Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η μεταπολεμική Ευρώπη δεν χτίστηκε σε ιδεολογικό κενό. Τον Σεπτέμβριο του 1946  στη Στουτγάρδη, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Μπερνς, εκφωνεί τον λόγο που έμεινε γνωστός ως Speech of Hope: Η Γερμανία δεν θα αποβιομηχανοποιηθεί, θα ανασυγκροτηθεί.  Η απόφαση αυτή, μαζί με το σχέδιο Μάρσαλ, έθεσε τα υλικά θεμέλια πάνω στα οποία στήθηκε αργότερα το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στον αντίποδα, το σοβιετικό μοντέλο λειτούργησε για την ευρωπαϊκή αριστερά ταυτόχρονα ως σημείο αναφοράς και ως βάρος.

Οι δυτικές σοσιαλδημοκρατίες όρισαν τον εαυτό τους απέναντι σε αυτό: κράτος πρόνοιας, ισχυρά συνδικάτα, ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, δημόσια υγεία και παιδεία. Το 1981 αυτό το πρόγραμμα δοκιμάστηκε στην πιο φιλόδοξη εκδοχή του. Ο Φρανσουά Μιτεράν εκλέγεται τον Μάιο, πρόεδρος της Γαλλίας, με τη στήριξη μιας ευρύτερης συνεργασίας σοσιαλιστών και κομμουνιστών. Η λαϊκή εντολή ήταν σαφής: τερματισμός της οικονομικής λιτότητας και εφαρμογή ενός σχεδίου αναδιανομής του εισοδήματος. Το πρόγραμμα των 110 Προτάσεων δεν ήταν μαρξιστικό, όπως ενίοτε λέγεται εκ των υστέρων. Ήταν κεϋνσιανό και σοσιαλδημοκρατικό, με έντονη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, αύξηση του κατώτατου μισθού, πέμπτη εβδομάδα άδειας, μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας στις 35 ώρες, συνταξιοδότηση στα εξήντα. Στόχος του ήταν η ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων μέσω της ενεργοποίησης του μηχανισμού της ζήτησης.

Advertisement
Advertisement

Το εγχείρημα προσέκρουσε σχεδόν αμέσως σε έναν περιορισμό που η ίδια η Γαλλία είχε αποδεχθεί. Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ), που είχαν συγκροτήσει το 1979 ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν και ο Χέλμουτ Σμιτ, καθήλωνε το φράγκο σε στενά περιθώρια διακύμανσης έναντι του γερμανικού μάρκου. Όταν η γαλλική ζήτηση αυξήθηκε, ενώ οι εταίροι ακολουθούσαν συσταλτική πολιτική, το εμπορικό έλλειμμα διογκώθηκε και η ισοτιμία δέχθηκε πίεση. Ακολούθησαν τρεις υποτιμήσεις μέσα σε δεκαεπτά μήνες: Οκτώβριος 1981, Ιούνιος 1982, Μάρτιος 1983. Ο Ζακ Ντελόρ, υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών από το 1981 έως το 1984, έβλεπε το κόστος δανεισμού να ανεβαίνει και τη φυγή κεφαλαίων να μην ανακόπτεται παρά τα υψηλά επιτόκια.

Τον Μάρτιο του 1983 λαμβάνεται η απόφαση που θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες. Η Γαλλία παραμένει στο ΕΝΣ και εγκαταλείπει την επεκτατική πολιτική. Είναι το tournant de larigueur, η στροφή προς τη λιτότητα, και ο Ντελόρ ήταν ο άνθρωπος που κράτησε αυτή τη γραμμή απέναντι στις πιέσεις του κόμματος.

Η εξαγωγή του γαλλικού μοντέλου

Το συμπέρασμα που βγήκε από την ήττα δεν ήταν η εγκατάλειψη του στόχου  αλλά η αλλαγή κλίμακας. Αν η κεϋνσιανή πολιτική δεν χωρούσε σε μία χώρα, θα έπρεπε να γίνει ευρωπαϊκή. Τον Ιανουάριο του 1985 ο Ντελόρ μετακομίζει στις Βρυξέλλες ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θέση που θα κρατήσει επί δέκα χρόνια, ως τον Ιανουάριο του 1995. Είναι έως σήμερα, ο πιο δραστήριος και πολιτικά καθοριστικός επικεφαλής, που πέρασε από τον θεσμό. Το έργο του είναι γνωστό:  Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986, η ενιαία αγορά που τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1993, η Έκθεση Ντελόρ το 1989, που χάραξε τον δρόμο προς την Οικονομική και Νομισματική Ένωση και το Μάαστριχτ, ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων και φυσικά τα ταμεία συνοχής που μετέφεραν πόρους προς τον ευρωπαϊκό Νότο.

