Γράφει η Ελευθερία Φτακλάκη Πολιτικός Επιστήμων – Διεθνολόγος, PhD Διεθνούς & Ευρωπαϊκής πολιτικής/ Post Doc – Αναλύτρια Strategic Foresight
*
H 18η Σύνοδος Κορυφής των BRICS +26 (XVIII BRICS Summit) που πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί της Ινδίας, στις 12–13 Σεπτεμβρίου 2026, υπό την ινδική Προεδρία με θέμα “Building for Resilience, Innovation, Cooperation and Sustainability”, έχει πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική βαρύτητα καθώς πραγματοποιείται σε μια χρονική περίοδο όπου είναι σε εξέλιξη τρεις μεγάλες κρίσεις: η όξυνση της εμπόλεμης ζώνης στη Μέση Ανατολή και οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές και θαλάσσιες οδούς, ο πόλεμος στην Ουκρανία και η εντεινόμενη αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η παρουσία του Σι Τζινπίνγκ στην Ινδία και η διμερής συνάντησή του με τον Ναρέντρα Μόντι έχουν ιδιαίτερη σημασία.
▪️Γιατί ο Μόντι προσκαλεί τον Σι μετά το 2020
Ξεκινώντας από τη σημειολογία της συμμετοχής του Κινέζου Προέδρου στη Σύνοδο, κατόπιν πρόσκλησης του Ινδού Πρωθυπουργού, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται αποκατάσταση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο χωρών. Αντιθέτως, μπορεί να ερμηνευθεί περισσότερο ως ένδειξη μιας προσπάθειας μετάβασης από την περίοδο της έντονης αντιπαράθεσης σε ένα πλαίσιο «ελεγχόμενου ανταγωνισμού», στο οποίο οι δύο δυνάμεις επιδιώκουν να διαχειριστούν τις διαφορές τους χωρίς να εγκαταλείπουν τον μεταξύ τους στρατηγικό ανταγωνισμό.
Οι αιματηρές συγκρούσεις στην κοιλάδα Γκαλβάν το 2020, κατά τις οποίες έχασαν τη ζωή τους 20 Ινδοί και τέσσερις Κινέζοι στρατιώτες, οδήγησαν τις σινοϊνδικές σχέσεις στη σοβαρότερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Ακολούθησαν σημαντική στρατιωτική ενίσχυση εκατέρωθεν της Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (Line of Actual Control – LAC), περιορισμοί στις κινεζικές επενδύσεις στην Ινδία, απαγορεύσεις κινεζικών ψηφιακών εφαρμογών και ουσιαστικό πάγωμα σειράς διμερών επαφών. Από τα τέλη του 2024, ωστόσο, άρχισαν να διαφαίνονται σημάδια σταδιακής αποκλιμάκωσης, με συμφωνίες αποδέσμευσης δυνάμεων σε ορισμένα από τα αμφισβητούμενα συνοριακά σημεία και με την επανεκκίνηση του πολιτικού και διπλωματικού διαλόγου. Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία του Κινέζου Προέδρου δεν σηματοδοτεί τόσο μια στρατηγική επαναπροσέγγιση, όσο μια προσπάθεια σταθεροποίησης μιας εξαιρετικά ανταγωνιστικής σχέσης και δημιουργίας μηχανισμών που θα περιορίζουν τον κίνδυνο νέας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Άρα η κίνηση Μόντι μπορεί να διαβαστεί σε τέσσερα επίπεδα.
Πρώτον, η Ινδία δεν θέλει έναν μόνιμο πόλεμο δύο μετώπων, με Κίνα στα βόρεια και Πακιστάν στα δυτικά. Η αποκλιμάκωση με το Πεκίνο απελευθερώνει στρατηγικό χώρο.
Δεύτερον, η οικονομική πραγματικότητα είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Παρά την αντιπαλότητα, η Κίνα παραμένει εξαιρετικά σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ινδίας και κρίσιμος προμηθευτής βιομηχανικών ενδιάμεσων προϊόντων. Η σημερινή συζήτηση για έναν νέο στρατηγικό οικονομικό διάλογο αφορά ακριβώς το εμπορικό έλλειμμα, την πρόσβαση στις αγορές, τις επενδύσεις και τις θεωρήσεις εισόδου.
