Του Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη
Το ζήτημα των λεγόμενων «μη κρατικών πανεπιστημίων» δεν είναι πλέον μόνο μια θεωρητική αντιπαράθεση για το άρθρο 16. Δεν είναι μόνο μια συζήτηση για το αν η κυβέρνηση είχε ή δεν είχε το δικαίωμα να παρακάμψει τη συνταγματική αναθεώρηση μέσω μιας νέας ερμηνείας του Συντάγματος.
Τώρα έχουμε και την πράξη.
Και η πράξη αρχίζει να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του ίδιου του εγχειρήματος.
Οι πρόσφατες αποφάσεις 1167–1172/2026 του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσαν άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας τριών ΝΠΠΕ και αντίστοιχες πράξεις πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών. Μεταξύ των λόγων που αναδείχθηκαν ήταν ζητήματα νομιμότητας της διαδικασίας, αλλά και ένα στοιχείο ιδιαίτερα σοβαρό για την ακαδημαϊκή τάξη: το ΣτΕ έκρινε ότι τα στοιχεία που είχε θεσπίσει η ΕΘΑΑΕ δεν συνιστούσαν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούσε ο ίδιος ο νόμος για την πιστοποίηση των προγραμμάτων.
Ας το συνειδητοποιήσουμε. Δεν συζητούμε για άδειες καταστημάτων. Συζητούμε για Πανεπιστήμια. Για ιδρύματα που θα απονέμουν πανεπιστημιακούς τίτλους, θα εκπαιδεύουν γιατρούς, μηχανικούς, νομικούς, οικονομολόγους, επιστήμονες. Επομένως, η ακρίβεια των ακαδημαϊκών κριτηρίων δεν είναι μια γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της πανεπιστημιακής αξιοπιστίας.
Ο Γιάννης Πανούσης έθεσε σωστά το θέμα της αξιοπιστίας και της ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Θα προχωρούσα όμως ακόμη περισσότερο.
Το πείραμα των ΝΠΠΕ αρχίζει ήδη να αποκαλύπτει τις θεσμικές του αντιφάσεις.
Και η πρώτη είναι κραυγαλέα.
Το ελληνικό κράτος απαιτεί εδώ και χρόνια από τα δημόσια Πανεπιστήμια εξαντλητικές διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης. Κάθε Τμήμα, κάθε πρόγραμμα σπουδών, κάθε νέο μεταπτυχιακό καλείται να αποδείξει την ακαδημαϊκή του επάρκεια. Καθηγητές. Εργαστήρια. Βιβλιοθήκες. Ερευνητικό έργο. Δείκτες ποιότητας. Μαθησιακά αποτελέσματα. Στρατηγικά σχέδια. Εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση. ΜΟΔΙΠ. ΕΘΑΑΕ. Φάκελοι επί φακέλων.
Και σωστά. Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο πρέπει να ελέγχεται αυστηρά, γιατί διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα και απονέμει τίτλους με κοινωνικό κύρος.
Αλλά τότε τίθεται το απλό ερώτημα:
Γιατί δεν εφαρμόζεται τουλάχιστον η ίδια αυστηρότητα στους νέους ιδιωτικούς φορείς;
Πώς είναι δυνατόν ένα δημόσιο Τμήμα που λειτουργεί επί πενήντα ή εκατό χρόνια να καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι είναι επαρκές, ενώ ένας καινούργιος φορέας αποκτά πανεπιστημιακή υπόσταση με διαδικασίες οι οποίες, στην πρώτη κιόλας δικαστική δοκιμασία, εμφανίζουν τέτοιες αδυναμίες;
Για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο, λοιπόν, αυστηρότητα μέχρι ασφυξίας. Για το ιδιωτικό, «ευελιξία» μέχρι προχειρότητας; Αυτή δεν είναι ισονομία. Είναι δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Και εδώ δεν χωρούν δικαιολογίες περί «παιδικών ασθενειών» ενός νέου θεσμού. Όταν δημιουργείται μια νέα αγορά Ανώτατης Εκπαίδευσης, οι εγγυήσεις θα έπρεπε να είναι αυστηρότερες, όχι χαλαρότερες.
Το δεύτερο ζήτημα είναι βαθύτερα ακαδημαϊκό.
Τι είναι τελικά Πανεπιστήμιο;
Αρκεί να μεταφερθεί το όνομα ενός ξένου ιδρύματος στην πρόσοψη ενός κτιρίου της Αθήνας; Αρκεί μια σύμβαση δικαιόχρησης ή συνεργασίας; Αρκεί η διεθνής αναγνωρισιμότητα ενός μητρικού ιδρύματος ώστε να μεταφέρεται αυτομάτως και στο παράρτημά του; Το Πανεπιστήμιο δεν είναι franchise. Δεν είναι εμπορικό σήμα. Δεν είναι λογότυπο.