Τη δεκαετία του 1990 τα δεδομένα αλλάζουν δραματικά. Το σοβιετικό μοντέλο καταρρέει και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία σταματάει να αναπαράγει τη ρητορική του παρελθόντος, όχι επειδή δεν έχει κάτι να πει αλλά επειδή σε μεγάλο βαθμό οι στόχοι της είχαν ήδη επιτευχθεί. Τα εργατικά συνδικάτα υπήρχαν και ήταν ισχυρά, με μερική εξαίρεση τη θατσερική  Βρετανία,  ενώ η εργατική τάξη  βρισκόταν  σε σαφώς καλύτερη θέση από ότι στις προηγούμενες δεκαετίες. Παράλληλα, οι εργασιακές σχέσεις ήταν ρυθμισμένες ενώ οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν δημόσια συστήματα υγείας και παρείχαν καθολική πρόσβαση σε υπηρεσίες εκπαίδευσης.

Και εκεί ακριβώς συμβαίνουν δύο πράγματα: η εκλογή του Μπιλ Κλίντον το 1992 και η στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Η λογική της «τριγωνικής» διακυβέρνησης του Κλίντον, η προσπάθεια δηλαδή να ενσωματωθούν τα θετικά στοιχεία και των δύο πλευρών, δημιούργησε ένα ωστικό κύμα που δεν άργησε να φτάσει στην Ευρώπη. Ο Κώστας Σημίτης  αναλαμβάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1996, ο Ρομάνο Πρόντι στην Ιταλία τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, ως επικεφαλής του κεντροαριστερού συνασπισμού της Ελιάς, ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία τον Μάιο του 1997 και φυσικά ο Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία τον Οκτώβριο του 1998. Το 1999 οι δύο τελευταίοι συνυπογράφουν μάλιστα το κείμενο που κωδικοποιεί το νέο δόγμα.

Advertisement

Τα οικονομικά του τρίτου δρόμου αποκτούν υπόσταση και αποτελούν τη βασική οικονομική πολιτική των σημαντικότερων ευρωπαϊκών κρατών. Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο υπαγόρευε αυστηρότερη ρύθμιση των επιδοματικών πολιτικών, με τη λογική της ενεργοποίησης αντί της αποζημίωσης. Στη Γερμανία, με τις μεταρρυθμίσεις Hartz, σήμαινε και χαλαρότερη προστασία της εργασίας.  Στη  Βρετανία  όχι.  Μάλιστα  ο Μπλερ θέσπισε το 1998 τον πρώτο εθνικό κατώτατο μισθό της χώρας.

Ταυτόχρονα όμως το κράτος αναζητά νέες πηγές χρηματοδότησης, για να υποστηρίξει το κοινωνικό οικοδόμημα των προηγούμενων δεκαετιών, καθώς η φορολογία – που μέχρι τότε το συντηρούσε – έπρεπε να μειωθεί. Η βρετανική περίπτωση είναι η πιο καθαρή. Η άνθηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και του Σίτι, τη δεκαετία του 1990, παρήγαγε φορολογικά έσοδα που το New Labour διοχέτευσε σε υγεία και παιδεία, χωρίς να αγγίξει τη φορολογία εισοδήματος. Ενδεικτικό της λογικής είναι ότι ο φόρος υπερκέρδους του 1997 επιβλήθηκε στις ιδιωτικοποιημένες, πρώην δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, όχι στις τράπεζες. Ελευθερία στο χρήμα, χρηματοδότηση στο κοινωνικό κράτος. Αυτό ήταν το συμβόλαιο.

Ασχέτως αν η συγκεκριμένη στροφή κρίνεται επιτυχημένη ή αποτυχημένη, η ευρωπαϊκή αριστερά είχε κάτι να πει. Είχε κάτι να προσφέρει στον δημόσιο διάλογο.

Advertisement

Η κρίση και το κενό

Με την κρίση του 2008 τα δεδομένα αλλάζουν για όλους. Η σκληρή πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβλήθηκε, επέφερε τα γνωστά πλέον σε όλους μας αποτελέσματα. Τα εισοδήματα (κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο) και οι συντάξεις μειώθηκαν κατακόρυφα, οι εργασιακές σχέσεις απορρυθμίστηκαν σημαντικά και η επισφάλεια επανήλθε ως μόνιμη συνθήκη.