Τρίτον, ο Μόντι θέλει να καταστήσει σαφές ότι η Ινδία δεν είναι «ασιατικός δορυφόρος» των ΗΠΑ. Η συμμετοχή της στο Quad μαζί με ΗΠΑ, Ιαπωνία και Αυστραλία δεν την εμποδίζει να συνομιλεί με Κίνα, Ρωσία και Ιράν. Αυτό είναι η κλασική ινδική λογική της στρατηγικής αυτονομίας.
Τέταρτον, η Ινδία φιλοξενεί τη σύνοδο. Μια σύνοδος BRICS χωρίς τον Κινέζο πρόεδρο θα υπονόμευε και το διεθνές κύρος της ίδιας της ινδικής προεδρίας. Επομένως ο Μόντι έχει συμφέρον να εμφανιστεί όχι ως αντίπαλος του Πεκίνου, αλλά ως ηγέτης που μπορεί να διαχειρίζεται την αντιπαλότητα.
▪️Η ατζέντα της Συνόδου BRICS+ 2026
Τι προκύπτει από τις εργασίες και τα συμπεράσματα αυτής της Συνόδου(BRICS, 2026):
-Η ινδική Προεδρία επιδιώκει να μετατοπίσει το κέντρο βάρους των BRICS+ από τη γενική πολιτική ρητορική προς περισσότερο χειροπιαστούς μηχανισμούς οικονομικής, τεχνολογικής και αναπτυξιακής συνεργασίας. Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνεται σε πρωτοβουλίες όπως το BRICS Incubator Network και η διερεύνηση ενός BRICS Startup Innovation Fund, στη συνεργασία για ανθεκτικότερες εφοδιαστικές αλυσίδες μέσω του BRICS Logistics Supply-Chain Cooperation Framework και του BRICS GVC Action Plan 2026–2030, καθώς και στην ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων για επενδύσεις, υποδομές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, διευρύνεται η συνεργασία σε ψηφιακές δημόσιες υποδομές, τεχνητή νοημοσύνη, ψηφιακές δεξιότητες και αναδυόμενες τεχνολογίες, ενώ στην πράσινη μετάβαση αναδεικνύονται τα έξυπνα δίκτυα, η αποθήκευση ενέργειας, το υδρογόνο, τα φωτοβολταϊκά, τα κρίσιμα ορυκτά και η κλιματική χρηματοδότηση.
Πίσω από αυτές τις πρακτικές πρωτοβουλίες βρίσκεται, ωστόσο, το βαθύτερο ζήτημα της μελλοντικής διεθνούς οικονομικής και χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, με συζητήσεις για μεγαλύτερη χρήση εθνικών νομισμάτων, διασυνοριακές πληρωμές και μεγαλύτερη χρηματοδοτική αυτονομία του Παγκόσμιου Νότου. Αυτό δεν συνεπάγεται τη συγκρότηση μιας ενιαίας «αντι-δολαριακής» ή αντιδυτικής συμμαχίας, καθώς οι στρατηγικές προτεραιότητες των μελών εξακολουθούν να αποκλίνουν σημαντικά.
Ταυτόχρονα, η ένταξη κρατών της Μέσης Ανατολής αυξάνει τη σημασία της ενεργειακής και θαλάσσιας ασφάλειας, ιδίως των Στενών του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας, για τη λειτουργία του σχήματος. Η ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας και κυρίως των Στενών του Ορμούζ έχει πλέον μετατραπεί από περιφερειακό θέμα σε κεντρικό ζήτημα των BRICS, επειδή αφορά άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας και της Ινδίας αλλά και χώρες-μέλη ή εταίρους, όπως το Ιράν, τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Ήδη από τη συνάντηση των ΥΠΕΞ των BRICS τον Μάιο η Ινδία είχε τονίσει ότι οι ασφαλείς και ανεμπόδιστες θαλάσσιες ροές μέσω Ορμούζ και Ερυθράς Θάλασσας είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία.
Συνεπώς, το σημαντικότερο σήμα αλλαγής της Συνόδου του 2026 είναι η προσπάθεια δημιουργίας μιας περισσότερο πυκνής υποδομής συνεργασίας σε χρηματοδότηση, εμπόριο, εφοδιαστικές αλυσίδες, τεχνολογία, καινοτομία και ενέργεια· η κρίσιμη αβεβαιότητα προς το 2050 είναι εάν αυτή η συνεργασία θα αποκτήσει την απαιτούμενη κλίμακα, θεσμική συνέχεια και πολιτική συνοχή ώστε οι BRICS+ να εξελιχθούν από μια ετερογενή πλατφόρμα συνεργασίας σε έναν διακριτό και συνεκτικότερο πόλο της παγκόσμιας οικονομίας και διακυβέρνησης.
