Η 9η Μάϊου του 1936 είναι μια ημερομηνία που η Θεσσαλονίκη δεν ξεχνάει ή τουλάχιστον δεν πρέπει να ξεχνάει.

Εκείνο το πρωινό δεν είχε την μυρωδιά της θάλασσας και τον καθημερινό ρυθμό της πόλης. Είχε το ρυθμό της αγανάκτησης. Οι καπνεργάτες και μαζί τους χιλιάδες άνθρωποι, βγήκαν στους δρόμους ζητώντας καλύτερες αμοιβές και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Το κραχ του 1929 είχε ήδη συμπιέσει τις χαμηλές αμοιβές τους. Δεν ήθελαν να επαναστατήσουν, ήθελαν πίσω τη χαμένη αξιοπρέπεια τους.

Advertisement
Advertisement

Λίγα χρόνια νωρίτερα είχε δημιουργηθεί από τον Αβραάμ Μπεναρόγια, η Φεντερασιόν που ήταν η μεγαλύτερη εργατική οργάνωση σε όλη τη Μακεδονία.

Στα τέλη του Απριλίου όλες οι εργατικές οργανώσεις αποφάσισαν απεργία. Στις 9 Μάϊου σχεδόν όλη η πόλη ήταν στους δρόμους. Η χωροφυλακή έχασε τον έλεγχο και άρχισε να πυροβολεί, το αποτέλεσμα 12 νεκροί και περίπου 280 τραυματίες.

Ο πρώτος νεκρός ο Τάσος Τούσης. Η μητέρα του στάθηκε πάνω από το σώμα του και τον θρήνησε. Δεν την ένοιαζε τίποτα από ότι διαδραματιζόταν γύρω της ήταν μια μάνα που έχασε το παιδί της.

Την επόμενη μέρα η εικόνα αυτής της μάνας ήταν σε όλες τις εφημερίδες. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος εμπνέεται από την εικόνα της μάνας, τον χτύπησε μέσα στην ψύχη του είπε αργότερα και γράφει τον «Επιτάφιο». « Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω». Έγραψε

Την επόμενη μέρα, που η πόλη έθαψε τους νεκρούς της 150.000 άνθρωποι ήταν εκεί.

Λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς επιβάλλει δικτατορία. Η σύνδεση δεν είναι τυχαία. Ο Μάης του 36 στη Θεσσαλονίκη αλλά και οι επόμενες διαδηλώσεις σε άλλες πόλεις ήταν οι τελευταίες αναλαμπές μιας κοινωνίας που αντιστεκόταν. Η δημοκρατία πλήρωσε το τίμημα.

Εννέα δεκαετίες μετά όταν περπατάω στην γωνία Εγνατία με Βενιζέλου στο μνημείο του καπνεργάτη, σκέφτομαι πόσα από τα αιτήματα εκείνων των εργατών παραμένουν ίδια αλλά ταυτόχρονα και διαφορετικά. Ο κατώτατος μισθός που δε φτάνει. Συνθήκες εργασίας που ακόμα διαπραγματεύονται.

Η Θεσσαλονίκη θυμάται ή τουλάχιστον οφείλει να θυμάται όχι ως ιστορική υποχρέωση απέναντι στην πόλη αλλά γιατί η ιστορία μας δείχνει ακριβώς που πρέπει να πατάμε. Εκείνοι οι 12 νεκροί δεν είναι στατιστική. Ήταν απλοί άνθρωποι που ήθελαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια.