας μια νατοϊκή χώρα σε κόμβο κινεζικής γεωπολιτικής επιρροής.

Αυτή η εξέλιξη αποκαλύπτει μια βαθύτερη, σχεδόν τραγική ιδεολογική υποχώρηση της πολιτικής της Δύσης. Για δεκαετίες, η δυτική συμμαχία δεν βασιζόταν μόνο στα κοινά στρατιωτικά οπλοστάσια, αλλά σε ένα κοινό σύστημα αξιών, στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τον σεβασμό των διεθνών συνθηκών. Όταν ο ηγέτης της ισχυρότερης δημοκρατίας του κόσμου επιλέγει να παραβλέψει τον αυταρχισμό, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον απροκάλυπτο αναθεωρητισμό της Τουρκίας χάριν μιας εφήμερης «συναλλαγής», το μήνυμα που εκπέμπεται παγκοσμίως είναι ότι οι αρχές της Δύσης έχουν τιμή πώλησης. Η ιδεολογική αυτή συνθηκολόγηση απογυμνώνει τη Δύση από το ηθικό της πλεονέκτημα απέναντι στα απολυταρχικά καθεστώτα, αποδεικνύοντας ότι ο πραγματισμός έχει αντικαταστήσει πλήρως τις αξίες.

Αυτή η πτώση των ιδεολογικών συστατικών στοιχείων της Δύσης συνδέεται άρρηκτα με τον διασπαστικό ρόλο που διαδραματίζει ο ίδιος ο Τραμπ στο εσωτερικό της συμμαχίας. Η ρητορική του και οι πράξεις του συχνά αντιμετωπίζουν το ΝΑΤΟ όχι ως μια ενιαία αμυντική κοινότητα, υπερασπιστή αξιών, αλλά ως μια εταιρεία προστασίας όπου οι σύμμαχοι πρέπει να «πληρώνουν». Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί ένα βαθύ και επικίνδυνο ρήγμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αντί να επιδιώκει τη συνοχή απέναντι στις παγκόσμιες αποσταθεροποιητικές απειλές, ο Αμερικανός πρόεδρος συχνά απομονώνει και επικρίνει τους Ευρωπαίους συμμάχους, ενώ την ίδια στιγμή χαρίζεται σε αυταρχικούς ηγέτες που απειλούν ευθέως την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η πολιτική αυτή αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη, καλλιεργώντας το αίσθημα της στρατηγικής απομόνωσης και αναγκάζοντάς την να αναζητήσει τη δική της αυτόνομη πορεία, γεγονός που αποδυναμώνει έτι περαιτέρω τον διατλαντικό δεσμό.

Advertisement

Στην πραγματικότητα, η τρέχουσα τάση του Τραμπ δεν γεννιέται σε γεωπολιτικό κενό, αλλά αποτελεί άμεσο σύμπτωμα του βαθύτατου αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται σήμερα η κατακερματισμένη Δύση. Ο δυτικός κόσμος βιώνει μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας: είναι ιδεολογικά πολωμένος, πολιτικά παράλυτος από τον λαϊκισμό, αμυντικά αποψιλωμένος μετά από δεκαετίες υποεπενδύσεων και γεωπολιτικά αμήχανος. Αυτό το εσωτερικό αδιέξοδο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εντυπωσιακή οικονομική, τεχνολογική και γεωπολιτική γιγάντωση της Κίνας, η οποία έχει καταφέρει να ηγηθεί ενός σκληρού, αυταρχικού άξονα στην Ευρασία.

Η Δύση έχασε το μονοπώλιο της τεχνολογικής πρωτοπορίας και της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ η οικονομική της εξάρτηση από τις κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες την καθιστούν ευάλωτη. Μπροστά σε αυτή την αδυναμία και την απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας, η πολιτική Τραμπ επιλέγει τον δρόμο της αναδίπλωσης και των αποσπασματικών συμφωνιών, θυσιάζοντας τη συλλογική στρατηγική, το θεσμικό αξιακό πλαίσιο δημοκρατικών αρχών στο οποίο εδράζονται τα θεσμικά όργανα της Δύσης, προς χάριν της επιβίωσης του ισχυρότερου. Την ίδια στιγμή ενώ στις χώρες του εξτρεμιστικού πολιτικού Ισλάμ οι γυναίκες διώκονται για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, στη Δύση ο ατομικός δικαιωματισμός, μετατρέπεται στο υπέρτατο «δημοκρατικό» αγαθό της πολιτισμικής/πολιτικής της ταυτότητας.

