Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 14 Οκτωβρίου 2026, ο Θάνος Τσίρος παρουσιάζει τα «προϊόντα που άδειασαν τις τσέπες των καταναλωτών» μέσα από τις αυξήσεις βασικών προϊόντων/αγαθών μέσα στην τελευταία 6ετία. Έτσι έχουμε 85,8% αύξηση για το πετρέλαιο θέρμανσης, 76,45% για το μοσχάρι, 58,8% για το ηλεκτρικό ρεύμα, 42,6% για τα τυριά, 31,8% τα ενοίκια των κύριων κατοικιών (εδώ είναι ο εθνικός μέσος όρος, προφανώς, στις μεγάλες πόλεις το ποσοστό είναι ψηλότερο), και ψωμί 30,8%.

Ο πίνακας αυτός πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις· δεν είναι μόνον το προφανές, η ακρίβεια σαν πίεση καθημερινότητας για την κοινωνία, και δη για τους μεσαίους και τους μικρούς. Είναι ότι η συνολική αύξηση αποδεικνύει ότι οι κύκλοι των πληθωριστικών πιέσεων λειτουργούν σωρευτικά. Και ότι μετά το πέρας τους οι τιμές δεν επανέρχονται στα πρότερα επίπεδα.

Advertisement
Advertisement

Η διαπίστωση αυτή μας εισάγει σε έναν ευρύτερο προβληματισμό, σε σχέση με την άνοδο του κόστους ζωής που αντιμετωπίζουμε τα τελευταία χρόνια σε Ελλάδα και Ευρώπη. Φυσικά εδώ η εσωτερική αντιπαράθεση για το αν η ακρίβεια είναι δομική και οφείλεται σε διεθνείς παράγοντες, ή αν οφείλεται σε αστοχίες της κυβερνητικής πολιτικής, και ρυθμιστικά κενά έναντι των καρτέλ είναι ανυπόστατη, γιατί πολύ απλά ισχύουν και τα δύο –με το δεύτερο να παίζει ρόλο πολλαπλασιαστή.

Σημασία, όμως, εδώ έχει κάτι άλλο· ότι η διεθνής συγκυρία δεν είναι προσωρινή, αλλά διαρκής. Με λίγα λόγια, η άνοδος του κόστους ζωής οφείλεται θεμελιωδώς στον κρισιακό χαρακτήρα της εποχής μας: τροφοδοτείται από τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό, και άρα την πίεση που υπάρχει να υποκατασταθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες της παγκοσμιοποίησης, τους δασμούς που ορθώνονται εκ νέου, πιθανές κυρώσεις, τις συγκρούσεις που ξεσπούν στο πλαίσιο αυτού του ανταγωνισμού, την στροφή αυτών των ανταγωνιστικών πόλων σε λογικές ενεργειακής αυτοδυναμίας. Τροφοδοτείται όμως και από την κλιματική αλλαγή, την κλιμάκωση του οικολογικού κόστους μέσα από την επίδραση των καυσώνων, ή της πύκνωσης των φυσικών καταστροφών, και βέβαια από τον τρόπο που ενσωμάτωσε η Ευρώπη την ενεργειακή μετάβαση στις πολιτικές της.

Υπάρχει, τέλος, και μια άλλη διάσταση· στην θεωρία, η γενική άνοδος του κόστους ζωής θα μπορούσε να ισοσταθμιστεί από την ταχεία παραγωγική επέκταση, και άρα, μια γενναία άνοδο των εισοδημάτων. Ωστόσο πια αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να συμβεί στην Ευρώπη τόσο γρήγορα: η δημογραφική συρρίκνωση, αλλά ο ανταγωνισμός από τα νέα παραγωγικά κέντρα του πλανήτη ωθούν σε μια τροχιά ηπιότερης ανάπτυξης.

Το υποκείμενο συμπέρασμα είναι το εξής: η παρούσα φάση του παγκόσμιου συστήματος δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή του μοντέλου ‘κοινής ευημερίας’ με το οποίο είχε συνδεθεί η φάση της παγκοσμιοποίησης στην ΕΕ, και κυρίως στην Δυτική Ευρώπη. Και δεν επιτρέπει, επίσης, μια θαρραλέα αναδιανομή σε αυτήν (τέτοια που ζητούν επί παραδείγματι, οι Γάλλοι διαδηλωτές, ή όσοι ψηφίζουν Λίνκε στην Γερμανία) γιατί ακριβώς ο κοινωνικός χαρακτήρας του Ευρωπαϊκού μοντέλου βασιζόταν στην αλματώδη βιομηχανική επέκταση που έλαβε χώρα στις 3 δεκαετίες, σχεδόν, έπειτα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ύπαρξή του δηλαδή, συνδέεται με την παραγωγή πλούτου, και άρα η προάσπισή του συνεπάγεται και την ισχυροποίηση αυτής της βιομηχανικής βάσης σήμερα, έπειτα από 3 δεκαετίες αποβιομηχάνισης.