▪️Ινδία και Κίνα: η πραγματική κούρσα μέσα στους BRICS
Κατά τη γνώμη μου, εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος: Ινδία και Κίνα δεν ανταγωνίζονται για το αν οι BRICS θα γίνουν ισχυρότεροι· ανταγωνίζονται για το τι είδους BRICS θα γίνουν:
(i) Η Κίνα προτιμά έναν οργανισμό που σταδιακά θα ενισχύει μια ευρασιατική και μεταδυτική αρχιτεκτονική: μεγαλύτερο ρόλο του Πεκίνου, εναλλακτικές χρηματοδοτικές δομές, Belt and Road, μεγαλύτερη απόσταση από τις ΗΠΑ.
(ii) Η Ινδία θέλει κάτι διαφορετικό: έναν πολυπολικό BRICS στον οποίο ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Κίνα θα μπορούν να μονοπωλούν το σύστημα. Δηλαδή, το Νέο Δελχί δεν θέλει να αντικαταστήσει μια αμερικανική ηγεμονία με μια κινεζική.
Αυτή η διαφορά είναι θεμελιώδης. Μελέτες για τη διείσδυση των BRICS στη Μέση Ανατολή επισημαίνουν ακριβώς αυτή την εσωτερική αντίφαση: Κίνα και Ινδία συμφωνούν στη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης, αλλά ανταγωνίζονται για σύνορα, τεχνολογία, περιφερειακή ηγεσία και κυρίως διαδρόμους συνδεσιμότητας.
▪️Ο ρόλος της Μέσης Ανατολής
Η περιοχή έχει γίνει ένα από τα κυριότερα πεδία αυτής της σιωπηρής σινοϊνδικής αντιπαράθεσης. Η Κίνα έχει το Belt and Road, ισχυρότατες ενεργειακές σχέσεις με τον Κόλπο, επενδύσεις σε λιμάνια και υποδομές και απέκτησε διπλωματικό κύρος όταν μεσολάβησε στην προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας–Ιράν το 2023. Η Ινδία απαντά με μια διαφορετική γεωγραφία: Ινδία–ΗΑΕ–Σαουδική Αραβία–Ισραήλ–Ευρώπη, δηλαδή τη λογική του IMEC (India–Middle East–Europe Economic Corridor). Ο διάδρομος αυτός είναι ταυτόχρονα οικονομικό σχέδιο και γεωπολιτικό αντίβαρο σε τμήματα του κινεζικού BRI.
Γι’ αυτό και χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και η Αίγυπτος δεν βλέπουν απαραίτητα το δίλημμα ως «Δύση ή BRICS». Προτιμούν να συνεργάζονται ταυτόχρονα με ΗΠΑ, Ευρώπη, Κίνα, Ινδία και Ρωσία και να μετατρέπουν τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων σε δική τους διαπραγματευτική ισχύ. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο νέο χαρακτηριστικό της Μέσης Ανατολής: όχι απλή μετάβαση από αμερικανική σε κινεζική επιρροή, αλλά πολλαπλασιασμός των κέντρων ισχύος.
▪️Το παράδοξο του Ιράν
Η παρουσία του Ιράν στους BRICS κάνει όλο το εγχείρημα ακόμα δυσκολότερο. Για την Τεχεράνη, οι BRICS αποτελούν μέσο μείωσης της απομόνωσής της και παράκαμψης δυτικών κυρώσεων. Για την Κίνα και τη Ρωσία, το Ιράν αποτελεί σημαντικό στρατηγικό εταίρο.
Για την Ινδία όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Έχει συμφέροντα στο ιρανικό λιμάνι Chabahar και χρειάζεται ενεργειακή και γεωγραφική πρόσβαση προς την Κεντρική Ασία, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει πολύ στενές σχέσεις με ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία, Ισραήλ και ΗΠΑ. Γι’ αυτό η Ινδία προσπαθεί να μην επιτρέψει στους BRICS να υιοθετήσουν μια ενιαία «φιλοϊρανική» ή αντιδυτική γραμμή. Η ίδια η ινδική προεδρία παραδέχθηκε ότι η εμπλοκή μελών του BRICS στην κρίση της Δυτικής Ασίας δυσκολεύει πολύ τη διαμόρφωση κοινής θέσης.
