Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου 

Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες δύο φαινομενικά διαφορετικά γεγονότα αποκαλύπτουν – αν τα δει κάποιος μαζί – μια πολύ ευρύτερη στρατηγική εικόνα. Στις 31 Αυγούστου Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα πολυεπίπεδο σύστημα αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επανήλθε δημοσίως στη γνωστή του θέση περί «στρατιωτικοποίησης» των ελληνικών νησιών, προειδοποιώντας ότι η Ελλάδα ακολουθεί «λάθος δρόμο» και ότι η Τουρκία «θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο».

Advertisement
Advertisement

Και σχεδόν ταυτόχρονα, ένα τουρκικό ερευνητικό σκάφος, το «TÜBİTAK Marmara», βρέθηκε νοτιοδυτικά του Καστελλορίζου, έπειτα από τουρκική NAVTEX για επιστημονική έρευνα.

Δεν πρόκειται για το ίδιο ζήτημα. Είναι όμως τρία κομμάτια της ίδιας στρατηγικής εικόνας: άμυνα, αποτροπή και αμφισβήτηση.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς μια ακόμη αγορά όπλων.

Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από την απόκτηση μεμονωμένων οπλικών συστημάτων και μια συμμαχία.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως πολυεπίπεδη στρατηγική αρχιτεκτονική αεράμυνας, με συστήματα όπως τα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, σύγχρονα ραντάρ και ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα, προβλέπεται χωριστή συμφωνία για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Η ουσία, συνεπώς, δεν είναι απλώς πόσοι πύραυλοι αγοράζονται ή πόσες συστοιχίες θα εγκατασταθούν.

Advertisement

Η ουσία είναι η αλλαγή φιλοσοφίας.

Η σύγχρονη άμυνα δεν στηρίζεται μόνο στην ικανότητα να ανταποδώσεις ένα πλήγμα. Στηρίζεται όλο και περισσότερο στην ικανότητα να αρνηθείς στον αντίπαλο τη δυνατότητα να επιτύχει τον στρατιωτικό του στόχο.

Αυτό είναι αποτροπή μέσω άρνησης: ο αντίπαλος πρέπει να γνωρίζει ότι ακόμη και αν επιχειρήσει να επιβάλει τετελεσμένο, η πιθανότητα επιτυχίας του θα είναι περιορισμένη και το κόστος δυσανάλογο.

Advertisement

Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, επιχειρεί να καταστήσει την επίθεση λιγότερο ελκυστική επιλογή.

Και αυτό ακριβώς είναι η αποτροπή. Όχι προετοιμασία για πόλεμο, αλλά προσπάθεια να καταστεί ο πόλεμος η χειρότερη επιλογή.

Η αντίδραση της Άγκυρας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτή την εξέλιξη.

Advertisement

Ο Ερντογάν επανέφερε τη θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την «λανθασμένη προσέγγιση» και συνέδεσε εκ νέου το ζήτημα των ελληνικών νησιών με τις τουρκικές αντιλήψεις περί αποστρατιωτικοποίησης. Η χρονική συγκυρία, μόλις δύο ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», έχει προφανή πολιτικό και στρατηγικό συμβολισμό.

Εδώ όμως βρίσκεται η κρίσιμη παράμετρος:

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται τουρκική άδεια για να οργανώσει την άμυνά της.

Advertisement

Η Αθήνα οφείλει ασφαλώς να σέβεται το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες που την δεσμεύουν. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από την αποδοχή μιας μονομερούς τουρκικής ερμηνείας των συνθηκών ως δικαιώματος ελέγχου της ελληνικής αμυντικής πολιτικής.

Advertisement

Ούτε η απειλή ούτε η πολιτική πίεση μπορούν να δημιουργήσουν ένα τέτοιο δικαίωμα.

Η Ελλάδα είναι κυρίαρχο κράτος. Έχει δικαίωμα να αξιολογεί τις απειλές που αντιμετωπίζει και να οργανώνει τις ένοπλες δυνάμεις της αναλόγως, μέσα στα όρια του διεθνούς δικαίου.

Η συζήτηση περί αυτοάμυνας, άλλωστε, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο επιβολής μονομερών περιορισμών. Το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ κατοχυρώνει το εγγενές δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης. Αυτό δεν αποτελεί λευκή επιταγή, αλλά ούτε και μπορεί να ερμηνεύεται ως υποχρέωση ενός κράτους να παραμένει στρατιωτικά αδύναμο επειδή το απαιτεί ο δυνητικός αντίπαλός του.

Advertisement

Και μετά ήρθε το «TÜBİTAK Marmara»

Το δεύτερο επεισόδιο είναι διαφορετικό, αλλά εξίσου ενδιαφέρον.

