Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η νέα αμερικανική απειλή για πρωτοφανή οικονομική απομόνωση του Ιράν σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση της σύγκρουσης από το καθαρά στρατιωτικό πεδίο προς τη γεωοικονομία. Παρά τη σαφή στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ουάσιγκτον δεν έχει ακόμη επιτύχει αντίστοιχο πολιτικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, η Τεχεράνη έχει καταφέρει να μεταφέρει μέρος της αντιπαράθεσης στο πεδίο όπου διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα –στα Στενά του Ορμούζ και, μέσω αυτών, στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών. Το Ιράν αξιοποιεί έτσι τη γεωγραφική του θέση ως μοχλό στρατηγικής πίεσης, συνδέοντας τη συνέχιση του πολέμου με το κόστος ενέργειας, μεταφορών και ασφάλισης σε παγκόσμια κλίμακα.
Η απειλή του αμερικανού υπουργού oικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, για οικονομική απομόνωση πρωτοφανούς έντασης, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, διευρύνει τη λογική του αμερικανικού εξαναγκασμού. Η στρατηγική δεν περιορίζεται πλέον στις κυρώσεις, αλλά αποσκοπεί στον περιορισμό της πρόσβασης του Ιράν στις διεθνείς αγορές, στις εξαγωγές, στις εισαγωγές και στις χρηματοδοτικές ροές. Πρόκειται, ουσιαστικά, για προσπάθεια μετατροπής της οικονομικής ασφυξίας σε πολιτική πίεση, ώστε το κόστος συνέχισης της αντιπαράθεσης να καταστεί μεγαλύτερο από το κόστος ενός συμβιβασμού.
Ωστόσο, η αμερικανική στρατηγική αντιμετωπίζει ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Η ιρανική δυνατότητα επιβολής κόστους δεν έχει εξαλειφθεί από τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ. Μέσω του Ορμούζ, η Τεχεράνη έχει κατορθώσει να διεθνοποιήσει τις συνέπειες του πολέμου, επηρεάζοντας τις ενεργειακές αγορές, τη ναυτιλία, τις ασφαλιστικές αγορές και τις εισαγωγικές οικονομίες της Ασίας και της Ευρώπης. Η γεωοικονομική αποτροπή του Ιράν βασίζεται ακριβώς σε αυτή την ασυμμετρία⸱ δεν χρειάζεται να εξισώσει τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, αλλά να καταστήσει την αμερικανική στρατηγική αρκετά δαπανηρή ώστε να επηρεάσει τους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς ότι η διατήρηση χαμηλών τιμών πετρελαίου και βενζίνης αποτελεί τον πρώτο στόχο της αμερικανικής κυβέρνησης, ενώ η αποτροπή ενός ιρανικού πυρηνικού όπλου ακολουθεί. Η ιεράρχηση αυτή δείχνει ότι η ενεργειακή διάσταση δεν αποτελεί πλέον δευτερεύουσα συνέπεια του πολέμου, αλλά βασικό στρατηγικό περιορισμό. Η τιμή του πετρελαίου λειτουργεί ταυτόχρονα ως οικονομικός δείκτης, εσωτερικός πολιτικός παράγοντας νομιμοποίησης και μέτρο της ικανότητας του Ιράν να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης πέρα από το πεδίο των επιχειρήσεων.
Η αμερικανική θέση είναι, πάντως, ισχυρότερη από ό,τι σε προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις. Η σημαντική αύξηση της εγχώριας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει περιορίσει την έκθεση των ΗΠΑ σε εξωτερικά ενεργειακά σοκ. Όπως επισημαίνουν οι Jason Bordoff και Meghan L. O’Sullivan στην ανάλυσή τους για τις γεωοικονομικές συνέπειες της κρίσης του Ορμούζ (“The Long Shadow of the Iran Shock: Hormuz and the New Geography of Energy Power”, Foreign Affairs, 14.8.2026), η μέχρι σήμερα σχετική ανθεκτικότητα των διεθνών ενεργειακών αγορών δεν αποτελεί ένδειξη περιορισμού του ενεργειακού κινδύνου. Αντίθετα, οφείλεται σε έναν ευνοϊκό συνδυασμό προϋπαρχόντων αποθεμάτων, πλεονάζουσας προσφοράς πετρελαίου, εναλλακτικών εξαγωγικών διαδρομών από τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έκτακτων αποδεσμεύσεων αποθεμάτων και προσαρμογής της κινεζικής ζήτησης. Η σχετική αυτή θωράκιση προσφέρει στην Ουάσιγκτον μεγαλύτερα περιθώρια εξαναγκασμού, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του κόστους σε περισσότερο εξαρτημένες οικονομίες.