▪️Η μεγάλη γεωπολιτική εικόνα
Αν συμπυκνώσουμε όλο το σκηνικό, δεν βλέπουμε τη δημιουργία ενός νέου «ΝΑΤΟ της Ανατολής». Βλέπουμε κάτι περισσότερο ρευστό και ίσως ιστορικά σημαντικότερο: τη μετάβαση από ένα σύστημα συμμαχιών σε ένα σύστημα επικαλυπτόμενων συνασπισμών.
Η Ινδία μπορεί ταυτόχρονα να είναι στο Quad με τις ΗΠΑ, στους BRICS με Κίνα και Ρωσία, στον SCO, να συνεργάζεται αμυντικά με τη Γαλλία και το Ισραήλ, να έχει στρατηγική σχέση με τα ΗΑΕ και να συνομιλεί με το Ιράν. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να έχει αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και παράλληλα να εμβαθύνει τις σχέσεις της με Κίνα και BRICS. Τα ΗΑΕ κάνουν κάτι αντίστοιχο.
Αυτό σημαίνει ότι το διεθνές σύστημα γίνεται πολυπολικό αλλά όχι διπολικό. Και υπό αυτό το πρίσμα, η χειραψία Μόντι–Σι δεν αποτελεί πράξη συμφιλίωσης Ινδίας και Κίνας, αλλά μιας συμφωνίας ότι ο ανταγωνισμός τους πρέπει να παραμείνει διαχειρίσιμος, επειδή και οι δύο έχουν μεγαλύτερα συμφέροντα να προστατεύσουν. Μπορούν να αντιπαρατίθενται στα Ιμαλάια, στον Ινδικό Ωκεανό και στους οικονομικούς διαδρόμους, αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται ένα κοινό φόρουμ για να αυξάνουν το βάρος της Ασίας και του Παγκόσμιου Νότου απέναντι στη Δύση.
Το κρίσιμο στρες τεστ της Συνόδου, επομένως, δεν είναι αν Μόντι και Σι θα εμφανίζονται χαμογελαστοί στην ίδια φωτογραφία. Είναι αν θα υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στη συνοριακή αποκλιμάκωση και στον οικονομικό διάλογο, και κυρίως αν η Ινδία θα κατορθώσει να εμποδίσει τους BRICS να γίνουν όχημα κινεζικής ηγεμονίας χωρίς ταυτόχρονα να αποδυναμώσει τον ίδιο τον θεσμό. Η αυριανή διμερής συνάντηση Μόντι–Σι είναι γι’ αυτό ίσως σημαντικότερη από μεγάλο μέρος του επίσημου ανακοινωθέντος της συνόδου.
▪️Οι BRICS ως ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής του διεθνούς συστήματος;
Η σημασία της Συνόδου των BRICS+ δεν βρίσκεται μόνο στις επιμέρους αποφάσεις της. Από την οπτική της στρατηγικής προόρασης, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα ακόμη σήμα μιας μακροχρόνιας ανακατανομής της παγκόσμιας ισχύος. Η ίδια η ΕΕ αναγνωρίζει ως Μεγατάση (Megatrend) τη συνεχιζόμενη μετατόπιση της οικονομικής ισχύος από τις παραδοσιακές δυτικές οικονομίες προς τις αναδυόμενες οικονομίες της Ανατολής και του Νότου (European Commission, Joint Research Centre, 2023.). Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει τη διαμόρφωση μιας περισσότερο πολυπολικής και ανταγωνιστικής παγκόσμιας τάξης και τη μεταβολή του σχετικού οικονομικού και δημογραφικού βάρους της Ευρώπης (European Commission, 2021).
Η Σύνοδος των BRICS του 2026 καθιστά αυτή τη δυναμική ιδιαίτερα ορατή. Η διευρυμένη ομάδα περιλαμβάνει πλέον χώρες από την Ασία, την Αφρική, τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική, ενώ στη Σύνοδο προωθήθηκαν αιτήματα για μεταρρύθμιση της διεθνούς διακυβέρνησης, μεγαλύτερη εκπροσώπηση του Global South, ενίσχυση των συναλλαγών σε εθνικά νομίσματα και συνεργασία σε πεδία όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι πληρωμές, η ενέργεια και η επισιτιστική ασφάλεια.
