Η λέξη εμφανίστηκε, πιθανώς, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και χρησιμοποιείται, με αρνητική χροιά ως συνώνυμο του απατεώνα. Ο κομπογιαννιτισμός ταυτίστηκε, δηλαδή, στη σύγχρονη ορολογία με τον τσαρλατανισμό. Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη.
Οι κομπογιαννίτες πήραν το όνομα τους από το κομπόνω = απατώ και το γιαννίτης = Ιωαννίτης είτε γιατί η καταγωγή των περισσότερων ήταν από την Ήπειρο, από τα Ιωάννινα, ή γιατί είχαν δεμένα τα θεραπευτικά τους βότανα σε κόμπους μαντηλιών σε εμφανή σημεία πάνω στο σώμα τους ή στο σαμαροκάλπακο, όπως λεγόταν το κάλυμμα του κεφαλιού τους. Επίσης στην Ήπειρο τους ονόμαζαν και βικογιατρούς γιατί συνέλεγαν τα βότανα τους από την πλούσια χλωρίδα της χαράδρας του Βίκου και Ματσοκάρηδες γιατί κουβαλούσαν μαζί τους ένα ρόπαλο για προστασία, μάλλον από τους αγανακτισμένους ασθενείς ή τους συγγενείς τους, γιαυτό και πληρωνόντουσαν προκαταβολικά ώστε σε περίπτωση κακής εξέλιξης της υγείας του πάσχοντα, γεγονός σύνηθες, να προλάβουν να εξαφανιστούν με το αζημίωτο. (Εμμανουήλ, 1983). Περίφημοι κομπογιαννίτες υπήρξαν οι Ζαγοριανοί, τους οποίους σατίρισε ο Αλέξανδρος Σούτσος στην κωμωδία του «’Ασωτος». Εκεί ο γιατρός Ιπεκακουάνας λέει:
«Δεν είμαι εγώ Ζαγοριανός να περπατώ στο δρόμο
Με αλοιφάς, με έμπλαστρα, με βότανα στον ώμο,
Και με δοντάγραν, συριγγών και νυστεριών χαρχάλι,
Με το σαμουροκάλπακο να τρέχω στο κεφάλι,
Να σκούζω από το κουτσό και ψόφιο μου μουλάρι,
-Καλός γιατρός, πουλώ ζωή, ποιος θέλει, ποιος θα πάρει!…»
Οι κομπογιαννίτες ήταν ψευτογιατροί που στόχο είχαν πάντα το οικονομικό τους όφελος και καυχώμενοι μεγαλοποιούσαν τις ικανότητές τους. Πρότειναν θεραπείες περίπλοκες με υλικά δυσεύρετα και σπάνια έτσι ώστε σε περίπτωση αποτυχίας να αποποιηθούν των ευθυνών τους και να ενοχοποιήσουν τον ασθενή ότι δεν κατάλαβε τί έπρεπε να κάνει.
Σε περίπτωση όμως που η θεραπεία τους είχε θετικό αποτέλεσμα γινόταν διάσημοι και όλοι επεδίωκαν τις υπηρεσίες τους με όποιο κόστος. Η επιτυχία οφειλόταν τις περισσότερες φορές στη φύση κάποιων ασθενειών που αφού κάνουν την πορεία τους περνάνε μόνες τους. Μερικοί «κομπογιαννίτες» ήταν ειλικρινείς. Πίστευαν δηλαδή στα γιατροσόφια που πουλούσαν.
Γενικά οι κομπογιαννίτες έσπευδαν πάντα να επωφεληθούν, όταν η ορθόδοξη ιατρική αποδεικνυόταν ανίσχυρη εναντίον μίας αρρώστιας.
Ό Ηπειρώτης Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823), Ιατροφιλόσοφος, ποιητής σατιρίζει καυστικά τους πρακτικούς γιατρούς στο ποίημα του «Ο Ματσούκας ή ο αυτοδίδακτος γιατρός», με τους εξής στίχους:
Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει
Τα αχαμνά σου τα παχαίνει
Δίνει μάτια των στραβών
Τους κοντούς κι΄ αυτούς ψηλώνει
Βάνει γλώσσα των βουβών
Όθεν όλους τους γιατρεύει πάσα νόσο θεραπεύει
Και με χάρη χωριστή….
Οι εμπειρικοί γιατροί που θεράπευαν βάσει της «δημώδους ιατρικής» δεν είχαν καμία σχέση με τους κομπογιαννίτες ή τσαρλατάνους και έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά την διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα του 1821 (Γκανιάτσας, 1972). Παράλληλα όμως με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς γιατρούς δεν έλειψαν οι διάφοροι κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι που ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν «φαρμακευτικά» σκευάσματα δικής τους επινόησης τα οποία «θεράπευαν» ταυτόχρονα πολλές και μάλιστα διαφορετικών οργάνων ασθένειες.
