Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η εφαρμογή της Πολιτικής Ανταγωνισμού, άθροισμα κανόνων διασφάλισης υγιούς ανταγωνισμού, βάσει των κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικών παραμέτρων του συστήματος αγοράς (με κυρίαρχο το καθολικό και ισότιμο δικαίωμα ελεύθερης συμμετοχής), προστατεύει την οικονομική ελευθερία και τον ανταγωνισμό από ενέργειες νόθευσης είτε περιορισμού του (επιζήμιες επί της συνολικής οικονομικής ευημερίας), προωθεί την απελευθέρωση αγορών, ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα ρυθμίζει την επιχειρηματική συμπεριφορά, διασφαλίζει την ισότητα και την αμεροληψία και θωρακίζει τις μικρές επιχειρήσεις, αποτρέποντας στρεβλώσεις των όρων ανταγωνισμού.

Επίσης, αυξάνει την οικονομική ευημερία επί όρων συνολικού πλεονάσματος (καταναλωτή-παραγωγού) τιθασεύοντας τον πληθωρισμό, διευρύνει τις επιλογές καταναλωτών (μείωση τιμών αγαθών-υπηρεσιών, βελτίωση ποιότητας και προσφορά βέλτιστων όρων προμήθειάς τους), εγγυάται την ενότητα της ενωσϊακής αγοράς (εμποδίζοντας την κατάτμησή της λόγω συμπράξεων-συγχωνεύσεων επιχειρήσεων, μονοπώλησης αγορών και κατάχρησης εταιρικής δεσπόζουσας θέσης) και ενισχύει την ενωσϊακή μόχλευση στις διαπραγματεύσεις με τη βιομηχανία (εναρμονιζόμενη με την αρχή της επικουρικότητας και τις αρμοδιότητες των κρατών-μελών της ΕΕ) καθώς και την ισχυροποίηση της θέσης της ΕΕ στις διεθνείς αγορές.

Advertisement
Advertisement

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφαρμόζει, βάσει του ενωσϊακού δικαίου και εθνικών νομοθεσιών, τους ενωσϊακούς κανόνες ανταγωνισμού (άρ.101-109 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-ΣΛΕΕ) που απαγορεύουν συμφωνίες και καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και ρυθμίζουν τον ανταγωνισμό δημοσίων επιχειρήσεων και τις κρατικές ενισχύσεις. Στην Ελλάδα,ο φορέας εποπτείας τήρησης κανόνων ελεύθερου ανταγωνισμού είναι η Επιτροπή Ανταγωνισμού,αρχή με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Στον τομέα της υγείας, οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές φαρμακευτικών εταιρειών, εκτός από διασάλευση του υγιούς αναταγωνισμού, θέτουν υπό διακινδύνευση και την πρόσβαση των πολιτών σε οικονομικώς προσιτά φάρμακα, απαιτώντας εποπτεία της λειτουργίας της φαρμακευτικής αγοράς και επιβολής της νομοθεσίας ανταγωνισμού. Το χρονικό διάστημα 2009-2017 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταλόγισε πρόστιμα συνολικού ύψους 1,07δις € για αντιανταγωνιστικές πρακτικές παρασκευαστών φαρμάκων και εταιρειών χονδρικής/λιανικής πώλησης, δηλαδή κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και περιοριστικές συμφωνίες μεταξύ εταιρειών, επιμερισμένες σε οριζόντιες μεταξύ ανταγωνιστών (συμφωνίες αντίστροφης πληρωμής), πρόδηλες συμπράξεις (νόθευση διαγωνισμών) και κάθετες (ρήτρες απαγόρευσης στους διανομείς προς αποτροπή προώθησης προϊόντων ανταγωνιστών παρασκευαστών).

Χαρακτηριστική είναι η επιβολή προστίμων σε επιχειρήσεις με υψηλά μερίδια στην ευρωπαϊκή αγορά, εκτεταμένο δίκτυο πωλήσεων-διανομής και τεχνολογικά-εμπορικά πλεονεκτήματα που υιοθετούν εταιρικές στρατηγικές φραγμών εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά και σύναψης προνομιακών εκπτώσεων με πελάτες με εφαρμογή της «αγγλικής ρήτρας» (υποχρέωσης πελατών για παροχή στην εταιρεία πληροφοριών για πιο συμφέρουσες προσφορές από ανταγωνιστές). Έτσι οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις (ενήμερες για την τιμολογιακή πολιτική των ανταγωνιστών) καθορίζουν οι ίδιες την πολιτική τιμών στην αγορά.