Η Διακήρυξη του Νέου Δελχί δεν αποδεικνύει ότι οι BRICS+ έχουν ήδη εξελιχθεί σε συνεκτικό εναλλακτικό πόλο της παγκόσμιας τάξης. Καταγράφει, όμως, μια σειρά από σήματα αλλαγής προς βαθύτερη θεσμική και οικονομική συνεργασία: από τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις επενδύσεις έως τις διασυνοριακές πληρωμές, την τεχνολογική καινοτομία, την ΤΝ και τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Η κρίσιμη αβεβαιότητα προς το 2050 είναι κατά πόσο οι επιμέρους αυτές πρωτοβουλίες θα αποκτήσουν επαρκή θεσμική συνέχεια, οικονομική κλίμακα και πολιτική συνοχή ώστε να μετασχηματίσουν τους BRICS+ από μια ετερογενή πλατφόρμα συνεργασίας σε έναν περισσότερο συνεκτικό πόλο οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.
▪️Από τη διεύρυνση στη θεσμική εμβάθυνση: τα σήματα αλλαγής της Διακήρυξης του Νέου Δελχί
Η Διακήρυξη του Νέου Δελχί του 2026 αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι επειδή αποδεικνύει ότι οι BRICS+ έχουν ήδη μετατραπεί σε έναν συνεκτικό εναλλακτικό πόλο της παγκόσμιας τάξης, αλλά επειδή καταγράφει μια σειρά από σήματα αλλαγής που υποδηλώνουν την επιδίωξη βαθύτερης θεσμικής, οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας. Η μετάβαση αυτή είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση της μελλοντικής βαρύτητας του σχήματος: η αριθμητική διεύρυνση των BRICS αποκτά πραγματική γεωπολιτική σημασία μόνο εφόσον συνοδευθεί από θεσμούς, χρηματοδοτικά εργαλεία, οικονομικά δίκτυα και μηχανισμούς συνεργασίας που δημιουργούν σταθερές σχέσεις μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών.
1. Μία πρώτη διάσταση αφορά, επομένως, τη θεσμική εμβάθυνση των BRICS+. Η διεύρυνση αυξάνει το δημογραφικό, οικονομικό και γεωγραφικό αποτύπωμα του σχήματος, ταυτόχρονα όμως αυξάνει και την ετερογένειά του. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο η αυξανόμενη συμμετοχή κρατών με διαφορετικά πολιτικά συστήματα, οικονομικά συμφέροντα και γεωπολιτικούς προσανατολισμούς μπορεί να μεταφραστεί σε σταθερότερες μορφές συντονισμού. Από αυτή την άποψη, η σημασία των νέων πρωτοβουλιών δεν βρίσκεται μόνο στο άμεσο οικονομικό τους αποτέλεσμα, αλλά στο κατά πόσο δημιουργούν σταδιακά ένα πυκνότερο πλέγμα συνεργασίας, το οποίο μπορεί να αυξήσει το θεσμικό βάθος και τη διάρκεια του σχήματος.
2. Η δεύτερη διάσταση αφορά την ενίσχυση της φωνής του Παγκόσμιου Νότου και τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Η επιδίωξη περισσότερο αντιπροσωπευτικών διεθνών θεσμών και μεγαλύτερης συμμετοχής των αναπτυσσόμενων και αναδυόμενων οικονομιών στη λήψη παγκόσμιων αποφάσεων αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας των BRICS+. Το ζήτημα υπερβαίνει, συνεπώς, την οικονομική συνεργασία μεταξύ των μελών. Αφορά τη δυνατότητα των BRICS+ να επηρεάζουν σταδιακά τους κανόνες, τις προτεραιότητες και τη θεσμική αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος. Εάν η τάση αυτή ενισχυθεί, η μελλοντική πολυπολικότητα ενδέχεται να εκφράζεται όχι μόνο μέσω της ανακατανομής οικονομικής ισχύος, αλλά και μέσω εντονότερου ανταγωνισμού για το ποιος συμμετέχει στη διαμόρφωση των κανόνων της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
3. Ιδιαίτερα απτή είναι η τρίτη διάσταση, που αφορά τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Πρωτοβουλίες συνεργασίας στα logistics, στις μεταφορές και στις αλυσίδες εφοδιασμού υποδηλώνουν την πρόθεση ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των οικονομιών των BRICS απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς και γεωπολιτικές διαταραχές. Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι μεγαλύτερη στο σημερινό περιβάλλον γεωοικονομικού ανταγωνισμού, όπου η πρόσβαση σε λιμένες, εμπορικούς διαδρόμους, πρώτες ύλες, ενδιάμεσα αγαθά και κρίσιμες τεχνολογίες αποτελεί πλέον παράμετρο οικονομικής ασφάλειας. Εφόσον οι σχετικές πρωτοβουλίες αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο, μπορούν να ενισχύσουν τις μεταξύ των κρατών BRICS εμπορικές και παραγωγικές διασυνδέσεις και να δημιουργήσουν εναλλακτικές ή συμπληρωματικές αλυσίδες αξίας. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, λόγω της θέσης της στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, της ελληνικής ναυτιλίας και του δυνητικού ρόλου των ελληνικών λιμένων και υποδομών στη διασύνδεση Ευρώπης, Ασίας, Μέσης Ανατολής και Αφρικής.