Ο 16ος αιώνας – ο κατ΄ εξοχήν αιώνας των τσαρλατάνων.
Μέχρι τον 18ο αιώνα ο τσαρλατανισμός είχε την επίσημη έδρα του στο Παρίσι και συγκεκριμένα στην Ποντ Νεφ (Pont Neuf) και την πλατεία Ντωφίν (Place Dauphine). Οι τσαρλατάνοι αυτοί ήταν θεαματικότατοι, πνευματώδεις και είχαν σπουδαιοφάνεια και υπεροψία. Φορούσαν πολύχρωμες και παράξενες φορεσιές για να εντυπωσιάζουν και να υποβάλλουν με το παρουσιαστικό τους τον κόσμο και τριγύριζαν από πόλη σε πόλη με τη συντροφιά μουσικών και σαλτιμπάγκων ταχυδακτυλουργών και ηθοποιών της κακιάς ώρας. Συνήθως συνοδεύονταν και από τους «κράχτες» τους οι οποίοι παρίσταναν τους θεραπευμένους ασθενείς τους για να επιβεβαιώσουν τα λόγια του ψευτογιατρού.
Αναφέρονται πολλές διασημότητες τσαρλατάνων σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, αλλά δύο απ΄ αυτούς υπήρξαν θρυλικές φιγούρες που έμειναν το πρότυπο των απατεώνων και γελωτοποιών του είδους τους. Ο Φιλίπ Ζιράρ (Philippe Girard), ο λεγόμενος Μοντόρ, που υποδυόταν τον σοβαρό γιατρό και ο βοηθός του, που πρόκειται για τον αδελφό του, Αντουάν Ζιράρ (Antoine Girard, ~1584–1626) με το ψευδώνυμο Ταμπαρέν (Tabarin).
Ο κομπογιαννιτισμός δεν ήταν αποδεκτός μόνο από τον αμαθή, φτωχό λαό.
Διάφοροι κομπογιαννίτες σε όλο τον κόσμο κλήθηκαν να θεραπεύσουν βασιλείς, αυτοκράτορες, πρωθυπουργούς και γενικώς επιφανείς προσωπικότητες. Στην Αγγλία, ο Τζόσουα Γουώρντ (Joshua Word 1685-1761) έγινε διάσημος όταν το 1734 κατάφερε να θεραπεύσει το εξαρθρωμένο αντίχειρα του βασιλιά της Αγγλίας, Γεώργιου Β΄ μ΄ ένα απλό τράβηγμα που το ξαναπήγε στη θέση του. Έτσι κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη και εύνοια του ώστε κανένας επίσημος γιατρός αλλά ούτε και το «Βασιλικό Κολέγιο Ιατρών» κατόρθωσε να τον κατεβάσει από το βάθρο που είχε τοποθετηθεί από τον βασιλιά και να τον αποδομήσει απ’ την συνείδηση του λαού.
Στην Αμερική θριάμβευσε ο «δόκτωρ» Ελίσα Πέρκινς (Elisha Perkins 1741-1799) που νοσήλευε ακόμα και τον Πρόεδρο, Γεώργιο Ουάσιγκτον. Αυτός είχε μία θεωρία ότι τα μέταλλα τραβάνε τις αρρώστιες έξω από το σώμα. Είχε φτιάξει, λοιπόν, ένα περίεργο εργαλείο αποτελούμενο από μετάλλινες ράβδους, που τις έσερνε πάνω απ’ το άρρωστο μέρος τους σώματος για 20 λεπτά και, υποτίθεται, γιάτρευε έτσι τις ασθένειες.
Ο κομπογιαννιτισμός στην Ελλάδα
Πριν την Επανάσταση του 1821 δεν υπήρχαν γιατροί επιστήμονες στην Ελλάδα. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, οι ελάχιστοι επιστήμονες γιατροί που υπήρχαν ήταν κάποιοι Έλληνες σπουδαγμένοι στο εξωτερικό που μόλις είχαν επιστρέψει στη χώρα ή Γερμανοί που συνόδευαν τον Οθωνα στην Ελλάδα. Ή αγυρτεία είχε υποκαταστήσει κάθε ειδικότητα.
