Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η αγάπη που εκφράστηκε για τον Γιώργο Μαζωνάκη δεν ήταν απλώς η συγκίνηση για την απώλεια ενός εξαιρετικά δημοφιλούς τραγουδιστή με έναν αδιανόητο τρόπο. Ήταν κάτι περισσότερο., ήταν ένα σχεδόν συλλογικό «ο δικός μας άνθρωπος», που ξεπέρασε ηλικίες, κοινωνικές ομάδες, μουσικές προτιμήσεις και πεποιθήσεις.

Εύλογα πολλοί και πολλές αναρωτήθηκαν πώς καταφέρνει ένας άνθρωπος της τέχνης, της μουσικής, των «μπουζουκιών», να δημιουργήσει μια τόσο δυνατή σχέση με τον κόσμο.

Advertisement
Advertisement

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, στην περίπτωση του Μαζωνάκη, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα τραγούδια του. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο επέτρεψε στον κόσμο, με τα χρόνια, να δει πίσω από τη δημόσια εικόνα του. Είχε πάνω του μια αμεσότητα, κάποιες φορές απρόβλεπτη, έναν αυθορμητισμό που δεν ταίριαζε πάντα με την εικόνα του λαοπρόβλητου σταρ.

Ο ίδιος είχε αναφερθεί στα παιδικά του χρόνια, στις ανασφάλειες, στα τραύματα και στις φοβίες που τον είχαν σφραγίσει. Και ακόμη και όταν μιλούσε για δύσκολες εμπειρίες, υπήρχε μέσα στον λόγο του κάτι από ένα παιδί που εξακολουθούσε να εμπιστεύεται τους ανθρώπους. Αυτή η παιδικότητα δεν ήταν αφέλεια. Ήταν μέρος της ευαλωτότητάς του και της αλήθειάς του, που δεν θέλησε να κρύψει πίσω από «ψεύτικες βιτρίνες».

Και ίσως γι’ αυτό ήταν τόσο σημαντικό ότι δεν κρύφτηκε όταν η δημόσια συζήτηση έφτασε σε ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της ελληνικής κοινωνίας δηλαδή την ψυχική υγεία και τη δική του εμπειρία.

Μετά την ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο τον Αύγουστο του 2025, επέλεξε να μιλήσει ο ίδιος δημόσια για την εμπειρία του. Μίλησε για τον φόβο, την αναστάτωση, την αίσθηση προδοσίας, τη δύσκολη πολλές φορές «ελληνική οικογένεια», αλλά και για το πώς αντιμετώπισε τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί κατά τον εγκλεισμό του.

Ο ίδιος δεν προσπάθησε να εξαφανίσει αυτή την εμπειρία από τη δημόσια βιογραφία του, από τα μέσα ενημέρωσης, από τον λόγο του. Αντίθετα, την έκανε μέρος της αφήγησής του, της ζωής του και της «λάμψης» του.

Και αυτό έχει αξία σε μια κοινωνία στην οποία η ψυχική υγεία εξακολουθεί συχνά να αντιμετωπίζεται με φόβο, με ψιθύρους και με στερεότυπα. Όταν ένας αναγνωρίσιμος και επιτυχημένος άνθρωπος, ένας λαϊκός καλλιτέχνης,  μιλά ανοιχτά για μια ψυχιατρική εμπειρία, χωρίς να αποδέχεται ότι αυτή τον ορίζει ή τον μειώνει, συμβάλλει στο να σπάσει ένα μέρος αυτής της σιωπής και αυτού του στερεότυπου.

Advertisement

Ίσως λοιπόν ο κόσμος δεν αγάπησε τον Μαζωνάκη επειδή έμοιαζε τέλειος αλλά τον αγάπησε επειδή δεν ήταν τέλειος και δεν το έκρυψε ποτέ.

Άφησε να φανούν οι αντιφάσεις, τα λάθη, οι υπερβολές, οι πληγές, η μοναξιά, το χιούμορ και η ευαισθησία του. Και επειδή τα τραγούδια του είχαν ήδη συνδεθεί με προσωπικές στιγμές χιλιάδων ανθρώπων, όλα αυτά δημιούργησαν κάτι πολύ ισχυρότερο από τη δημοφιλία, μια συγκλονιστική και ακατανόητη για ορισμένους οικειότητα.

Και αυτό είναι ίσως ένα ενδιαφέρον μάθημα και για καθέναν και καθεμία από εμάς, για τη ζωή μας, για την καθημερινότητά μας, αλλά και για τα κοινά, τον δημόσιο λόγο και, εν τέλει, την ίδια την πολιτική. Η παραδοχή του φόβου, της δυσκολίας ή ακόμη και ενός λάθους συχνά αντιμετωπίζεται ως ρωγμή στην εικόνα μας, κάτι που πρέπει να κρύψουμε ή ακόμη και να αρνηθούμε.

Advertisement

Φαίνεται όμως ταυτόχρονα, ότι οι πολίτες δεν ψάχνουν απαραίτητα αλάνθαστους ανθρώπους. Αναζητούν ανθρώπους αληθινούς, που να μπορούν να πουν «δυσκολεύτηκα», «φοβήθηκα», «έκανα λάθος», “προδόθηκα”, αλλά και να αναλαμβάνουν την ευθύνη για να το διορθώσουν. Τόσο απλά και τόσο δύσκολα…