«Η Ιστορία», λένε, «ποτέ δεν επαναλαμβάνεται. Αλλά συχνά κάνει ρίμα». Η φράση αποδίδεται συχνά, λανθασμένα, στον μεγάλο Mark Twain, χάρη στον οποίο τόσα αποφθέγματα καταφέρνουν να οικειοποιούνται κύρος. Στην πραγματικότητα ανήκει στον ψυχαναλυτή Theodor Reik (1888-1969)· και σημαίνει πολύ λιγότερα απ’ όσα υπονοεί. Το «πεπόνι» μπορεί να κάνει ρίμα με το «λεμόνι», και τα δύο από το χώμα της γης. Μπορεί όμως να κάνει ρίμα και με το «αμόνι» κάτι που είναι ασυναρτησία. Μέχρι να ξέρουμε με τι κάνει ρίμα, δεν υπάρχει τρόπος να αποστάξουμε το νόημά του, εάν αυτό υπάρχει. Και μέχρι να το μάθουμε, διδασκόμαστε ένα μάθημα που έχει ήδη διδαχθεί, αντί να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι βρίσκεται μπροστά μας.
Το πρόβλημα των επιχειρήσεων, αλλά και των κυβερνήσεων είναι ότι ενδιαφέρονται λιγότερο για τα μαθήματα του παρελθόντος και περισσότερο για τις άμεσες συνέπειες των σημερινών γεγονότων.
Το ερώτημα που αφορά τον πλανήτη αυτή τη στιγμή είναι: πλησιάζουμε στο τέλος της Αμερικανικής Ηγεμονίας;
Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι αμερικανοκεντρικός. Η αμερικανική οικονομία είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο. Το δολάριο είναι το de facto παγκόσμιο νόμισμα ανταλλαγών για πολλές διεθνείς συναλλαγές. Η Federal Reserve είναι η de facto παγκόσμια κεντρική τράπεζα, της οποίας τον κύκλο επιτοκίων ακολουθούν, λίγο-πολύ, οι περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι αμερικανικές εταιρείες είναι μερικές από τις πιο αποδοτικές στον κόσμο και, μέσω της αμερικανικής κεφαλαιαγοράς, έχουν πρόσβαση στη μεγαλύτερη δεξαμενή ιδιωτικών κεφαλαίων στην ιστορία. Τα αμερικανικά αγγλικά είναι η παγκόσμια επιχειρηματική γλώσσα. Οι κανόνες φτιάχνονται στην Αμερική για να ακολουθούνται από τον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη κι αν δεν ακολουθούνται από την ίδια την Αμερική. Οι αποφάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης διαμορφώνουν τα διεθνή σύνορα και τις σχέσεις.
Κι όμως, ο κύκλος της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας μετά το 1991 φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος του. Η υποστήριξή της προς την Ουκρανία αμφισβητήθηκε ευθέως από τη Ρωσία, με λιγότερο από το 1/5 του αμυντικού προϋπολογισμού, και το αποτέλεσμα είναι ένα αδιέξοδο. Η επίθεσή των ΗΠΑ στο Ιράν πήγε ακόμη χειρότερα, με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά για πάνω από πέντε μήνες. Μια «ήπια ισχύς», που βασιζόταν σε συμμάχους για την παροχή βάσεων και υποστήριξης σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει αποξενώσει πολλούς από αυτούς τους συμμάχους. Η Ευρώπη εξετάζει ένα NATO μετά την Αμερική. Η Τουρκία, μέλος του NATO, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δημιούργησαν μια ακόμη στρατιωτική συμμαχία για να προστατευθούν από ένα αναζωογονημένο Ιράν. Οι εμπορικοί πόλεμοι της Αμερικής και οι επιθέσεις εναντίον συμμάχων (όπως η επιμονή για την απόκτηση της Γροιλανδίας ή του Καναδά) αφήνουν τη χώρα περισσότερο διπλωματικά απομονωμένη. Το δολάριο χάνει έδαφος ως παγκόσμιο μέσο συναλλαγών, καθώς πολλές μεγάλες κεντρικές τράπεζες αντικαθιστούν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα με χρυσό. Η Κίνα, ο βασικός αντίπαλος, συχνά εμφανίζεται ένα βήμα πριν καλύψει τεχνολογικά τις ΗΠΑ, την ίδια στιγμή που αυξάνει τις στρατιωτικές της δαπάνες και έχει στο στόχαστρο την προσάρτηση της Ταϊβάν, του σημαντικότερου παραγωγού μικροτσίπ στον κόσμο. Η εσωτερική δημοκρατική διαδικασία της χώρας φαίνεται να δοκιμάζεται, την ώρα που οι αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες αυξάνονται.