Το 1837, που ιδρύεται το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, το αποκαλούμενο «Οθώνειο» προς τιμή του ιδρυτή του, αναφέρονται ογδόντα πέντε (85) γιατροί, είκοσι (20) εκ των οποίων στην Αθήνα και εκατόν τριάντα (130) εμπειρικοί με άδεια της Κυβέρνησης. Οι λίγοι επιστήμονες γιατροί, εκτός από τις ασθένειες, είχαν ν՚ αντιμετωπίσουν την αμορφωσιά, την άγνοια, τις διάφορες δεισιδαιμονίες και προλήψεις του λαού, ο οποίος κατέφευγε σε γιατροσόφια και μάγια για να θεραπευτεί ή υπέμενε με προσευχές και τάματα να συγχωρεθεί, γιατί πίστευε ότι οι αρρώστιες είναι «θέλημα και τιμωρία Θεού». Την κατάσταση αυτή έθρεφε και το μέγεθος της απόστασης και της συγκοινωνιακής απομόνωσης των επαρχιών, που, σε συνάρτηση με την οικονομική δυσπραγία, συνέτειναν στο να μην υπάρχει εύκολη πρόσβαση στις μεγάλες πόλεις, όπου υπήρχαν γιατροί και νοσοκομεία, γεγονός που λειτουργούσε ανασταλτικά στη γνώση, την πληροφόρηση και τη συνολική πολιτιστική ανάπτυξη του λαού. Ένα άλλο θέμα που δεν βοηθούσε στην εξάλειψη της αγυρτείας ήταν η χαλαρότητα των νόμων, σχετικά με την αντιμετώπιση των απατεώνων που «εξασκούσαν» την ιατρική. Αν και είχε εκδοθεί το βασιλικό διάταγμα «Περί πωλήσεως ιατρικών» της 29ης Μαρτίου /10ης Απριλίου 1835 (ΦΕΚ 13/1835) που αποτελούσε μία από τις πρώτες νομοθετικές πράξεις του ελληνικού κράτους για τη δημόσια υγεία, με κύριο στόχο τον έλεγχο της διακίνησης των φαρμάκων και τον περιορισμό της επικίνδυνης, ανεξέλεγκτης πώλησής τους από μη ειδικούς, οι κομπογιαννίτες δεν πτοήθηκαν. (Χριστίνα Ν. Φίλιππα, Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης (1893-1953) Ζωή Μελά-Ιωαννίδη (1898-1996), Πρωτοπόροι επιστήμονες στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, Απαρσις, 2026).
20ος αιώνας και Κομπογιαννιτισμός στην Ελλάδα
Οι τσαρλατάνοι, οι αγύρτες γιατροί δηλαδή, είχαν από τότε «διαγνώσει» την σημασία της διαφήμισης.
Έγραφαν στους τοίχους εντυπωσιακές ρεκλάμες και χωρίς κανένα δισταγμό σκορπούσαν συνθήματα όπως: «Θεραπεία εντός μιας ημέρας», « Το μυστικό της αιώνιας νεότητας», «Η δοκιμή δωρεάν», «Το θαύμα της ιατρικής» κ.α
Ήταν τέτοια η ασυδοσία και το θράσος, ώστε έστελναν στις εφημερίδες ανακοινώσεις διαφημίζοντας θαυματουργές θεραπείες και φάρμακα δικής τους έμπνευσης κάνοντας χρυσές δουλειές.
(Ακρόπολις, 2.8.1937)
«Η φυματική δεν πρέπει να απελπίζονται»
Αγαπητή Ακρόπολις,
Οι αγώνες σας κατά της φυματιώσεως συγκινούν βαθύτατα κάθε άνθρωπο που συμμερίζεται τον άρρωστον και την οικογένεια του.
Θα ήθελα να τους πείτε:
«Φυματικοί μην απελπίζεσθε! Γιατί η ρίζα του πουρναριού θεραπεύει ριζικώς την αρρώστεια σας.
Δια της παρούσης μου σας αποστέλλω δύο βιβλία μου «Πώς θεραπεύω τη φυματίωσιν» με την παράκλησιν όπως διαθέσητε ταύτα εις τους ανωτέρω ασθενείς. Δια των οδηγιών του βιβλίου μου θα δυνηθούν να θεραπευθούν μόνοι τους ριζικώς και ανεξόδως όπως τούτο έχει επιτευχθεί εις πολλάς εκατοντάδας ασθενών.(…)
Μετ΄εξαιρετικής τιμής
Χρηστ. Σπηλιακόπουλος
Ιπποκράτους 134»
(Η ορθογραφία είναι του συντάκτη της επιστολής).
Οι ιατρικές σχολές δεν επενέβαιναν και οι αγύρτες ασκούσαν την θεραπευτική του τέχνη ανενόχλητοι. Το θράσος τους είχε φθάσει σε τέτοια ύψη, ώστε διατυμπάνιζε ο καθένας απ αυτούς:
«Θεραπεύω τον άρρωστο χωρίς να τον εξετάσω. Χωρίς καν να πιάσω τον σφυγμό του ή να δω την γλώσσα του. Χωρίς να ρωτήσω το όνομά του. Αυτή είναι η διαφορά μου απ τον γιατρό»!