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και μια βασική αντίφαση της αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αυξήσει δραστικά το οικονομικό κόστος για το Ιράν, χωρίς όμως να προκαλέσει νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών ενέργειας. Με άλλα λόγια, προσπαθεί να απομονώσει την ιρανική οικονομία χωρίς να αποσταθεροποιήσει την παγκόσμια αγορά. Η Τεχεράνη, αντιθέτως, έχει κάθε κίνητρο να καταστήσει αυτόν τον διαχωρισμό αδύνατο, συνδέοντας την οικονομική πίεση που υφίσταται με αυξημένο κόστος για τρίτες χώρες και διεθνείς αγορές.
Η μέχρι σήμερα σχετική ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Παρά την πολύμηνη διαταραχή στο Ορμούζ, οι τιμές ενέργειας και η παγκόσμια ανάπτυξη δεν επιδεινώθηκαν στον βαθμό που αρχικά φοβούνταν οι αγορές. Τα περιθώρια ωστόσο περιορίζονται. Τα αποθέματα μειώνονται, οι υποδομές παραμένουν ευάλωτες και οι αγορές διυλισμένων προϊόντων, ιδίως ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων, εμφανίζουν μεγαλύτερη στενότητα. Μια νέα φάση στρατιωτικής κλιμάκωσης θα μπορούσε επομένως να έχει σοβαρότερες συνέπειες από την πρώτη. Η σχετικά συγκρατημένη τιμή του αργού δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα, καθώς η αγορά εξακολουθεί να ενσωματώνει σημαντικό γεωπολιτικό κίνδυνο.
Οι μακροοικονομικές επιπτώσεις εκτείνονται πολύ πέρα από την ενέργεια. Η διαταραχή του Ορμούζ λειτουργεί ως αρνητικό σοκ προσφοράς⸱ ακριβότερη ενέργεια και μεταφορές αυξάνουν το κόστος παραγωγής, τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και συμπιέζουν το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών. Εάν το σοκ παραταθεί, οι κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν το δίλημμα μεταξύ αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής και ασθενέστερης ανάπτυξης, αυξάνοντας τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.
Το κόστος κατανέμεται επίσης άνισα. Οι ισχυρότερες οικονομίες διαθέτουν μεγαλύτερα αποθέματα, διαφοροποιημένες πηγές ενέργειας και ευρύτερο δημοσιονομικό χώρο. Αντίθετα, οι αναπτυσσόμενες και ενεργειακά εξαρτημένες χώρες υφίστανται μεγαλύτερη πίεση μέσω υψηλότερων τιμών, επιδοτήσεων, υποτίμησης νομισμάτων και αύξησης του κόστους χρέους. Η κρίση επομένως αναδεικνύει μια νέα γεωγραφία ενεργειακής ισχύος, όπου οι ισχυρότεροι δρώντες απορροφούν ευκολότερα τα σοκ, ενώ οι πιο ευάλωτοι επωμίζονται δυσανάλογο μέρος της προσαρμογής.
Υπό αυτή την έννοια, η νέα αμερικανική στρατηγική δεν αποτελεί απλώς μετάβαση από τον πόλεμο στην οικονομική πίεση. Συνιστά μετατόπιση προς έναν σύνθετο πόλεμο φθοράς, όπου στρατιωτικά, χρηματοπιστωτικά, εμπορικά και ενεργειακά εργαλεία λειτουργούν ταυτόχρονα. Η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί όχι μόνο από το ύψος του κόστους που μπορεί να επιβάλει στο Ιράν, αλλά από το εάν μπορεί να μετατρέψει αυτό το κόστος σε συγκεκριμένη πολιτική μεταβολή χωρίς να προκαλέσει ευρύτερη διεθνή αποσταθεροποίηση.
Το βασικό διακύβευμα, επομένως, είναι ποιος μπορεί να επιβάλει κόστος και ποιος μπορεί να το αντέξει περισσότερο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιούν την ισχύ τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό και εμπορικό σύστημα, ενώ το Ιράν αξιοποιεί τη γεωγραφία του Ορμούζ για να καταστήσει την αμερικανική πίεση ακριβότερη για την παγκόσμια οικονομία. Το σημαντικότερο οικονομικό όπλο της Τεχεράνης δεν είναι η δυνατότητα να διακόψει οριστικά τις ενεργειακές ροές του Κόλπου, αλλά να τις καταστήσει ακριβότερες, λιγότερο ασφαλείς και λιγότερο προβλέψιμες. Όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος το κόστος αυτό να παύσει να αποτελεί προσωρινή πολεμική συνέπεια και να μετατραπεί σε μόνιμο γεωπολιτικό ασφάλιστρο για την παγκόσμια οικονομία.