Πανεπιστήμιο είναι καθηγητές πλήρους ακαδημαϊκής παρουσίας, ερευνητικές ομάδες, εργαστήρια, βιβλιοθήκες, διδακτορικές διατριβές, ελεύθερη επιστημονική αναζήτηση, θεσμοί αυτοδιοίκησης, παράδοση και συνέχεια.
Το κύρος ενός Πανεπιστημίου οικοδομείται σε δεκαετίες. Δεν εισάγεται με κοντέινερ από το εξωτερικό. Και δεν αγοράζεται μαζί με την άδεια λειτουργίας.
Υπάρχει όμως και μια τρίτη, πολύ μεγαλύτερη αντίφαση: ο εθνικός ακαδημαϊκός σχεδιασμός. Ποιος αποφασίζει πόσες Ιατρικές, Νομικές ή Πολυτεχνικές Σχολές χρειάζεται η Ελλάδα; Η Πολιτεία με βάση τις κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες ή η αγορά με βάση το κέρδος; Αν η Ιατρική έχει μεγάλη ζήτηση και υψηλά δίδακτρα, θα δημιουργούμε Ιατρικές. Αν η Νομική αποτελεί εμπορικά ελκυστικό προϊόν, θα δημιουργούμε Νομικές. Και αν ένα επιστημονικό αντικείμενο είναι εθνικά απαραίτητο αλλά οικονομικά μη επικερδές, ποιος ιδιώτης θα ενδιαφερθεί;
Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.
Αν αύριο δημιουργηθούν πολλές ιδιωτικές Νομικές στην Αθήνα, ποια θα είναι η επίπτωση στη Νομική Κομοτηνής και στον ιδιαίτερο εθνικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου στη Θράκη; Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Είναι η ουσία της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Το Πανεπιστημιακό σύστημα μιας χώρας δεν μπορεί να οργανώνεται όπως ο χάρτης των εμπορικών κέντρων: όπου υπάρχει πελατεία, ανοίγουμε κατάστημα. Αυτό δεν είναι ακαδημαϊκός σχεδιασμός. Είναι εμπορική χωροταξία της γνώσης.
Και φθάνουμε βεβαίως στον ελέφαντα που παραμένει στο δωμάτιο: το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Η κυβέρνηση επέλεξε να θεσπίσει τον ν. 5094/2024 χωρίς προηγούμενη αναθεώρηση του άρθρου 16, υποστηρίζοντας ότι το ενωσιακό δίκαιο επιτρέπει μια νέα ερμηνεία για τη λειτουργία παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ δέχθηκε κατά πλειοψηφία αυτή την ερμηνεία. Και το Υπουργείο Παιδείας, μετά τις αποφάσεις της 13ης Αυγούστου 2026, επαναλαμβάνει ότι το θεσμικό πλαίσιο έχει κριθεί συνταγματικό και ότι οι νέες ακυρώσεις αφορούν την εφαρμογή του.
Αυτό πρέπει να το αναγνωρίζουμε με θεσμική ακρίβεια.
Οι νέες αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος δεν κήρυξαν τον νόμο αντισυνταγματικό.
Αλλά από αυτό μέχρι το να υποστηρίζουμε ότι έληξε η συνταγματική και πολιτική συζήτηση υπάρχει μεγάλη απόσταση. Διότι υπήρχε ένας καθαρός, έντιμος και δημοκρατικός δρόμος.
Αν θέλαμε να αλλάξουμε τον χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης, μπορούσαμε να αναθεωρήσουμε το άρθρο 16: Με δημόσιο διάλογο. Με δύο Βουλές. Με τις αυξημένες πλειοψηφίες που απαιτεί το Σύνταγμα. Με τον ελληνικό λαό να γνωρίζει ότι ψηφίζει και γι’ αυτή την αλλαγή. Αυτό θα ήταν θεσμικά καθαρό. Αντί γι’ αυτό επιλέχθηκε η ερμηνευτική παράκαμψη.
Και εδώ βρίσκεται το μείζον πρόβλημα.
Γιατί σήμερα παρακάμπτουμε με «ερμηνεία» το άρθρο 16. Αύριο ποια άλλη ρητή συνταγματική διάταξη θα θεωρήσουμε ότι μπορεί να προσαρμοστεί στις πολιτικές μας επιθυμίες χωρίς αναθεώρηση;
Τα Συντάγματα όμως δεν υπάρχουν για να μας βολεύουν όταν συμφωνούμε μαζί τους. Υπάρχουν ακριβώς για να δεσμεύουν την εξουσία όταν δεν τη βολεύουν.