Η εν λόγω πρακτική εκτιμάται ως αιτία ουσιαστικού αποκλεισμού εισόδου ανταγωνιστών στην αγορά, συνιστώντας σημείο σύμπτωσης εκμεταλλευτικών με παρεμποδιστικές καταχρήσεις και εγείροντας ζήτημα αλλοίωσης του ανταγωνισμού (υπαγόμενη στο άρ.102 ΣΛΕΕ), με τη διακριτική τιμολόγηση να οδηγεί σε αποκλεισμό ανταγωνιστών και παροχή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στον πελάτη που αγοράζει φθηνότερα. 

Παράλληλα, η ενωσϊακή αγορά κλυδωνίζεται σε δυσχερείς συγκυρίες, όπως στην πανδημία Covid-19, όπου κατόπιν ελαστικοποίησης των δημοσιονομικών κανόνων, τα οικονομικώς πιο εύρωστα κράτη επιδότησαν τις εθνικές επιχειρήσεις τους περισσότερο από τις αδύναμες χώρες, διεύρυναν τα μερίδια τους στις αγορές και εκτόπισαν ανταγωνιστές από τις οικονομικά ασθενέστερες χώρες, παρακάμπτοντας της αρχές της ενιαίας αγοράς και στρεβλώνοντας τους κανόνες του ανταγωνισμού.

Ομοιότητες με την προαναφερθείσα πρακτική διαπιστώνονται mutatis mutandis και στην τρέχουσα χρονική περίοδο της διατάραξης της απρόσκοπτης ναυσιπλοϊας και λειτουργίας της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας μέσω των Στενών του Ορμούζ καθώς και των επαγομένων εκτιναχθεισών τιμών ενέργειας που συρρικνώνουν τα εισοδήματα, με τις αλλεπάλληλες εκεχειρίες και επανενάρξεις εχθροπραξιών (κατόπιν εξακολουθητικών παραβιάσεων των πρώτων) να παράγουν ένα μεταβλητό οικονομικό περιβάλλον, με διευρυνόμενη αβεβαιότητα, αναστέλλοντας τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Advertisement

Εντός του Προσωρινού Πλαισίου Κρατικών Ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κρίση στη Μέση Ανατολή (METSAF), εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29-4-2026 προς αντιμετώπιση από επιχειρήσεις των οικονομικών επιπτώσεων και του κόστους ενέργειας, καυσίμων και λιπασμάτων καθώς και της αστάθειας στις τιμές ενέργειας και εφοδιασμού λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καθαρή, δίκαιη και ανταγωνιστική μετάβαση και επίτροπος ανταγωνισμού, Τ.Ριμπέρα, έχει δηλώσει ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα δύνανται να επιδοτούν έως 31-12-2026 μέχρι και 70% την επιπρόσθετη δαπάνη για καύσιμα και λιπάσματα σε τομείς όπως η γεωργία, οι μεταφορές, επιχειρήσεις αλιείας και ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Δίχως αμφισβήτηση του μέτρου ως συνολική οικονομική «αιμοδοσία», τα δημοσιονομικώς ενισχυμένα ευρωπαϊκά κράτη θα έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε υψηλότερες κρατικές ενισχύσεις από τα τελούντα υπό δημοσιονομική πίεση, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Σε αντίστιξη, η έκθεση Λέτα έχει προκρίνει σταδιακή αντικατάσταση των εθνικών ενισχύσεων από ευρωπαϊκές, με πόρους αθροιζόμενους σε κοινό ταμείο από κρατικές ενισχύσεις, ενωσϊακό προϋπολογισμό είτε κοινό δανεισμό. Ο τελευταίος  αποτυπώνεται και στη δέσμη των προταθεισών (και από τον Μ.Ντράγκι) μεταρρυθμίσεων, κατόπιν αναγκαιότητας υψηλότερης συμβολής της παραγωγικότητας στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΕ, λόγω του φθίνοντος εργατικού δυναμικού (βάσει δημογραφικών τάσεων).