4.Ένα τέταρτο σήμα αφορά τη χρηματοπιστωτική συνεργασία και τις διασυνοριακές πληρωμές. Η σημασία των σχετικών πρωτοβουλιών δεν πρέπει να υπερερμηνεύεται ως άμεση δημιουργία ενός «νομίσματος των BRICS» ή ως επικείμενη αντικατάσταση του δολαρίου. Πολύ πιο ουσιαστική από πλευράς στρατηγικής προόρασης είναι η σταδιακή ανάπτυξη μηχανισμών που μπορούν να διευκολύνουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών-μελών, να αυξήσουν τη χρήση εθνικών νομισμάτων στο εμπόριο και στις επενδύσεις και να ενισχύσουν τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων διασυνοριακών πληρωμών. Εάν τέτοιες πρωτοβουλίες αποκτήσουν κλίμακα τις επόμενες δεκαετίες, θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια περισσότερο πολυκεντρική διεθνή χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική. Το κρίσιμο σήμα, επομένως, δεν είναι η άμεση «αποδολαριοποίηση», αλλά η σταδιακή διαφοροποίηση των χρηματοπιστωτικών υποδομών και των μέσων διεθνών συναλλαγών.
5. Η πέμπτη διάσταση αφορά την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή διακυβέρνηση. Η ενσωμάτωση αυτών των πεδίων στην ατζέντα των BRICS+ αντανακλά μια ευρύτερη μεταβολή στη φύση της διεθνούς ισχύος. Η τεχνολογική ικανότητα, τα δεδομένα, οι ψηφιακές δημόσιες υποδομές, η ΤΝ και τα τεχνολογικά πρότυπα αποκτούν αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία. Η συνεργασία των BRICS+ σε αυτά τα πεδία μπορεί μακροπρόθεσμα να οδηγήσει είτε σε μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα μεταξύ των μελών είτε, σε ένα διαφορετικό σενάριο, στην ανάπτυξη τεχνολογικών οικοσυστημάτων και προτύπων που θα λειτουργούν παράλληλα με εκείνα των ΗΠΑ και της ΕΕ. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με μια ευρύτερη κρίσιμη αβεβαιότητα προς το 2050: εάν ο ψηφιακός κόσμος θα παραμείνει σχετικά διασυνδεδεμένος ή θα κατακερματιστεί σε ανταγωνιστικές τεχνολογικές και ρυθμιστικές σφαίρες.
6. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται η έκτη διάσταση, αυτή της νεοφυούς επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας. Πρωτοβουλίες για τη δικτύωση incubators, startups, επενδυτών και οικοσυστημάτων καινοτομίας μπορούν σήμερα να φαίνονται περιορισμένης γεωπολιτικής σημασίας σε σύγκριση με το εμπόριο, την ενέργεια ή τη χρηματοδότηση. Από την οπτική τoυ foresight , όμως, μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ασθενή σήματα μιας προσπάθειας δημιουργίας πυκνότερων διασυνδέσεων μεταξύ των οικονομιών των BRICS+. Η δημιουργία ενός κοινού οικοσυστήματος καινοτομίας θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη σημασία εάν στο μέλλον συνοδευόταν από ουσιαστική χρηματοδότηση, κινητικότητα ανθρώπινου κεφαλαίου, κοινά ερευνητικά προγράμματα και μεγαλύτερη κυκλοφορία τεχνολογίας και επιχειρηματικού κεφαλαίου μεταξύ των συμμετεχουσών οικονομιών.