Και τι μας λέει τώρα η κυβέρνηση; Ότι θα διορθωθούν οι διαδικασίες. Ότι θα εξειδικευθούν τα κριτήρια. Ότι η ΕΘΑΑΕ θα προσαρμόσει τις πράξεις της. Ότι οι φοιτητές δεν θα χάσουν το ακαδημαϊκό έτος.
Αλλά εδώ είναι ακριβώς το σημείο όπου χρειάζεται πολιτική καθαρότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι αν θα αλλάξουν μερικές παράγραφοι ενός κανονισμού.
Το πρόβλημα είναι αν ένα σύστημα που ξεκίνησε από μια συνταγματικά αμφισβητούμενη παράκαμψη, που μεταφέρει τη λογική της αγοράς στην Ανώτατη Εκπαίδευση και που ήδη εμφανίζει κενά στην ίδια τη διαδικασία πιστοποίησης, μπορεί να θεραπευθεί με διοικητικά μπαλώματα.
Όταν το κτίριο εμφανίζει ρωγμές πριν ακόμη κατοικηθεί, ο μηχανικός δεν αλλάζει το χρώμα των τοίχων. Ελέγχει τα θεμέλια. Και τα θεμέλια αυτού του οικοδομήματος είναι λανθασμένα.
Γιατί πίσω από όλα τα νομικά επιχειρήματα υπάρχει τελικά ένα πολιτικό ερώτημα:
Τι Πανεπιστήμιο θέλουμε;
Ένα Πανεπιστήμιο δημόσιο, ανοιχτό σε όλους, όπου η πρόσβαση στη γνώση δεν εξαρτάται από το οικογενειακό εισόδημα; Ή μια παράλληλη αγορά πτυχίων, στην οποία ο οικονομικά ισχυρότερος αποκτά περισσότερες επιλογές επειδή μπορεί να πληρώσει;
Η Παιδεία όμως δεν είναι εμπόρευμα. Ο φοιτητής δεν είναι πελάτης. Ο καθηγητής δεν είναι υπάλληλος παραγωγής τίτλων. Και το Πανεπιστήμιο δεν είναι supermarket πτυχίων.
Αν πραγματικά ενδιαφερόμαστε για την αναβάθμιση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, υπάρχει ένας πολύ πιο απαιτητικός δρόμος: να χρηματοδοτήσουμε τα δημόσια Πανεπιστήμια. Να προσλάβουμε νέους καθηγητές. Να ανανεώσουμε τα εργαστήρια. Να στηρίξουμε την έρευνα. Να δημιουργήσουμε φοιτητικές εστίες. Να φέρουμε πίσω τους νέους επιστήμονες που έφυγαν. Να κάνουμε τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια τόσο ισχυρά ώστε να μη χρειάζονται διαφημιστικά συνθήματα για να αποδείξουν την αξία τους.
Οι αποφάσεις του ΣτΕ μάς δίνουν επομένως μια ευκαιρία.
Όχι να διορθώσουμε πρόχειρα τις διαδικασίες ώστε το πείραμα να συνεχιστεί σαν να μη συνέβη τίποτε.
Αλλά να ξανανοίξουμε τη συζήτηση από την αρχή.
Όχι για το πώς θα λειτουργήσει καλύτερα η αγορά της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Αλλά για το αν θέλουμε να υπάρχει αυτή η αγορά.
Και η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή:
Όχι στην τροποποίηση κανονισμών για να σωθεί ένα λανθασμένο θεσμικό οικοδόμημα. Όχι στα μπαλώματα.
Κατάργηση του νόμου για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, που παραμένει κατά την άποψή μας αντίθετος στο γράμμα και στο πνεύμα του άρθρου 16.
Ενίσχυση του Δημόσιου Πανεπιστημίου. Γιατί η γνώση δεν είναι προϊόν. Η μόρφωση δεν είναι προνόμιο. Και το Πανεπιστήμιο δεν είναι επιχείρηση.
Η Παιδεία είναι δημόσιο αγαθό.
Και τα δημόσια αγαθά δεν πωλούνται – υπερασπίζονται.
*
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο ανήκουν αποκλειστικά στον/στην αρθρογράφο και δεν απηχούν κατ’ ανάγκην τις θέσεις της HuffPost Greece ή της συντακτικής της ομάδας. Η δημοσίευσή τους δεν συνιστά υιοθέτηση ή έγκρισή τους από το μέσο.