Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου 2026 προσλαμβάνει ευρύτερη γεωπολιτική σημασία  από μια αντίστοιχη τυπική νατοϊκή συνάντηση. Αν και το επίσημο θεματολόγιο επικεντρώνεται στην αύξηση των αμυντικών δαπανών, στην ενίσχυση της παραγωγής οπλικών συστημάτων και στη συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία, η πολιτική βαρύτητα της συνόδου βρίσκεται αλλού. Η Άγκυρα μετατρέπεται σε τόπο όπου συμπυκνώνονται οι νέες ισορροπίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ευρώπης και Τουρκίας, σε μια συγκυρία ταυτόχρονων πολέμων, περιφερειακής αστάθειας και αβεβαιότητας για τη μελλοντική κατανομή ισχύος στην Ευρασία και στη Μέση Ανατολή.

Advertisement
Advertisement

Για την τουρκική ηγεσία, η φιλοξενία της συνόδου δεν αποτελεί απλώς ζήτημα διπλωματικού κύρους. Εκλαμβάνεται ως αναγνώριση μιας μακράς προσπάθειας επαναφοράς της Τουρκίας στο κέντρο των δυτικών στρατηγικών υπολογισμών, έπειτα από μια δεκαετία σοβαρών εντάσεων. Η υπόθεση των ρωσικών S-400, οι αμερικανικές κυρώσεις CAATSA, οι αποκλίσεις στη Συρία, οι κρίσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι διαφωνίες για τη διεύρυνση της Συμμαχίας είχαν δημιουργήσει την εικόνα μιας χώρας ταυτόχρονα αναγκαίας και δύσκολης. Η επιλογή της Άγκυρας ως τόπου διεξαγωγής της συνόδου αποκαθιστά, σε συμβολικό επίπεδο, τη θέση της Τουρκίας ως κεντρικού γεωστρατηγικού δρώντα.

Το επίσημο πλαίσιο της συνόδου δομείται γύρω από τρεις άξονες⸱ την αύξηση των αμυντικών επενδύσεων έως το 5% του ΑΕΠ, την επιτάχυνση της αμυντικοβιομηχανικής παραγωγής και τη μακροπρόθεσμη στήριξη της Ουκρανίας.

Ωστόσο, κάτω από αυτή την τεχνική ατζέντα βρίσκεται ένα ουσιώδες στρατηγικό ερώτημα⸱ ποια κράτη διαθέτουν το γεωγραφικό βάθος, τις στρατιωτικές δυνατότητες και την παραγωγική βάση ώστε να αποτελέσουν πυλώνες της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο αριθμούς, προϋπολογισμούς και οπλικά συστήματα. Αφορά την ίδια τη δομή της συμμαχικής ισχύος σε μια εποχή πολυκεντρικού ανταγωνισμού.

Η τουρκική απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σαφής. Η Άγκυρα επιδιώκει να παρουσιαστεί όχι ως απλό μέλος της Συμμαχίας, αλλά ως αναντικατάστατος στρατηγικός κόμβος. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προβάλλει τρία σταθερά επιχειρήματα –τη θέση της Τουρκίας ως κατόχου του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού στο ΝΑΤΟ, την ταχεία ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και τη μοναδική γεωγραφική της τοποθέτηση. Η χώρα συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη με τις παρυφές της Ευρασίας. Έτσι, η γεωγραφία μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη αναθεώρηση της τουρκικής στρατηγικής αυτοαντίληψης. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Τουρκία λειτουργούσε κυρίως ως προκεχωρημένο φυλάκιο της δυτικής ανάσχεσης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Η αξία της οριζόταν από τη θέση της στα σύνορα του δυτικού στρατοπέδου. Σήμερα, επιδιώκει να μετατρέψει τη συμμαχική συμμετοχή από σχέση εξάρτησης σε σχέση αμοιβαίας αναγκαιότητας. Το κρίσιμο μήνυμα δεν είναι πλέον ότι η Τουρκία έχει ανάγκη το ΝΑΤΟ, αλλά ότι το ΝΑΤΟ, σε συνθήκες πολλαπλών κρίσεων, δεν μπορεί να αγνοήσει την Τουρκία.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι πρόσφατες αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ περί ενός επικείμενου «δώρου» προς τον Ερντογάν. Ανεξάρτητα από το αν αυτό θα αφορά την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, την αποδέσμευση τεχνολογιών ή κινητήρων για το μαχητικό ΚΑΑΝ, ή νέες μορφές αμυντικής συμπαραγωγής, η πολιτική του σημασία είναι ευρύτερη από την τεχνική του διάσταση. Το μήνυμα που αποστέλλεται είναι ότι η Ουάσιγκτον επανεξετάζει το πλαίσιο της σχέσης της με την Άγκυρα και εμφανίζεται διατεθειμένη να ανταμείψει τη συνεργασία της. Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο αεροσκάφη, αλλά τη θέση της Τουρκίας στις δυτικές τεχνολογικές και βιομηχανικές αλυσίδες ασφαλείας.

Advertisement

Η σημασία αυτής της μετατόπισης γίνεται σαφέστερη αν εξεταστεί σε συνάρτηση με τις τρεις μεγάλες στρατηγικές προκλήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών –τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αντιπαράθεση με το Ιράν και τον μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό με την Κίνα. Σε όλα αυτά τα πεδία, η Τουρκία διαθέτει συνδυασμό χαρακτηριστικών που δύσκολα συναντάται σε άλλον σύμμαχο. Ελέγχει την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα μέσω της Σύμβασης του Μοντρέ, διατηρεί λειτουργικούς διαύλους τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, παρεμβαίνει στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική και παραμένει θεσμικά ενταγμένη στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Αυτή η πολλαπλή τοποθέτηση αυξάνει την αξία της.

Ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη χρησιμότητα της Άγκυρας. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επικεντρώνονταν στην ανάσχεση της ιρανικής ισχύος, η Τουρκία διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με βασικούς περιφερειακούς δρώντες. Οι επαφές του Χακάν Φιντάν με την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και αμερικανικές αντιπροσωπείες αποτύπωσαν την προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανιστεί ως παράγοντας συντονισμού, διαμεσολάβησης και περιφερειακής σταθεροποίησης. Η Τουρκία επιδιώκει έτσι να λειτουργήσει όχι μόνο ως στρατιωτικός σύμμαχος, αλλά και ως πλατφόρμα πολιτικής διαχείρισης των μεσανατολικών ανακατατάξεων.

Από θεωρητική άποψη, η τουρκική περίπτωση φανερώνει τη μεταβολή της ίδιας της έννοιας της συμμαχικής αξίας. Στον Ψυχρό Πόλεμο, η σημασία ενός συμμάχου μετριόταν πρωτίστως με όρους στρατιωτικής συμβολής και γεωγραφικής τοποθέτησης. Σήμερα, η αξία προσδιορίζεται επίσης από την ικανότητα παραγωγής δικτύων, διαμεσολάβησης μεταξύ ανταγωνιστικών δρώντων και πρόσβασης σε περιφέρειες όπου οι δυτικές δυνάμεις δυσκολεύονται να ασκήσουν άμεση επιρροή. Η Τουρκία αξιοποιεί ακριβώς αυτή τη νέα λογική. Δεν προσφέρει μόνο στρατό και βάσεις. Προσφέρει σύνδεση με χώρους όπου το ΝΑΤΟ χρειάζεται παρουσία, αλλά δεν διαθέτει πάντοτε αποδοχή ή επιρροή.

Advertisement

Την ίδια στιγμή, η σύνοδος της Άγκυρας αποκαλύπτει μια κρίσιμη αντίφαση της δυτικής στρατηγικής. Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως συμμαχία δημοκρατικών κρατών, όμως η γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας οδηγεί σε σχετική υποβάθμιση ζητημάτων δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι δυτικές κυβερνήσεις φαίνεται να προτάσσουν τη στρατηγική χρησιμότητα της Άγκυρας έναντι των ιδεολογικών τους ενστάσεων. Η στάση αυτή δείχνει ότι, σε περιόδους υψηλής ανασφάλειας, η συμμαχική λειτουργικότητα συχνά υπερισχύει της αξιακής συνοχής. Η Τουρκία αξιοποιεί αυτή την αντίφαση, γνωρίζοντας ότι η Δύση δύσκολα μπορεί να την απομονώσει χωρίς να υπονομεύσει δικά της ζωτικά συμφέροντα.

Υπάρχει, επιπλέον, μια ευρύτερη θεσμική διάσταση που καθιστά τη σύνοδο σημαντική. Η συμμαχική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά γύρω από την κλασική στρατιωτική αποτροπή, αλλά γύρω από την ικανότητα των κρατών μελών να συνδυάζουν αμυντική παραγωγή, γεωοικονομική ανθεκτικότητα, τεχνολογική διασύνδεση και περιφερειακή επιρροή. Η Τουρκία επιχειρεί να ενταχθεί ακριβώς σε αυτή τη νέα κατηγορία κρατών, προβάλλοντας την αμυντική της βιομηχανία, τα μη επανδρωμένα συστήματα και την ικανότητά της να δρα ταυτόχρονα σε πολλαπλές περιφέρειες. Με τον τρόπο αυτό, η Άγκυρα δεν ζητά απλώς αναγνώριση της συμβολής της, αλλά διεκδικεί αναβάθμιση της θέσης της στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η μελλοντική ασφάλεια της Συμμαχίας.

Η στάση αυτή δημιουργεί, ωστόσο, νέα διλήμματα για τη Δύση. Η ενίσχυση της Τουρκίας εντός του ΝΑΤΟ μπορεί να αυξήσει την επιχειρησιακή ευελιξία της Συμμαχίας, αλλά παράλληλα καθιστά δυσκολότερη την επιβολή πειθαρχίας σε έναν σύμμαχο που συχνά ακολουθεί αποκλίνουσες περιφερειακές στρατηγικές. Η Άγκυρα επιδιώκει να συμμετέχει στους δυτικούς μηχανισμούς ασφαλείας χωρίς να εγκαταλείπει την ικανότητά της να συνομιλεί με τη Ρωσία, το Ιράν, τον αραβικό κόσμο και την Κίνα. Αυτή η διπλή στρατηγική ενισχύει την αξία της, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί αμηχανία στους δυτικούς εταίρους της, οι οποίοι χρειάζονται την Τουρκία, χωρίς πάντοτε να μπορούν να προβλέψουν τις επιλογές της.

Advertisement

Κατά συνέπεια, η σύνοδος της Άγκυρας λειτουργεί ως καθρέφτης των νέων αντιφάσεων της δυτικής στρατηγικής. Η Συμμαχία αναζητά συνοχή, αλλά εξαρτάται όλο και περισσότερο από κράτη με αυτόνομες ατζέντες. Αναζητά αξιακή ομοιογένεια, αλλά αναγκάζεται να προτάσσει τη στρατηγική χρησιμότητα. Αναζητά ενιαία στάση απέναντι στους αναθεωρητικούς δρώντες, αλλά χρειάζεται συμμάχους που διατηρούν δικούς τους διαύλους με αυτούς. Σε αυτή την αντίφαση εδράζεται η διαπραγματευτική ισχύς της Τουρκίας.