Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Οι τοίχοι στο Παρίσι του 1968 έγραφαν το ευρηματικό σύνθημα «La barricade ferme la rue, mais ouvre la voie», ότι δηλαδή τα οδοφράγματα κλείνουν τους δρόμους αλλά ανοίγουν τις προοπτικές. Δεν έχει κανένα νόημα να συγκρίνουμε τις αθλιότητες της επικαιρότητας με τα κίνητρα των άυλων αξιών που διέπνεαν τα κινήματα του προηγούμενοι αιώνα. Ούτε έχει νόημα να επικρίνουμε το αυτονόητο δίκιο που έχουν οι διαμαρτυρόμενοι στους δρόμους με περισσή αγανάκτηση. Όλοι οι εργαζόμενοι είμαστε γονατισμένοι αχθοφόροι, νικημένοι από την ακρίβεια του κόστους της επιβίωσης των οικογενειών μας.

Εισηγούμαι τη σύνδεση του υπερκαταναλωτισμού μας με την κοινωνική υπερπροσφορά και περιπλοκότητα· την αντιλαμβάνομαι παράσιτη στον πυρήνα της σύγχρονης μεταμοντέρνας κρίσης. Η περιπλοκότητα της τωρινής ζωής μας προκαλεί άγχος και «απορία» και ο καταναλωτισμός δίνει απλόχερα την ψευδαίσθηση απλούστευσης και ελέγχου μέσω της αγοράς μιας πλαστής ταυτότητας, στην οποία καταφεύγουμε από ανασφάλεια. Αντίστροφα, η υπερκατανάλωση περιπλέκει τα παγκόσμια συστήματα στην οικονομία, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στην ανθρωπογενή περιβαλλοντική και κλιματική κρίση.

Advertisement
Advertisement

Η ανθρώπινη εμπειρία πλέον καθορίζεται από την παράδοξη συνθήκη: αφενός, η κοινωνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από την καινοφανή περιπλοκότητα, όπως την ορίζουν τα παγκόσμια δίκτυα, οι αλγόριθμοι που «ρυθμίζουν» την πληροφορία και οι δαιδαλώδεις θεσμοί που μας προκαλούν υπαρξιακή ασφυξία. Αφετέρου, η καθημερινότητα υπόσχεται την άμεση ικανοποίηση και, κυρίως, την «απλούστευση». Αυτή η διττή υπόσχεση αποτελεί το όχημα του μοντέρνου καταναλωτισμού. Νομίζω πως η σύνδεση των δύο φαινομένων δεν είναι τυχαία· ο υπερκαταναλωτισμός λειτουργεί ως ο μηχανισμός ψυχικού εφησυχασμού και κοινωνικής διαχείρισης μιας περιπλοκότητας που αδυνατούμε να αφομοιώσουμε.

Τούτη τη δυναμική μπορούμε να κατανοήσουμε ανατρέχοντας στον κοινωνιολόγο Ζαν Μποντριγιάρ (1929-2007). Στην Καταναλωτική Κοινωνία (1970) ο Μποντριγιάρ εξηγεί ότι στην ύστερη νεοτερικότητα δεν καταναλώνουμε προϊόντα για την υλική  χρησιμότητά τους, αλλά για τα «σήματα» και το «κύρος» που εκπέμπουν. Στον ρευστό και περίπλοκο κόσμο μας, οι παραδοσιακές ταυτότητες (τάξη, κοινότητα, θρησκεία) έχουν καταλυθεί και η αγορά αντιπροτείνει έτοιμα πακέτα ταυτότητας. Ο υπερκαταναλωτισμός έχει τη δική του ιδιόλεκτο· «αγοράζω, άρα ανήκω κάπου».

Η ανάγκη για σταθερότητα γίνεται πιο κατανοητή μέσα από τη θεωρία του Ζίγκμουντ Μπάουμαν (1925-2017) για τη Ρευστή Νεοτερικότητα (2000). Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν προλαβαίνουν να παγιωθούν σε σταθερές δομές προκαλώντας μας διάχυτη ανασφάλεια. Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, ο πολίτης μετατρέπεται σε «μόνιμο καταναλωτή»· ο υπερκαταναλωτισμός υπόσχεται γρήγορη λύση (quick fix) για κάθε πρόβλημα. Αν νιώθεις μόνος, μπορείς να αγοράσεις δικτύωση, και αν αισθάνεσαι ασήμαντος, μπορείς να αγοράσεις ορατότητα. Συνεπώς, η συστημική περιπλοκότητα μετασχηματίζεται σε ατομική καταναλωτική επιθυμία, αποφορτίζοντας την κοινωνική πίεση. Έτσι, παγιδευόμαστε ως θηράματα του συστήματος.