7. Τέλος, ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα έχει η ενέργεια, η κλιματική χρηματοδότηση και η πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Η παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση δεν μειώνει κατ’ ανάγκη τη γεωπολιτική σημασία των φυσικών πόρων· μεταβάλλει τη σύνθεσή τους. Παράλληλα με τους υδρογονάνθρακες, αυξάνεται η σημασία κρίσιμων ορυκτών, ηλεκτρικών δικτύων, αποθήκευσης ενέργειας, καθαρών τεχνολογιών και των παραγωγικών αλυσίδων που τα υποστηρίζουν. Η παρουσία στους BRICS+ σημαντικών παραγωγών ενέργειας, μεγάλων αναδυόμενων αγορών και κρατών με σημαντικά αποθέματα ή παραγωγή κρίσιμων πόρων δημιουργεί δυνητικά ένα πεδίο αυξημένης συνεργασίας. Το κατά πόσο αυτή η συμπληρωματικότητα θα μετατραπεί σε πραγματική στρατηγική συνεργασία αποτελεί ένα ακόμη ερώτημα προς διερεύνηση και όχι δεδομένη εξέλιξη.
Συνολικά, τα παραπάνω σήματα (signals) υποδηλώνουν ότι η σημασία της Συνόδου του 2026 δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές διακηρύξεις περί πολυπολικότητας, αλλά στην προσπάθεια ανάπτυξης μιας πρακτικής υποδομής συνεργασίας στους τομείς της χρηματοδότησης, των εφοδιαστικών αλυσίδων, της τεχνολογίας, της καινοτομίας, της ενέργειας και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Το κρίσιμο ερώτημα προς το 2050 είναι εάν οι επιμέρους αυτές πρωτοβουλίες θα αποκτήσουν επαρκή θεσμική συνέχεια, οικονομική κλίμακα και πολιτική συνοχή ώστε να μετασχηματίσουν τους BRICS+ από μια ετερογενή πλατφόρμα συνεργασίας σε έναν περισσότερο συνεκτικό πόλο της παγκόσμιας οικονομίας και διακυβέρνησης. Ακριβώς αυτή η απόσταση μεταξύ διακηρυγμένης πρόθεσης και πραγματικής θεσμικής ικανότητας αποτελεί την κεντρική κρίσιμη αβεβαιότητα που αναδεικνύει η Σύνοδος του 2026 για τον ορίζοντα του 2050.
▪️Το πραγματικό δίλημμα για την ΕΕ- η ευρωπαϊκή στρατηγική προς το 2050
Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα για την ΕΕ δεν είναι απλώς «πώς θα αντιμετωπίσουμε τους BRICS;». Είναι βαθύτερο:
“Πώς θα διατηρήσει η Ευρώπη την ικανότητά της να επηρεάζει τους κανόνες της παγκόσμιας διακυβέρνησης σε έναν κόσμο στον οποίο δεν θα διαθέτει πλέον το σχετικό οικονομικό, δημογραφικό και πολιτικό βάρος που διέθετε κατά τη μεταπολεμική περίοδο;”
Αυτό αλλάζει και την έννοια της ευρωπαϊκής «επικράτησης». Η στρατηγική επιλογή δεν μπορεί ρεαλιστικά να είναι η διατήρηση της δυτικής ηγεμονίας με τη μορφή που είχε στον 20ό αιώνα. Η ίδια η ΕΕ εκτιμά ότι το μερίδιό της στην παγκόσμια οικονομία μπορεί να συρρικνωθεί σημαντικά έως το 2050, ενώ η άνοδος της Ασίας και άλλων αναδυόμενων οικονομιών συνεχίζεται. Άρα, το ζητούμενο μετακινείται από την επικράτηση στην επιρροή: ποιος θα συνδιαμορφώνει τους κανόνες, τα πρότυπα και τους θεσμούς της επόμενης διεθνούς τάξης.
Εδώ ακριβώς η άνοδος των BRICS δημιουργεί τρεις πιθανές στρατηγικές κατευθύνσεις για την Ευρώπη: αντιπαράθεση, προσαρμογή ή επιλεκτική συνδιαμόρφωση. Η πρώτη θα επιχειρούσε να προστατεύσει όσο περισσότερο γίνεται την υφιστάμενη δυτικοκεντρική αρχιτεκτονική. Η δεύτερη θα αποδεχόταν περισσότερο παθητικά την ανακατανομή ισχύος. Η τρίτη —και πιθανώς η περισσότερο συμβατή με μια foresight προσέγγιση— θα δεχόταν ότι ο πολυπολικός κόσμος είναι μια ισχυρή πιθανότητα και θα επιχειρούσε να εξασφαλίσει ότι η ΕΕ θα παραμείνει ένας από τους βασικούς rule-shapers, ακόμη και αν αυτό προϋποθέτει θεσμικούς συμβιβασμούς.
