του Γιάννη Παπαγεωργίου*
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση που άνοιξε, μέσω «διαρροών» και υποθετικών σεναρίων, για τη νέα αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης μετά το 2030, δεν προκαλεί απλώς ανησυχία αλλά βαθιά κοινωνική αγανάκτηση. Την ώρα που οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί λυγίζουν κάτω από το βάρος ενός επίμονου πληθωρισμού στο 4,4% και οι μισθοί εξαντλούνται τις πρώτες ημέρες του μήνα, το οικονομικό επιτελείο επιλέγει να επαναφέρει στο τραπέζι την προοπτική της εργασιακής παράτασης.
Μας μιλούν με τεχνοκρατική ψυχρότητα για «κλιμακωτή προσαρμογή» και για «μόλις ενάμιση έτος επιπλέον εργασίας». Πίσω όμως από τους ψυχρούς αριθμούς των αναλογιστικών μελετών κρύβεται η απόπειρα να μετατοπιστούν οι αποτυχίες της ασκούμενης οικονομικής και δημογραφικής πολιτικής στις πλάτες των εργαζομένων.
Το επιχείρημα της «γήρανσης του πληθυσμού» επιστρατεύεται ως άλλοθι. Όμως, η υπογεννητικότητα και το δημογραφικό αδιέξοδο δεν είναι φυσικά φαινόμενα. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα της πολυετούς ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης και των μισθών,της καθηλωμένης αγοραστικής δύναμης, που ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες νέους παραγωγικούς ανθρώπους να μεταναστεύσουν και μετέτρεψαν τη δημιουργία οικογένειας σε άπιαστο όνειρο. Αντί η πολιτεία να επικεντρωθεί στην πάταξη της υποδηλωμένης εργασίας και στην ουσιαστική ενίσχυση της απασχόλησης, επιλέγει την εύκολη λύση, να ζητά από τον 60άρη να παραμείνει στην ενεργό δράση μέχρι τα βαθιά γεράματα, για να λάβει τελικά μια σύνταξη που θυμίζει περισσότερο φιλοδώρημα.
Η απάντηση της ίδιας της κοινωνίας απέναντι σε αυτή την αβεβαιότητα είναι ήδη μεγάλη. Οι 110.298 αιτήσεις συνταξιοδότησης που κατατέθηκαν μέσα σε ένα μόλις εξάμηνο αποτελούν ιστορικό ρεκόρ από την ίδρυση του ΕΦΚΑ. Δεν πρόκειται για μια απλή «τάση φυγής», αλλά για μια καθαρή πράξη αυτοσυντήρησης. Οι εργαζόμενοι σπεύδουν να αποχωρήσουν για να προλάβουν τη διαρκή αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, επιτείνοντας τη διάλυση της δομής της αγοράς εργασίας, ακριβώς επειδή έχει χαθεί η εμπιστοσύνη προς το ασφαλιστικό σύστημα.
Με τους σημερινούς σχεδιασμούς, οι νέοι εργαζόμενοι των 35 και 45 ετών καταδικάζονται σε έναν εργασιακό εγκλωβισμό χωρίς ορατό τέλος, ενώ οι ασφαλισμένοι που πλησιάζουν τα 58 έτη βλέπουν την πόρτα της εξόδου να απομακρύνεται συνεχώς.
Το νεοσύστατο Κόμμα των Συνταξιούχων δεν γεννήθηκε για να περιοριστεί σε δημόσιες σχέσεις, αλλά για να εκφράσει την ανάγκη επιβίωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτούμε άμεσα:
Τον οριστικό τερματισμό κάθε σεναρίου ή συζήτησης για περαιτέρω αύξηση των γενικών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης.
Την έμπρακτη και γενναία στήριξη των νέων ζευγαριών με εθνικά μέτρα, ως τη μόνη βιώσιμη απάντηση στο δημογραφικό πρόβλημα.
Την αποκατάσταση των αδικιών του παρελθόντος στις καταβαλλόμενες συντάξεις και την κατάργηση των μνημονιακών «κοφτών» που συνεχίζουν να στερούν πόρους από τους δικαιούχους.
Οι μακροοικονομικοί δείκτες και οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί δεν μπορούν να κρύψουν την καθημερινότητα των πολιτών. Οι συνταξιούχοι και οι εργαζόμενοι αυτής της χώρας δεν θα θυσιάσουν την υγεία και την αξιοπρέπειά τους για να βγαίνουν οι αριθμοί των προϋπολογισμών. Η πραγματική αξιολόγηση μιας πολιτικής δεν γίνεται στα κυβερνητικά γραφεία, αλλά στις κάλπες που έρχονται.
*Ο Γιάννης Παπαγεωργίου είναι Πρόεδρος του Κόμματος των Συνταξιούχων.