Το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «TÜBİTAK Marmara» κινήθηκε νοτιοδυτικά του Καστελλορίζου στο πλαίσιο τουρκικής NAVTEX για επιστημονική έρευνα. Η Ελλάδα αντέδρασε με anti-NAVTEX, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής που είχε δεσμευθεί περιλαμβάνει σημείο επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ότι η σχετική δραστηριότητα δεν ήταν εξουσιοδοτημένη.

Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σκάφους.

Το «TÜBİTAK Marmara» δεν είναι ένα απλό πλοίο. Πρόκειται για ερευνητικό σκάφος του τουρκικού επιστημονικού και τεχνολογικού οργανισμού TÜBİTAK, εξοπλισμένο για ωκεανογραφικές και γεωφυσικές έρευνες, χαρτογράφηση και συλλογή θαλάσσιων δεδομένων.

Η επιστήμη, βεβαίως, δεν δημιουργεί από μόνη της κυριαρχικά δικαιώματα.

Ούτε η συλλογή σεισμικών, γεωφυσικών ή βυθομετρικών δεδομένων μπορεί να μεταβάλει αυτομάτως το νομικό καθεστώς μιας υφαλοκρηπίδας.

Αλλά εδώ βρίσκεται η λεπτή στρατηγική διάσταση.

Τα δεδομένα δεν δημιουργούν δικαιώματα. Μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν για να υποστηρίξουν μια πολιτική και νομική αφήγηση.

Και η Τουρκία έχει επενδύσει επί χρόνια στην παραγωγή της δικής της επιστημονικής, χαρτογραφικής και τεχνικής τεκμηρίωσης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Για χρόνια, τα τουρκικά ερευνητικά πλοία, όπως το Oruç Reis, αποτέλεσαν το επιχειρησιακό σύμβολο της τουρκικής αμφισβήτησης στη θάλασσα.

Το «TÜBİTAK Marmara» προσθέτει μια διαφορετική διάσταση. Τη συστηματική παραγωγή γνώσης και δεδομένων.

Η διαφορά είναι ουσιώδης.

Η Τουρκία δεν χρειάζεται να «κερδίσει» νομικά την υφαλοκρηπίδα μέσω ενός ερευνητικού πλοίου. Μπορεί όμως να επιχειρεί να ενισχύει μακροπρόθεσμα τη δική της τεχνική και επιστημονική τεκμηρίωση, την οποία στη συνέχεια θα εντάξει στη συνολική διπλωματική της επιχειρηματολογία.

Αυτό απαιτεί από την Ελλάδα όχι πανικό, αλλά συστηματική αντιπαραγωγή γνώσης.

Χαρτογράφηση. Υδρογραφικές και γεωφυσικές έρευνες. Επιστημονικά δεδομένα. Νομική τεκμηρίωση. Διεθνής παρουσία. Και, κυρίως, συνέπεια μεταξύ επιστήμης, διπλωματίας και εθνικής στρατηγικής.

Το «TÜBİTAK Marmara» τελικά απομακρύνθηκε από την περιοχή, ενώ η ελληνική πλευρά είχε ήδη αντιδράσει με anti-NAVTEX.

Το επεισόδιο έληξε χωρίς θερμό επεισόδιο.

Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί ασήμαντο.

Γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον μια Τουρκία που επιχειρεί να δρα ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα: στρατιωτικό, διπλωματικό, νομικό, τεχνολογικό και πληροφοριακό.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι η απάντηση στο επίπεδο της αποτροπής.

Η διεθνής και νομική τεκμηρίωση είναι η απάντηση στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου.

Η ελληνική επιστημονική έρευνα είναι η απάντηση στο επίπεδο της γνώσης και των δεδομένων.

Και η ψύχραιμη διπλωματία είναι η απάντηση στο επίπεδο της διαχείρισης της έντασης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στον διάλογο και την αποτροπή. Χρειάζεται και τα δύο.

Ο διάλογος χωρίς ισχύ μπορεί να γίνει διάλογος υπό πίεση.

Η ισχύς χωρίς διάλογο μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Το ζητούμενο είναι διαφορετικό: ισχύς που αποτρέπει, διπλωματία που διαχειρίζεται και διεθνές δίκαιο που τεκμηριώνει.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Και ίσως αυτό είναι και το βαθύτερο μήνυμα του «TÜBİTAK Marmara»:

Η νέα ελληνοτουρκική αντιπαράθεση δεν θα διεξάγεται μόνο με πλοία, αεροσκάφη και πυραύλους. Θα διεξάγεται και με χάρτες, δεδομένα, επιστήμη, νομικά επιχειρήματα και τη δυνατότητα κάθε πλευράς να πείσει τη διεθνή κοινότητα για τη δική της εκδοχή των πραγμάτων.

Σε αυτή τη μάχη, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδράνειας ούτε της υπερβολής.

Χρειάζεται αποτροπή χωρίς πολεμοκαπηλεία, διάλογο χωρίς αυταπάτες και επιστήμη στην υπηρεσία μιας τεκμηριωμένης εθνικής στρατηγικής.