Σε σύζευξη με τα ανωτέρω, κομβικής σημασίας είναι η διευκόλυνση της άντλησης κεφαλαίων μέσω (και) δανεισμού για αύξηση του μεριδίου επενδύσεων επί του ΑΕΠ (στόχος των ενωσϊακών κεφαλαιαγορών), υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΕ θα δύναται να δανείζεται φθηνά τα απαιτούμενα κεφάλαια, μέσω κοινώς εκδιδομένων χρηματοδοτικών μέσων που θα προσφέρουν στις επιχειρήσεις την αναγκαία χρηματοδότηση, προκειμένου να ενθαρρύνεται η συμπαγής ενωσϊακή οικονομική δραστηριότητα, να αποτρέπεται η μετεγκατάσταση της έδρας ικανού αριθμού ευρωπαϊκών εταιρειών εκτός ΕΕ και να ανακατευθύνονται τα ευρωπαϊκά αποταμιευτικά κεφάλαια στην ενωσϊακή αγορά (κρίσιμο τμήμα τους εξάγεται σε έτερες κεφαλαιαγορές, αποφέροντας κέρδη για τους αποταμιευτές, ενώ τα σχετικά με την παραγωγικότητα οφέλη τα απολαμβάνουν οι χώρες που προσελκύουν την επένδυση κεφαλαίων).

Advertisement

Με την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την εξάλειψη των φραγμών διασυνοριακών συναλλαγών και μετακίνησης κεφαλαίων, μέσω απλοποίησης και εναρμόνισης με τους κανόνες της ενωσϊακής αγοράς για βέλτιστη προσαρμογή των εταιρειών στο επιχειρηματικό οικοσύστημα (καθ’υπόδειξη της έκθεσης Λέτα) δια τραπεζικών συγχωνεύσεων και κοινών εκδόσεων ασφαλούς χρέους (για χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών ως αντηρίδα της διασυνοριακής οικονομικής δραστηριότητας και απρόσκοπτης κίνησης κεφαλαίων εντός της ΕΕ), θα ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και θα αυξηθούν οι εθνικές επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, δίχως ναρκοθέτηση της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Καταληκτικά, οι αρμόδιοι ενωσϊακοί φορείς οφείλουν να παρεμβαίνουν κατά επιχειρηματικών συμπεριφορών που φαλκιδεύουν τον υγιή ανταγωνισμό (μέσω έκνομων προσοδοθηρικών κινήτρων), με στρατηγική προσήλωση στην εναρμόνιση της επιχειρηματικής πρακτικής με την ενωσϊακή νομοθεσία. Η επιβολή κανόνων ανταγωνισμού, συμπληρωματική της νομοθετικής-ρυθμιστικής δράσης, αντιπροσωπεύει τριπλό στοίχημα, για τις επιχειρήσεις (που θα απολαμβάνουν ασφαλές και δίκαιο επιχειρηματικό περιβάλλον που θα εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητά τους), τις ρυθμιστικές αρχές (που θα προασπίζουν τα συμφέροντα των καταναλωτών και του συνόλου των ανταγωνιστριών δυνάμεων της αγοράς) και κυρίως τους πολίτες, επωφελούμενους από τη διευρυνόμενη πρόσβαση σε καινοτόμα και οικονομικώς προσιτά αγαθά.

Τέλος, οι ευρωπαϊκές αρμόδιες αρχές καλούνται σε επικαιροποίηση της ενωσϊακής νομοθεσίας ανταγωνισμού και την επέκτασή της σε σύνθετο πολιτικό έδαφος, αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα εξισορρόπησης και συναντίληψης των απαιτήσεων εθνικών κυβερνήσεων, βιομηχανίας και πολιτών (αποσοβώντας τον κίνδυνο ακροσφαλών εθνικών αποσυνδέσεων από την ενωσϊακή πολιτική καθώς και άκριτης υπέρβασης των εθνικών νομοθετικών ορίων) ως εχέγγυο αποφυγής υφάλων (υποσκάπτουσες τον ορθό ανταγωνισμό ενέργειες), διασφάλισης των εφοδιαστικών αλυσίδων και υλοποίησης του οράματος της πολιτικής ωρίμανσης της ΕΕ, πρωτοστατούσα έναντι των εκάστοτε αναδυομένων προκλήσεων.

Advertisement

Ισίδωρος Μέντης, Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), MBA στη Διοίκηση Επιχειρήσεων & Οικονομικών Μονάδων (ΕΚΠΑ), Στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ (isidorosm@gmail.com)