Διδάσκει κάτι η Ιστορία για αυτή την πιθανή αλλαγή στην παγκόσμια ηγεσία; Ως ένα σημείο, ναι. Όταν άρχισα να γράφω αυτή τη στήλη, θεωρούσα ότι το αντίστοιχο της σύγχρονης Αμερικής ήταν η αρχαία Αθήνα. Αφού υπήρξε μία από τις δύο ηγέτιδες δυνάμεις στην ήττα της Περσίας, στράφηκε γρήγορα εναντίον των συμμάχων της, πήρε στην κατοχή της το συμμαχικό ταμείο για να χρηματοδοτήσει το Χρυσούν Αιώνα, ενώ ταυτόχρονα απομακρυνόταν από την καινοτομία και την καθαρή σκέψη, εξορίζοντας ή ακόμη και εκτελώντας τους καλύτερους ανθρώπους της. Από τη Χρυσή Εποχή πέρασε στην ήττα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο μέσα σε μία γενιά.
Όμως το παράδειγμα θα ήταν λανθασμένο. Αυτό που τελικά υπέγραψε την παρακμή της Αθήνας ήταν ο περσικός χρυσός, που χρηματοδότησε τους εχθρούς της. Οι ΗΠΑ παραμένουν πολύ πλούσιες και πολύ ισχυρές. Οι αγορές τους παραμένουν ένας αμίμητος μηχανισμός άντλησης κεφαλαίων. Το δολάριο, παρά όλη τη συζήτηση για την αποδυνάμωσή του, παραμένει το παγκόσμιο νόμισμα προτίμησης. Ο στρατιωτικός τους προϋπολογισμός είναι μεγαλύτερος από εκείνους των επόμενων επτά χωρών μαζί.
Το καλύτερο παράδειγμα σύγκρισης θα ήταν η Βρετανία, μεταξύ 1778 και 1783. Η Βρετανία βγήκε από τον Επταετή Πόλεμο, ίσως τον πρώτο πραγματικό Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1763 ως ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας. Στη συνέχεια πέρασε δεκαπέντε χρόνια κάνοντας εχθρούς τους πάντες: την Ολλανδία για το εμπόριο, τις δυνάμεις της Βαλτικής για τις νηοψίες και κατασχέσεις ουδέτερων πλοίων, τη Γαλλία και την Ισπανία για… για τα πάντα. Όταν ο Αμερικανικός Πόλεμος πήρε διαφορετική τροπή, η Γαλλία προσχώρησε το 1778, η Ισπανία το 1779, οι Ολλανδοί το 1780, ενώ η Ένοπλη Ουδετερότητα του 1780 οργάνωσε τους υπόλοιπους ουδέτερους εναντίον της βρετανικής ναυτικής πρακτικής. Η Βρετανία πολέμησε τα τελευταία τέσσερα χρόνια ουσιαστικά μόνη διπλωματικά.
Κι όμως, έχοντας υποστεί την τεράστια απώλεια του (λιγότερο παγωμένου) μισού μιας αυτοκρατορικής ηπείρου, η Βρετανία ανέκαμψε. Επανασυνδέθηκε με τους συμμάχους της, άντλησε δύναμη από την τεράστια κεφαλαιακή της βάση, αξιοποίησε τη Βιομηχανική Επανάσταση, πολέμησε σκληρά σε πολλά ταυτόχρονα μέτωπα, από την Πορτογαλία έως την Ινδία, και αναδείχθηκε στον ξεκάθαρο νικητή των Ναπολεόντειων Πολέμων, επεκτείνοντας την αυτοκρατορία της σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέχρι το 1816 ήταν ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος ηγεμόνας, και η βικτωριανή εποχή απείχε ακόμη 20 χρόνια.
Είναι οι σύγχρονες ΗΠΑ η Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. ή η Βρετανία του 18ου αιώνα; Ο χρόνος θα δείξει. Όμως, δεδομένου του βάθους του αμερικανικού κεφαλαίου, της γενικότερης καλής θέλησης μεταξύ των πληγωμένων αλλά ακόμη πιστών συμμάχων και των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, θα υποστηρίζαμε, παραφράζοντας ένα πραγματικό απόφθεγμα του Mark Twain, ότι «η αναφορά για τον θάνατο της αμερικανικής ηγεσίας είναι, πιθανότατα, υπερβολική».