Για να ανατραπεί αυτή η φθίνουσα πορεία και να μπορέσει η Δύση —και πρωτίστως η Ευρώπη— να ανακάμψει, απαιτείται μια ριζική συλλογική και συντονισμένη αφύπνιση.

Advertisement

Το ιστορικό γεγονός-ορόσημο που θα μπορούσε να πυροδοτήσει αυτή την αλλαγή είναι η επίσημη διακήρυξη μιας «Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Αυτονομίας» στη βάση θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών με τη γέννηση ενός πραγματικού Ευρωπαϊκού Στρατού, ανεξάρτητου αλλά συμπληρωματικού προς το ΝΑΤΟ.

Η Ευρώπη πρέπει να πάψει να είναι ένας γεωπολιτικός καταναλωτής ασφάλειας και να μετατραπεί σε παραγωγό. Αυτό προϋποθέτει την άμεση εκτίναξη των αμυντικών δαπανών, την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και τη δημιουργία κοινών πυρηνικών και συμβατικών αποτρεπτικών μέσων. Αλλά πρωτίστως προϋποθέτει τη θεσμική θωράκιση των λαών στη βάση των πανανθρώπινων συλλογικών αξιών που γέννησαν οι δημοκρατίες της Δύσης, αποδεσμευμένης από τον απολυταρχισμό και την κοινωνική διάλυση που παράγει ο σημερινός ατομικός δικαιωματισμός της «συμπεριλιπτικής» παράνοιας.

Παράλληλα, η οικονομική ανάκαμψη απαιτεί ένα επιθετικό πρόγραμμα «αποσύνδεσης» από την Κίνα και τη Ρωσία, με την επαναφορά της παραγωγής κρίσιμων τεχνολογιών, όπως οι ημιαγωγοί και η πράσινη ενέργεια, σε ευρωπαϊκό έδαφος. Μόνο αν η Ευρώπη αποκτήσει δική της ισχυρή οικονομική και στρατιωτική φωνή θα μπορέσει να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να τη σεβαστεί ως ισότιμο εταίρο, τερματίζοντας τις διασπαστικές τάσεις τύπου Τραμπ.

Advertisement

Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, αυτή η στρατηγική σχιζοφρένεια κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια πλήρη αναδιάταξη της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος, με ολέθριες συνέπειες για το δυτικό υπόδειγμα, εκτός εάν πραγματοποιηθούν οι παραπάνω δομικές αλλαγές. Αν η Ουάσιγκτον συνεχίσει να εξοπλίζει και να ανέχεται την αναθεωρητική Τουρκία και η Ευρώπη παραμείνει απαθής, το ΝΑΤΟ θα μετατραπεί σε έναν κενό οργανισμό, διαιρεμένο εκ των έσω, ανίκανο να αντιδράσει συλλογικά.

Η Ελλάδα και η Κύπρος, δύο διαχρονικοί πυλώνες σταθερότητας που ευθυγραμμίζονται απόλυτα με τις δυτικές δημοκρατικές αρχές, θα βρεθούν αντιμέτωπες με μια γεωπολιτική ασυμμετρία που θα έχει χρηματοδοτηθεί και εξοπλιστεί από την ίδια τους τη σύμμαχο.

Η ιστορία θα καταγράψει ότι η κοντόφθαλμη παραχώρηση των F-35 δεν εξασφάλισε τη σταθερότητα, αλλά επιτάχυνε την αποδόμηση της δυτικής κυριαρχίας, στρώνοντας το χαλί για την ανάδυση ενός κόσμου όπου η ισχύς και ο συγκεντρωτισμός υπερέχει του δικαίου. Μόνο μια ενωμένη, αποφασισμένη και αμυντικά θωρακισμένη Ευρώπη μπορεί να ορθώσει ανάστημα, να διασώσει τις αξίες της ελευθερίας και να διαδραματίσει ξανά τον ιστορικό της ρόλο ως αυθεντικός εκπρόσωπος της δημοκρατίας απέναντι στις σκληρές απολυταρχίες της Ευρασίας.

Advertisement
Advertisement