Κουρείς, γνωστοί ως «εξπέρ της οδοντιατρικής επιστήμης», αλλά και πεταλωτές, καφεπώλες και διάφοροι άσχετοι προς το ιατρικό λειτούργημα διαφήμιζαν μετά παρρησίας στον Τύπο τα σκευάσματά τους για πάσα νόσο…
Πολλά και γνωστά τα παραδείγματα σε όλη την Ελλάδα που τα πρόβαλε ο Τύπος, όπως, ενδεικτικά αναφέρουμε, την περίφημη «γιάτρισσα» Μαρία Πουλιανού, το 1953 στην Κυψέλη και το δικηγόρο Γεώργιο Καματερό με το «γνωστό θαυματουργό νερό του», το 1976.
«Τουλάχιστον, οι γιατροί όλο νέες ασθένειες βρίσκουν ενώ οι κομπογιαννίτες δεν εύρισκαν άλλες ασθένειες. Τους έφταναν οι παλιές» γράφει σε χρονογράφημά του ο Φιλέας Φογκ (Γ. Γατόπουλος).
Γιατί ο κομπογιαννιτισμός ασκούσε μια γοητεία στον πολύ κόσμο.
Η δεισιδαιμονία και η δίψα μιας υπερφυσικής επέμβασης, επηρεάζουν τους ανθρώπους κυρίως όταν η απελπισία κυριεύει το μυαλό. «Θα πάω και εκεί στην γιάτρισσα. Ετσι κι έτσι μέχρι τώρα χάλασα 40.000 δρχ στους γιατρούς για να θεραπεύσω το παιδί μου και γιατριά δεν είδε. Ας χαλάσω ακόμα 2.000 δρχ να ιδούμε μήπως η Βασιλική (εννοεί τη γιάτρισσα) κάμει το θαύμα της»!
Αντιθέτως απ’ ότι θα περιμέναμε, ο κόσμος ήταν δύσπιστος ως προς τους γιατρούς! Την πληρωμή στον επιστήμονα γιατρό αποκαλούσαν «χασοπαραδιές». «Η επιστήμη ξεφουρνίζει διάφορα για να μαδάει τους φτωχούς» λέγανε!
Ο Έλληνας νομοθέτης έφερε την αλλαγή με το διάταγμα του 1914, το οποίο συντάχθηκε στο όνομα της προστασίας της δημόσιας υγείας από τα διάφορα μυστήρια φάρμακα, φαρμακευτικά και θεραπευτικά σκευάσματα τα οποία δεν είχαν λάβει έγκριση από κάποια ιατρική ακαδημία. Το διάταγμα απαγόρευε τη διαφήμιση, την κυκλοφορία και την πώληση των αγνώστου σύστασης καλλυντικών, βαφών μαλλιών, ενισχυτικών τριχοφυΐας, σκευασμάτων για τα δόντια (πλύματα, πολτοί), τεχνητών ιαματικών υδάτων και λουτρών και ειδών διαιτητικής, τα οποία δεν είχαν εγκριθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών και το βασιλικό ιατροσυνέδριο. Η άδεια παρασκευής θα χορηγούνταν στο εξής αποκλειστικά σε ιατρούς και φαρμακοποιούς με ελληνική υπηκοότητα. Σκευάσματα αλλοδαπών ιατρών και φαρμακοποιών μπορούσαν να πουληθούν από Έλληνες φαρμακοποιούς μόνον αν είχαν εγκριθεί και κυκλοφορούσαν ελεύθερα στη χώρα προέλευσης. Η τιμή του φαρμάκου θα οριζόταν από το ιατροσυνέδριο και θ αναγραφόταν στη συσκευασία του. Η διάθεση και πώληση μπορούσε να γίνει μόνο μέσω των αναγνωρισμένων φαρμακείων.
Παρόλα αυτά μέχρι και σήμερα υπάρχουν ακόμα και επιστήμονες γιατροί που παραμυθιάζουν και εξαπατούν τον κόσμο με επεμβατικές θεραπείες σε μη ελεγχόμενους χώρους που χρησιμοποιούν ως επαγγελματική στέγη και πουλάνε φαρμακευτικά σκευάσματα που δεν ονομάζονται ακριβώς «ματζούνια» αλλά υπόσχονται κι αυτά σίγουρη και άμεση θεραπεία, πάντα πανάκριβη και αφορολόγητη.-