Η είδηση για τις αυξήσεις στις αποδοχές των Μητροπολιτών λειτούργησε σαν καταλύτης. Όχι επειδή μεταβάλλει ριζικά τις οικονομικές ισορροπίες της χώρας, αλλά επειδή άγγιξε ένα νεύρο ευαίσθητο. Την καχυποψία μιας κοινωνίας που έχει μάθει να υποψιάζεται τα πάντα. Σε εποχή στενότητας, η αριθμητική γίνεται ηθικό κριτήριο. Το ποσό μεταφράζεται αυτομάτως σε πρόκληση. Και ο θεσμός που το φέρει, σε ένοχο. Δεν είναι παράδοξο. Όταν η καθημερινότητα συρρικνώνεται σε αγώνα επιβίωσης, κάθε αναπροσαρμογή αποδοχών εκλαμβάνεται ως ύβρις. Η ακρίβεια δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι ο λογαριασμός στο τραπέζι, το ενοίκιο που βαραίνει, η αβεβαιότητα για το αύριο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η ανακοίνωση για αυξήσεις σε εκκλησιαστικά πρόσωπα ενεργοποίησε έναν σχεδόν αντανακλαστικό μηχανισμό. Καταγγελία, ειρωνεία, χλεύη.
Όμως το ζήτημα δεν εξαντλείται σε έναν πίνακα μισθολογικών κλιμακίων. Η ένταση των αντιδράσεων αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Μια κρίση σχέσης με την ίδια την έννοια της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία, αν είναι όντως Εκκλησία, δεν ταυτίζεται με διοικητικό μηχανισμό ούτε με οικονομική διαχείριση. Είναι τρόπος ύπαρξης, πρόταση κοινωνίας, άσκηση ελευθερίας. Όταν όμως περιορίζεται στη σφαίρα της χρησιμότητας, κρίνεται αποκλειστικά με όρους αποδοτικότητας και κόστους. Στη δημόσια συζήτηση κυριάρχησε η λογική της ισοπέδωσης. «Όλοι ίδιοι», «όλοι βολεμένοι», «όλοι μακριά από τα προβλήματα του κόσμου». Η γενίκευση λειτουργεί καθησυχαστικά. Απαλλάσσει από την ευθύνη της διάκρισης. Δεν χρειάζεται να ξεχωρίσουμε πρόσωπα, να αναγνωρίσουμε διαφορετικές ποιότητες ήθους, να διακρίνουμε φωτεινές εξαιρέσεις. Η συλλήβδην απαξίωση μας επιτρέπει να διατηρούμε την αυτάρκεια της αγανάκτησης.
Κι όμως, η Εκκλησία στην ιστορική εμπειρία του ελληνισμού δεν υπήρξε απλώς ένας θεσμός ανάμεσα σε άλλους. Υπήρξε χώρος συγκρότησης ταυτότητας, κιβωτός μνήμης, τρόπος αντίστασης σε περιόδους αλλοτρίωσης. Στις σκοτεινές εποχές, όταν η πολιτική οντότητα είχε εκλείψει, η εκκλησιαστική κοινότητα διέσωσε γλώσσα, παράδοση, αίσθηση συνέχειας. Αυτό δεν συνιστά ιδεολογικό σύνθημα. Αποτελεί ιστορική διαπίστωση. Σήμερα, ωστόσο, η Εκκλησία κρίνεται με κριτήρια που ανήκουν σε μιαν άλλη ανθρωπολογία. Εκείνη της ατομικής αυτάρκειας. Αν δεν είναι απολύτως ταπεινή, αν δεν επιλέγει τη θεαματική αυτοστέρηση, αν δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μιας κοινωνίας που θέλει τον θρησκευτικό λόγο ακίνδυνο και περιθωριακό, τότε καθίσταται ύποπτη. Η απαίτηση είναι σαφής. Να υπάρχει, αλλά να μην ενοχλεί. Να τελεί μυστήρια, αλλά να μη διατυπώνει λόγο. Να προσφέρει φιλανθρωπία, αλλά να μην διεκδικεί παρουσία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι αυξήσεις ήταν πολιτικά εύστοχες ή επικοινωνιακά ατυχείς. Το ερώτημα είναι αν επιθυμούμε μια Εκκλησία ζωντανή, με πρόσωπα που αναλαμβάνουν ευθύνη και κρίνονται γι’ αυτήν, ή έναν αποδυναμωμένο οργανισμό, περιορισμένο σε ρόλο διακοσμητικό. Μια Εκκλησία που φοβάται να υπάρξει δημόσια, για να μην προκαλέσει την οργή της διαδικτυακής πλατείας. Βεβαίως, η Εκκλησία δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Στους κόλπους της υπήρξαν και υπάρχουν πρόσωπα που πρόδωσαν το ευαγγελικό ήθος. Η εξουσία, όταν δεν βιώνεται ως διακονία, μετατρέπεται σε πειρασμό. Η θεσμική θέση δεν εγγυάται την αγιότητα. Αντιθέτως, την εκθέτει σε μεγαλύτερη δοκιμασία. Η αυτοκριτική δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος αλήθειας.