Εκεί ακριβώς όπου η ευρωπαϊκή αριστερά είχε, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, ένα μήνυμα να επικοινωνήσει, φάνηκε πως δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει. Παρέδωσε τα λαϊκά στρώματα στην ακροδεξιά, μη έχοντας πλέον τι να πει στο κοινό της. Επέλεξε να εγκλωβιστεί στη ρητορική των δικαιωμάτων, της συμπερίληψης και της πράσινης μετάβασης, με αποτέλεσμα να χάσει την επαφή με τα κοινωνικά στρώματα που την είχαν περισσότερο ανάγκη. Είδε το δέντρο και άφησε το δάσος στους ακροδεξιούς και στους επικίνδυνους λαϊκιστές. Τα νούμερα δεν επιδέχονται πολλές ερμηνείες. Στον πρώτο γύρο των γαλλικών βουλευτικών εκλογών τον Ιούνιο του 2024, το 57% των εργατών ψήφισε τον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό. Στην Αυστρία, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, περίπου οι μισοί εργάτες ψήφισαν το Κόμμα της Ελευθερίας ενώ στην Ιταλία συμβαίνουν τα ίδια και χειρότερα.

Advertisement

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2026, η Linke αναδείχθηκε πρώτο κόμμα στο Βερολίνο με 25,7%, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της. Για ένα μέρος της ευρωπαϊκής αριστεράς το αποτέλεσμα διαβάστηκε ως απόδειξη ότι η ανάκαμψη έχει ήδη αρχίσει. Αξίζει όμως να δούμε αναλυτικά ποιοι την ψήφισαν και γιατί.

Η Linke συγκέντρωσε σχεδόν το 50% των ψηφοφόρων στις ηλικίες από 25 έως 34 ετών, ενώ κατέγραψε παρόμοια ποσοστά και στους νέους από 16 έως 24 ετών. Το θέμα είναι όμως ποιοι είναι οι ψηφοφόροι της, ποιο το βιοτικό τους επίπεδο και ποια η κοινωνική τους τάξη. Η Linke, που διαχρονικά ήταν μια παράταξη της οποίας η βασική δεξαμενή ψηφοφόρων ήταν οι εργαζόμενοι (κυρίως στην βιομηχανία) και εκλογικό της προπύργιο η περιοχή της πρώην ανατολικής Γερμανίας, μετεξελίχθηκε σε κάτι άλλο. Πλέον έγινε κόμμα της νεολαίας και των μορφωμένων μεσοαστικών στρωμάτων, κυρίως των μεγάλων πόλεων. Η αποχώρηση παραδοσιακών στελεχών της στέρησε μεγάλο μέρος της παραδοσιακής εργατικής βάσης και των μεγαλύτερων ηλικιών, άνοιξε όμως χώρο για δεκάδες χιλιάδες νέα μέλη.

Οι λόγοι της επικράτησης της αριστεράς είναι εύλογοι. Το Βερολίνο ζει μία από τις σοβαρότερες στεγαστικές κρίσεις της Ευρώπης,  μια πόλη όπου η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων δεν έχει ιδιόκτητη κατοικία. Η Linke έστησε την καμπάνια της σχεδόν αποκλειστικά εκεί:  πάγωμα των ενοικίων και κοινωνικοποίηση κατοικιών που ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες. Ήταν η ευρωπαϊκή εκδοχή της ατζέντας του κόστους ζωής, της λεγόμενης affordability agenda, με την οποία κέρδισε τη Νέα Υόρκη ο Ζοχράν Μαμντάνι.

Advertisement

Την ίδια ημέρα όμως, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η AfD αναδείχθηκε πρώτη με 38,3%, κερδίζοντας 21,6 μονάδες, ενώ η Linke υποχώρησε στο 6,5%. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD είχε φτάσει το 43,8%. Σε εθνικό επίπεδο οι δημοσκοπήσεις την δίνουν πρώτη, κοντά στο 29%, σχεδόν εννέα μονάδες πάνω από το αποτέλεσμα των εκλογών του 2025, ενώ η Linke κινείται γύρω στο 10-11%. Ακόμα και στο Βερολίνο, οι εργάτες ψήφισαν κατά πρώτο λόγο AfD (σχεδόν 30%).