Ενδεικτικό του παρόντος αδιεξόδου, σ’ ένα άλλο επίπεδο, είναι το φαινόμενο των λεηλασιών των μεγάλων καταστημάτων, και των εκτεταμένων καταστροφών που συζητείται εκτενώς και κατά τις κινητοποιήσεις που συμβαίνουν στην Γαλλία. Και η συνακόλουθη συζήτηση περί μηδενισμού: έχουμε ανθρώπους, συνήθως νεώτερους, που η διαμόρφωσή τους όλα τα προηγούμενα χρόνια γινόταν αποκλειστικά στην βάση της υπόσχεσης ένταξης σ’ έναν θαυμαστό κόσμο υλικής ευμάρειας και αφθονίας. Ιδίως όταν η αποστολή του σχολείου έπαψε τις τελευταίες δεκαετίες να αφορά την αίσθηση συμμετοχής σ’ ένα κοινό πνευματικό και αξιακό εγχείρημα, καθώς, λίγο ως πολύ η εκπαίδευση παραιτήθηκε από την διεκδίκηση της συνέχειας του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και των επιμέρους εθνικών. Από την άλλη, ζούμε σε μια εποχή που η πρόσβαση σε αυτήν την ευμάρεια μπλοκάρεται αποφασιστικά. Τι απομένει, επομένως στο πηλίκο; Η μανία της καταστροφής, το αίτημα του ‘να κόψουμε δρόμο’ προς την χλιδή που αντιπροσωπεύουν οι συγκεκριμένες πράξεις λεηλασίας. Τα δημοφιλή στυλιστικά/μουσικά ρεύματα τύπου τραπ και η γκάνκστα κουλτούρα είναι η πολιτισμική εικονογράφηση του φαινομένου αυτού.

Υφίσταται επομένως ένα τέλμα, που αφορά ακριβώς το επίπεδο των προτύπων, του τι προτάσσεται σαν ευρέως υιοθετούμενος κοινωνικός στόχος, και το πως νοείται η ευημερία. Και εδώ ακριβώς επανέρχεται η επικαιρότητα της συζήτησης για την διαμόρφωση/αποκατάσταση του αξιακού συστήματος, και τον προσανατολισμό που έχουν τα άτομα, αλλά και η κοινωνία σαν σύνολο.

Με λίγα λόγια. Από ριζικό πολιτικό, ή πολιτιστικό αίτημα, αντικαταναλωτική έγινε η ίδια η συγκυρία. Άρα χρειάζεται να επανέλθει μια διάσταση συλλογικού προορισμού – δηλαδή κοινών στόχων: δεν μπορεί η αυτονομία της Ευρώπης, ή η αυτοδυναμία του εκάστοτε κράτους μέλους να αντιμετωπίζεται σαν τεχνοκρατικό εγχείρημα. Χρειάζεται να ανοίξει, να προσλάβει βάθος νοήματος, ώστε να γίνει κτήμα της κοινωνικής βάσης. Και χρειάζεται επίσης σε ένα άλλο επίπεδο να αναδειχθεί η ασφυκτική διάσταση που ενέχεται στο κλείσιμο του ατόμου στον εαυτό του· για παράδειγμα, με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις στην Γαλλία, και την Γερμανία ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μαρσέλ Γκοσέ σημείωσε πολύ εύστοχα ότι ο λαϊκισμός είναι ίδιον κοινωνιών υπερβολικά εξατομικευμένων· ειδάλλως, τα υπαρκτά κόμματα, οι ενώσεις, και τα υπόλοιπα κοινοτικά στοιχεία μετριάζουν το προσωποπαγές που τον χαρακτηρίζει. Χρειάζεται, τέλος, να επανέλθει η εξοβελισμένη διάσταση της πνευματικότητας (όχι κατ’ ανάγκην της θρησκευτικής) για να αντιμετωπίσει το αίσθημα μειονεξίας από την απώλεια του υλικού παραδείσου.

Επειδή μεγάλη συζήτηση γίνεται για το έλλειμμα ή την κρίση μεγάλων πολιτικών συναινέσεων. Δίχως τα παραπάνω, δεν θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε ποτέ σε αυτές.