Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος Διευθυντής, Strategy International (SI) Ltd Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University – School of Politics and Diplomacy

*

Advertisement
Advertisement

Η ευρωπαϊκή συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση «κρίσεων». Ωστόσο, η έννοια της κρίσης προϋποθέτει μια προσωρινή απόκλιση από την κανονικότητα. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο. Η αστάθεια δεν αποτελεί πλέον παρένθεση αλλά το νέο δομικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, η αυξανόμενη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο, οι επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας στην Ερυθρά Θάλασσα και ο στρατηγικός ανταγωνισμός Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό δεν αποτελούν ανεξάρτητα γεγονότα. Αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις μιας ευρύτερης ανακατανομής ισχύος.

Η επιστροφή της γεωπολιτικής είναι πλέον μετρήσιμη. Σύμφωνα με το SIPRI, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφθασαν τα 2,887 τρισ. δολάρια το 2025, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό. Η Ευρώπη κατέγραψε ετήσια αύξηση περίπου 14%, ενώ το ΝΑΤΟ συμφώνησε στη σταδιακή αύξηση των συνολικών επενδύσεων για άμυνα και ασφάλεια στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν μόνο αυξημένους προϋπολογισμούς· αποτυπώνουν μια θεμελιώδη μεταβολή της στρατηγικής αντίληψης. Η αποτροπή επιστρέφει ως κεντρικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπει σταδιακά το μοντέλο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, όπου η οικονομική αλληλεξάρτηση θεωρούνταν επαρκής εγγύηση ειρήνης. Το πρόγραμμα SAFE, ύψους έως 150 δισ. ευρώ, το σχέδιο ReArm Europe / Readiness 2030, η αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών και η προσπάθεια δημιουργίας ανθεκτικής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας αποτελούν ενδείξεις ότι οι Βρυξέλλες αντιλαμβάνονται πλέον την ασφάλεια ως προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης και όχι ως συνέπειά της.

Το νέο στρατηγικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από τη σύγκλιση στρατιωτικών και μη στρατιωτικών απειλών. Η χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων, η τεχνητή νοημοσύνη, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι επιχειρήσεις επιρροής και η στοχοποίηση ενεργειακών ή ψηφιακών υποδομών μεταβάλλουν ριζικά τον τρόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων. Στην Ουκρανία παρατηρείται η μαζική χρήση drones και ηλεκτρονικού πολέμου. Στη Μέση Ανατολή, οι επιθέσεις σε λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και εμπορικά πλοία αποδεικνύουν ότι η οικονομία αποτελεί πλέον μέρος του πεδίου μάχης.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας. Περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου διέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Η παραμικρή διαταραχή οδηγεί σε ανακατεύθυνση πλοίων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα κινδύνου και τους χρόνους παράδοσης. Αντίστοιχα, τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν τη σημαντικότερη ενεργειακή δίοδο του κόσμου, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου. Η ασφάλεια των δύο αυτών σημείων δεν αφορά μόνο τις περιφερειακές δυνάμεις· επηρεάζει άμεσα τη βιομηχανία, τον πληθωρισμό και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος παύει να αποτελεί περιφερειακή γεωγραφική ζώνη και μετατρέπεται σε κεντρικό στρατηγικό χώρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Εκεί διασταυρώνονται οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι υποθαλάσσιες ψηφιακές υποδομές, οι επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως κράτη πρώτης γραμμής, αλλά ως πάροχοι ασφάλειας και σταθερότητας για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Advertisement

Η στρατηγική αξία της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν απορρέει μόνο από τη γεωγραφική τους θέση αλλά από τον συνδυασμό υποδομών, συμμαχιών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Η Σούδα αποτελεί σήμερα τη σημαντικότερη ναυτική και αεροπορική εγκατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας επιχειρήσεις από τη Βόρεια Αφρική μέχρι τη Μέση Ανατολή. Η Αλεξανδρούπολη, ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς πολιτικές συζητήσεις, έχει αναδειχθεί σε βασικό κόμβο στρατηγικών μεταφορών προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, μειώνοντας την εξάρτηση των συμμαχικών δυνάμεων από τα Στενά του Βοσπόρου. Στην Κύπρο, οι Βρετανικές Κυρίαρχες Βάσεις εξακολουθούν να διαδραματίζουν κρίσιμο επιχειρησιακό ρόλο για αποστολές επιτήρησης, πληροφοριών και αεροπορικής υποστήριξης στη Μέση Ανατολή.

Εξίσου κρίσιμη είναι η οικονομική διάσταση της ασφάλειας. Η ελληνόκτητη ναυτιλία εξακολουθεί να ελέγχει περίπου το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και πάνω από το 60% της ευρωπαϊκής, γεγονός που μετατρέπει κάθε διαταραχή στις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας σε ζήτημα άμεσου ελληνικού και ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Παράλληλα, τα υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων που διέρχονται από την Ανατολική Μεσόγειο, οι τερματικοί σταθμοί LNG στην Ελλάδα, οι σχεδιαζόμενες ηλεκτρικές διασυνδέσεις Ελλάδας–Κύπρου και οι ενεργειακές υποδομές της περιοχής αποκτούν πλέον χαρακτήρα κρίσιμων ευρωπαϊκών υποδομών και όχι απλώς εθνικών έργων.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Τουρκία παραμένει ένας ιδιαίτερα σημαντικός στρατηγικός παράγοντας. Διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στο ΝΑΤΟ, ισχυρή και αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, σημαντική παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων και επιδιώκει να λειτουργεί ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος ισχύος, διατηρώντας παράλληλα σχέσεις τόσο με τη Δύση όσο και με τη Ρωσία. Η πραγματικότητα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με ευχολόγια. Αντίθετα, επιβάλλει στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία να επενδύσουν ακόμη περισσότερο στην αποτρεπτική τους ικανότητα, στη διπλωματική τους αξιοπιστία και στη συμμετοχή τους στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Advertisement

Η πρόκληση για την Αθήνα και τη Λευκωσία δεν είναι να αποδείξουν τη γεωπολιτική τους σημασία· αυτή είναι ήδη δεδομένη. Η πραγματική πρόκληση είναι να τη μετατρέψουν σε μετρήσιμη πολιτική επιρροή. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά προγράμματα αμυντικής βιομηχανίας, επενδύσεις σε κυβερνοάμυνα, τεχνητή νοημοσύνη και μη επανδρωμένα συστήματα, ενίσχυση της προστασίας κρίσιμων υποδομών και δημιουργία ενός μόνιμου ευρωπαϊκού μηχανισμού θαλάσσιας επιτήρησης στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου Ελλάδα και Κύπρος θα διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η «δομική κανονικότητα της αστάθειας» δεν σημαίνει ότι ο κόσμος οδηγείται αναπόφευκτα σε έναν γενικευμένο πόλεμο. Σημαίνει, όμως, ότι η περίοδος κατά την οποία η Ευρώπη μπορούσε να θεωρεί την ασφάλεια δεδομένη έχει οριστικά παρέλθει. Η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική ανθεκτικότητα, η τεχνολογική υπεροχή και η προστασία των κρίσιμων υποδομών αποτελούν πλέον ενιαίο σύνολο. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση είναι να αποκτήσει τη στρατηγική βούληση που αντιστοιχεί στην οικονομική της ισχύ. Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη: να αξιοποιήσουν τη γεωγραφία τους όχι ως επιχείρημα ευπάθειας αλλά ως θεμέλιο ισχύος, επιρροής και στρατηγικής πρωτοβουλίας. Σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα έχει γίνει η νέα κανονικότητα, η προσαρμογή δεν αποτελεί επιλογή· αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης.

Advertisement