Τα κοινωνικά συστήματα νοούνται ως συγκροτήματα επικοινωνίας με αυτόνομη λειτουργία έναντι των φορέων που περιλαμβάνουν. Έτσι, διακρίνουμε τρεις τύπους κοινωνικών συστημάτων: τη διάδραση, τον οργανισμό και την κοινωνία. Η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία διέπεται από εσωτερική διαφοροποίηση σε ποικίλους λειτουργικά αυτόνομους τομείς. Αναφέρομαι στην πολιτική, στο δίκαιο, στην οικονομία, στην επιστήμη, στη θρησκεία και στην τέχνη. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Νίκλας Λούμαν (1927-1998) η λειτουργία τους δεν μπορεί να συντονιστεί κεντρικά και προτείνει, με τη θεωρία συστημάτων του, ότι τούτα τα διαφοροποιημένα συστήματα αναπαράγουν αενάως την περιπλοκότητα. Ο καταναλωτισμός, αντί να μειώνει την περιπλοκότητα, εντέλει, την πολλαπλασιάζει. Η αχαλίνωτη παραγωγή και κατανάλωση αγαθών τροφοδοτεί περιβαλλοντικές κρίσεις, οικονομικές ανισότητες και γεωπολιτικές εντάσεις.

Ο φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν (1921–2026) συνέδεσε την πολυπλοκότητα με τον σύγχρονο καταναλωτισμό ασκώντας κριτική στο μοντέλο της «ανάπτυξης» και της παγκοσμιοποίησης. Αντιλαμβάνεται τον καταναλωτισμό ως ψευδαίσθηση απλουστευμένης ευτυχίας, δηλαδή υλικής ευημερίας («αγοράζω άρα είμαι ευτυχισμένος»). Ο καταναλωτισμός τρέφει το πολύπλοκο, παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα το οποίο προκαλεί «πολυκρίση» (polycρίse), εφόσον η απλή πράξη κατανάλωσης σε μια δυτική χώρα συνδέεται αλυσιδωτά με την οικολογική υποβάθμιση, δηλαδή την κλιματική αλλαγή, εξάντληση πόρων, την κοινωνική ανισότητα, δηλαδή την εκμετάλλευση εργαζομένων σε χώρες αναπτυσσόμενες. Αυτά τα αλληλένδετα φαινόμενα ανατροφοδοτούνται, συνιστώντας υπόδειγμα συστημικής πολυπλοκότητας που συγκροτείται σε φαύλο κύκλο. Επειδή αδυνατούμε να διαχειριστούμε τη συστημική πολυπλοκότητα επιλέγουμε την καταναλωτική απλούστευση.

Η αυθεντική απόκριση στην περιπλοκότητα δεν υπάρχει στα ράφια ή στα e-shops. Απαιτεί συλλογική πολιτική δράση υπό την προϋπόθεση της ηθικής της υπευθυνότητας. Η περιπλοκότητα συνιστά συστατικό της δημοκρατικής συνύπαρξης, και αυτό οφείλουμε να το λαμβάνουμε υπόψη μας σήμερα που τα συνθήματα έγιναν μουτζούρες και τα οδοφράγματα φράζουν σχεδόν εκ προθέσεως την έγκαιρη πρόσβαση των δυνάμεων καταστολής στο πλιάτσικο. Μπορεί συνάμα να αναρωτηθεί κάποιος περί τις προτεραιότητες φύλαξης και προστασίας των μνημείων του αστικού χώρου ή των επιχειρήσεων, αλλά, θαρρώ πως κι αυτό περιλαμβάνεται στην αμείλικτη σχέση της περιπλοκότητας με τον καταναλωτισμό.    

Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής ΕΜΠ και Διευθυντής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου της Σχολής ΕΜΦΕ [email protected]