Άλλο όμως η κριτική και άλλο η εμπάθεια. Όταν ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει σε χυδαιότητα, όταν η ανωνυμία γίνεται ασπίδα για εκτόξευση ύβρεων, τότε δεν έχουμε κοινωνία διαλόγου αλλά σύμπτωμα παρακμής. Η ευκολία με την οποία στοχοποιούνται οι κληρικοί μαρτυρεί μιαν εσωτερική σύγχυση. Ταυτίζουμε το πρόσωπο με τον ρόλο, τον θεσμό με τα σφάλματα επιμέρους εκπροσώπων του. Σε μια χώρα όπου χιλιάδες ενορίες συντηρούν συσσίτια, δομές φιλοξενίας, κέντρα στήριξης οικογενειών, η γενικευμένη δυσφήμηση πλήττει και εκείνους που εργάζονται σιωπηλά. Ο ιερέας της γειτονιάς που γνωρίζει τις ανάγκες των πιστών, που σπεύδει σε νοσοκομεία και σπίτια πένθους, που μοιράζεται τη φτώχεια των ανθρώπων του, εντάσσεται αδιακρίτως στο ίδιο κατηγορητήριο. Η συλλογική καταδίκη δεν αφήνει χώρο για τη διάκριση.
Μια αποδυναμωμένη Εκκλησία ποιους εξυπηρετεί; Τους αδύναμους που βρίσκουν στήριγμα σε αυτήν ή μια κοινωνία που επιθυμεί να αποκοπεί από κάθε αναφορά σε κοινότητα; Αν η Εκκλησία περιοριστεί σε ιδιωτική υπόθεση, αν χάσει τον δημόσιο χαρακτήρα της, τότε το κενό δεν θα μείνει αναξιοποίητο. Θα το καλύψουν άλλες μορφές συλλογικότητας, ίσως λιγότερο διαφανείς, ίσως περισσότερο ιδεολογικές. Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι οικονομικό. Είναι υπαρξιακό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κοινή μας ζωή. Αν η κοινωνία περιορίζεται σε σύνολο ατόμων που διεκδικούν μερίδιο πόρων, τότε κάθε απόφαση κρίνεται αποκλειστικά με όρους συμφέροντος. Αν όμως η κοινωνία είναι σχέση, αν προϋποθέτει εμπιστοσύνη και αμοιβαία ευθύνη, τότε η κριτική οφείλει να διατυπώνεται με σεβασμό και επίγνωση της πολυπλοκότητας.
Ίσως η αναταραχή γύρω από τις αυξήσεις να λειτουργήσει ως ευκαιρία αυτογνωσίας. Όχι μόνο για την Εκκλησία, που καλείται να σταθμίζει τις επιλογές της με ποιμαντική ευαισθησία, αλλά και για την κοινωνία, που οφείλει να αναρωτηθεί αν ο λόγος της υπηρετεί την αλήθεια ή απλώς εκτονώνει συσσωρευμένη οργή. Διότι η ποιότητα του δημόσιου χώρου δεν εξαρτάται μόνο από τις αποφάσεις των θεσμών, αλλά και από το ήθος με το οποίο τις αντιμετωπίζουμε. Αντί, λοιπόν, να αναπαράγουμε στερεότυπα, θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τα καλά παραδείγματα σε όλους τους χώρους. Να απαιτήσουμε διαφάνεια χωρίς να καταφεύγουμε σε απαξίωση. Να ασκήσουμε κριτική χωρίς να καταστρέφουμε. Η Εκκλησία, όπως κάθε θεσμός, χρειάζεται έλεγχο. Αλλά χρειάζεται και εμπιστοσύνη για να επιτελέσει την αποστολή της.
Στο τέλος, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Θέλουμε μια Εκκλησία που θα αποτελεί σκάνδαλο ελευθερίας μέσα στην ιστορία ή έναν ακίνδυνο οργανισμό, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της συγκυρίας; Η απάντηση δεν θα δοθεί με αναρτήσεις οργής, αλλά με τον τρόπο που επιλέγουμε να συνυπάρχουμε. Και αυτό αφορά όλους μας.