Αυτοί οι συμβιβασμοί μπορεί να είναι σημαντικοί: μεγαλύτερη εκπροσώπηση αναδυόμενων δυνάμεων στους διεθνείς θεσμούς, μεταρρύθμιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής, μεγαλύτερη φωνή του Global South στις αποφάσεις για το κλίμα, την ανάπτυξη, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη και, γενικότερα, αποδοχή ότι «πολυμερής διακυβέρνηση» δεν μπορεί πλέον να σημαίνει πολυμερείς θεσμούς στους οποίους η Δύση διατηρεί δυσανάλογη ισχύ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Σύνοδο του 2026 η Ινδία έθεσε ακριβώς το ζήτημα της μετατροπής του Global South από αποδέκτη κανόνων σε συνδιαμορφωτή τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ΕΕ πρέπει να θεωρήσει τους BRICS έναν συμπαγή αντίπαλο πόλο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ετερογενές σχήμα, με διαφορετικά συμφέροντα, καθεστώτα και γεωπολιτικές επιδιώξεις. Υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ Κίνας και Ινδίας και διαφορετικές αντιλήψεις μεταξύ των μελών για το κατά πόσο οι BRICS πρέπει να εξελιχθούν σε αντιδυτικό συνασπισμό. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για την Ευρώπη: να μην ωθήσει με μια πολιτική συνολικής αντιπαράθεσης τις διαφορετικές δυνάμεις του Global South σε μια ενιαία αντιδυτική ταυτότητα.
Συνεπώς, η ευρωπαϊκή στρατηγική προς το 2050 θα μπορούσε να στηριχθεί σε μια μορφή «ανταγωνιστικής συνύπαρξης»: στρατηγική αυτονομία εκεί όπου υπάρχουν κρίσιμες εξαρτήσεις· ανταγωνισμός εκεί όπου διακυβεύονται τεχνολογική και οικονομική ισχύς· υπεράσπιση θεμελιωδών ευρωπαϊκών συμφερόντων και αξιών· αλλά ταυτόχρονα συνεργασία με χώρες των BRICS και του Global South σε πεδία κοινού συμφέροντος και αποδοχή μεταρρυθμίσεων που θα κάνουν την παγκόσμια διακυβέρνηση περισσότερο αντιπροσωπευτική.
Αυτό συνδέεται άμεσα και με τη σημερινή ευρωπαϊκή στρατηγική σκέψη. Το Strategic Foresight Report 2025 ζητά από την ΕΕ να αναπτύξει μια συνεκτική παγκόσμια στρατηγική, ώστε να λειτουργεί ως ισχυρός, σταθερός και αξιόπιστος διεθνής την ικανότητά της να διαμορφώνει την παγκόσμια διακυβέρνηση νέων τεχνολογιών.
Άρα, η Σύνοδος των BRICS μπορεί να ερμηνευθεί ως “weak signal becoming stronger” μιας Μεγατάσης (Megatrend )που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη: της μετάβασης από μια δυτικοκεντρική διεθνή τάξη προς ένα περισσότερο πολυπολικό σύστημα.
Το στρατηγικό ερώτημα για την ΕΕ δεν είναι εάν μπορεί να εμποδίσει αυτή τη μετάβαση, αλλά πώς θα τοποθετηθεί μέσα σε αυτήν. Η επιτυχία της έως το 2050 ενδέχεται να κριθεί όχι από την ικανότητά της να διατηρήσει την παλιά κατανομή ισχύος, αλλά από την ικανότητά της να διαπραγματευθεί μια νέα: να γνωρίζει πού πρέπει να ανταγωνιστεί, πού να συνεργαστεί, πού να επιμείνει στις αρχές της και πού να αποδεχθεί συμβιβασμούς, ώστε να παραμείνει ένας ουσιαστικός συνδιαμορφωτής της νέας παγκόσμιας τάξης.
▪️Βιβλιογραφία– Πηγές
BRICS. (2026, September 12). BRICS New Delhi Declaration: Building for resilience, innovation, cooperation and sustainability. Prime Minister of India. New Delhi Declaration
European Commission. (2025). 2025 strategic foresight report: Resilience 2.0: Empowering the EU to thrive amid turbulence and uncertainty (COM(2025) 484 final)
European Commission. (2021). 2021 strategic foresight report: The EU’s capacity and freedom to act. Publications Office of the European Union. 2021 Strategic Foresight Report
European Commission, Joint Research Centre. (2023). Megatrends Hub. Knowledge4Policy. Megatrends Hub
New Development Bank. (2026). Annual report 2025: Reflecting on the first golden decade: Preparing for the future. NDB Annual Report 2025