Advertisement

Κάτι αντίστοιχο φάνηκε να γίνεται και στη Γαλλία.  Μην ξεχνάμε πως το πολιτικό σκηνικό στη Γαλλία έχει υποστεί ριζικές αλλαγές, ήδη από τις  εκλογές του 2017. Τα δύο – πάλαι ποτέ – βασικά κόμματα, πυλώνες του πολιτικού συστήματος, οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι και οι Σοσιαλιστές, έχουν από περιορισμένο έως ανύπαρκτο ρόλο, με συνδυαστικό ποσοστό μικρότερο του 10%. Αυτό πρακτικά ισοδυναμεί με τη ριζοσπαστικοποίηση που παρατηρείται σε μεγάλο μέρος της Γαλλικής κοινωνίας, που απομακρύνεται από τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις.

Τα αποτελέσματα των εφαρμοσμένων πολιτικών της προεδρίας Μακρόν έχουν δημιουργήσει δύο Γαλλίες. Από τη μία έχουμε την πρώτη Γαλλία, της οποίας η γεωγραφική έκταση περιορίζεται στην πρωτεύουσα και στα περίχωρα. Είναι η Γαλλία των μεγάλων αστικών κέντρων, με σταθερή απασχόληση και καλές προοπτικές, που βλέπει στον Μακρόν τον εγγυητή της δικής της ευημερίας. Από την άλλη υπάρχει μια άλλη Γαλλία, η Γαλλία της επαρχίας των βορειοανατολικών περιοχών και των περιοχών κοντά στη Μεσόγειο, που νιώθει πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά πιο απομονωμένη από ποτέ. Στη δεύτερη Γαλλία στοχεύει πολιτικά η Λεπέν και από ό,τι φαίνεται τα καταφέρνει.

Η (δεύτερη) προεδρία Μακρόν όφειλε να ενώσει αυτές τις δύο Γαλλίες και όχι να διογκώσει το πρόβλημα. Έπρεπε να δείξει διάθεση κατανόησης των πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων και όχι να εφαρμόζει προεδρικά διατάγματα, ώστε να καταφέρνει να περνάει τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις που απέτυχε να περάσει στο κοινοβούλιο, ακόμα και αν αυτές ήταν αναγκαίες.

Advertisement

Πίσω όμως στη Γερμανία. Γιατί η ατζέντα με κεντρικό ζήτημα το θέμα της στέγασης δεν άγγιξε την εργατική τάξη, παρότι προφανώς και αυτή επηρεάζεται από το υψηλό κόστος της στέγασης; Η απάντηση έγκειται στο γεγονός ότι η βαριά βιομηχανία της Γερμανίας, κυρίως η αυτοκινητοβιομηχανία, τομέας που απασχολεί πολύ μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης βρίσκεται σε κίνδυνο. Το γερμανικό μοντέλο στηρίχθηκε στις προνομιακές σχέσεις με τη Ρωσία (γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις προσωπικές σχέσεις που είχε δομήσει με το ρωσικό καθεστώς τόσο ο Σρέντερ όσο και η Μέρκελ) κάτι που εξασφάλιζε φθηνό φυσικό αέριο. Αλλά και στην Νατοϊκή προστασία, η οποία επέτρεπε στη Γερμανία να διατηρεί χαμηλούς προϋπολογισμούς άμυνας.

Μην ξεχνάμε σε αυτό το σημείο πως κολοσσοί της γερμανικής βιομηχανίας, όπως η Volkswagen, έχουν ήδη ανακοινώσει σημαντικές περικοπές θέσεων εργασίας σε βάθος πενταετίας. Απέναντι σε αυτό, η ακροδεξιά έρχεται με δυνατή φωνή: Θα προστατεύσουμε τη βιομηχανία μας με κάθε τρόπο. Και συνήθως όποιος φωνάζει ακούγεται.

Τα μορφωμένα μεσοαστικά στρώματα αντιλαμβάνονται το κόστος ζωής κυρίως ως ζήτημα τιμών και γι’ αυτό ζητούν αναδιανομή που θα στηρίξει την κατανάλωση. Αυτό που πρακτικά ζητούν είναι η επιστροφή σε ένα κεϋνσιανό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, το οποίο εφαρμόστηκε με επιτυχία στο παρελθόν. Το μεγάλο πρόβλημα όμως που παρατηρείται σε αυτό το μοντέλο είναι οι δυνατότητες εφαρμογής. Για ποια αναδιανομή του εισοδήματος μιλάμε, όταν πλέον δυσκολεύεται η ίδια η διανομή; Η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε παρατεταμένη στασιμότητα. Η ενίσχυση του κινεζικού ανταγωνισμού, ιδίως στην αυτοκινητοβιομηχανία, πλήττει τον πυρήνα του εξαγωγικού της μοντέλου  ενώ η αύξηση των αμυντικών δαπανών περιορίζει ακόμη περισσότερο τα ήδη στενά δημοσιονομικά περιθώρια. Με απλά λόγια, η Γερμανία δεν παράγει πλέον αρκετό πλούτο, ώστε να μπορεί να τον αναδιανείμει.

Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στο πώς γίνεται αντιληπτή η ολίσθηση προς τον εθνοκεντρικό λαϊκισμό. Οι άνθρωποι που έχουν μια ακαδημαϊκή υπόσταση (μεσαίο και υψηλό επίπεδο μόρφωσης) αξιολογούν την προάσπιση του δημοκρατικού ιδεώδους ως προτεραιότητα κομβικής σημασίας ενώ αντίθετα τα χαμηλότερα μορφωτικά επίπεδα μένουν αδιάφορα.

Το φαινόμενο γίνεται πιο εύκολα κατανοητό στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών. Για να αντιληφθεί κανείς τι σημαίνει η επανεκλογή του Τραμπ και σε πόσο σκοτεινά και επισφαλή μονοπάτια έχει εισέλθει η αμερικανική δημοκρατία, πρέπει πρώτα να έχει εξασφαλίσει τα προς το ζην. Γι’ αυτό και χάθηκαν οι εκλογές του 2024, επειδή η ατζέντα της Καμάλα επικεντρώθηκε στο γιατί δεν πρέπει να εκλεγεί ο Τραμπ και όχι στο τι έχουν οι Δημοκρατικοί να προσφέρουν στον μέσο Αμερικανό.

Οι Δημοκρατικοί  περιορίστηκαν να ερμηνεύσουν τον τραμπισμό ως πολιτικό και κοινωνικό αίτημα της εποχής. Τον είδαν ως έκφραση μιας συγκεκριμένης μερίδας του πληθυσμού με κοινά χαρακτηριστικά και κοινή ιδιοσυγκρασία: θυμό απέναντι στους μετανάστες, διάθεση να τιμωρηθεί το πολιτικό σύστημα και βαθιά δυσπιστία προς τους θεσμούς.

Οι Δημοκρατικοί δεν αντιλήφθηκαν έγκαιρα ότι ο Τραμπ μετασχηματίζει ολόκληρο τον πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και ότι ο τραμπισμός, ως πολιτικό ρεύμα, αποκτά πλέον χαρακτηριστικά κανονικότητας. Η απομάκρυνση από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα ξεκίνησε ήδη από το 2016, με την υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον. Μην ξεχνάμε πως η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του Ομπάμα ήταν ότι στράφηκε στους λιγότερο προνομιούχους. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ίσως το Obamacare, που εξασφάλισε πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας σε ανθρώπους, που ως τότε δεν είχαν.

Το σταθερό δόγμα των Δημοκρατικών είναι η διαρκής οικονομική ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Η προεδρία Μπάιντεν έμεινε πιστή σε αυτό το δόγμα. Η αύξηση του ΑΕΠ όμως συνοδεύτηκε από σοβαρές στρεβλώσεις, με άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Τα εισοδήματα και ο πλούτος των αμερικανικών νοικοκυριών αυξήθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό, αλλά τα μεγαλύτερα κέρδη πήγαν στα νοικοκυριά με υψηλά εισοδήματα. Τα εισοδήματα των λευκών νοικοκυριών ανέβηκαν, ενώ των αφροαμερικανικών και των ισπανόφωνων υποχώρησαν οριακά. Στην πράξη, τα μεσαία και τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα έγιναν πλουσιότερα απ’ ό,τι τα χαμηλότερα. Γι’ αυτό οι πολιτικές για τη μείωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής των Ρεπουμπλικάνων.

Η νίκη της Linke στο Βερολίνο δεν πρέπει να διαβαστεί ως αναγέννηση της ευρωπαϊκής αριστεράς. Κέρδισε τους νέους των μεγάλων πόλεων πάνω σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, το κόστος της στέγασης. Δεν κέρδισε πίσω όσους έχασε, τους εργάτες που φοβούνται για τη δουλειά τους και ψηφίζουν πλέον ακροδεξιά. Ούτε λύνει το βασικό ζήτημα. Για ποια αναδιανομή μιλάμε όταν η οικονομία δεν επεκτείνεται; Η ευρωπαϊκή αριστερά έχει ξαναβρεθεί σε αδιέξοδο. Τα λαϊκά στρώματα δεν εγκατέλειψαν την αριστερά. Εκείνη έφυγε πρώτη και δεν ξέρω αν θυμάται πια τον δρόμο της επιστροφής.

Ή υπάρχει ελπίδα που εγώ δεν βλέπω, ή δεν υπάρχει καθόλου.