Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η Ιστορία διαθέτει μια ιδιαιτέρως κακόβουλη αίσθηση του χιούμορ. Συχνά υποχρεώνει τους πιο αφοσιωμένους υπερασπιστές μιας ιδεολογίας να αναζητήσουν τη σωτηρία τους στα εργαλεία εκείνων που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να καταστρέψουν.

Το 1917, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία υποσχόμενοι την υπέρβαση του καπιταλισμού. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Λένιν επέτρεψε την επιστροφή του ιδιωτικού εμπορίου, του επιχειρηματικού κέρδους και των μηχανισμών της αγοράς. Η Νέα Οικονομική Πολιτική του 1921 δεν αποτέλεσε κάποια όψιμη ιδεολογική μεταστροφή. Υπήρξε μια μάλλον πεζή παραδοχή ότι η επαναστατική ορθοδοξία δεν αρκούσε για να γεμίσει τα άδεια ράφια.

Advertisement
Advertisement

Η πείνα, άλλωστε, δεν επιδεικνύει ιδιαίτερο σεβασμό στις θεωρητικές επεξεργασίες των επαναστατών.

Ο Λένιν είχε αντιληφθεί κάτι ουσιώδες. Η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα οργάνωσης μιας λειτουργικής οικονομίας. Η κρατική διοίκηση μπορούσε να επιτάσσει την παραγωγή, αλλά δυσκολευόταν να προσδιορίσει τι ακριβώς έπρεπε να παραχθεί, σε ποια ποσότητα, με ποιο κόστος και για ποιον καταναλωτή.

Η αγορά, με όλες τις ατέλειες και τις ανισότητές της, διέθετε έναν μηχανισμό που η επαναστατική γραφειοκρατία αδυνατούσε να υποκαταστήσει: τη διάχυτη πληροφορία που μεταφέρουν οι τιμές και τα οικονομικά κίνητρα.

Η πολιτική λύση υπήρξε ιδιοφυής μέσα στον κυνισμό της. Το κράτος θα διατηρούσε τον έλεγχο των τραπεζών, της βαριάς βιομηχανίας και των στρατηγικών υποδομών, ενώ η ιδιωτική πρωτοβουλία θα αναλάμβανε να αποκαταστήσει την παραγωγή και την εμπορική κυκλοφορία.

Ο καπιταλισμός μπορούσε να λειτουργεί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διεκδικούσε την πολιτική εξουσία.

Η επανάσταση ανακαλύπτει τον επιχειρηματία

Advertisement

Μισό περίπου αιώνα αργότερα, η Κίνα αντιμετώπισε ένα συγγενές δίλημμα.

Ο Μάο είχε επιχειρήσει να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη μέσω της συλλογικής κινητοποίησης και της κεντρικής καθοδήγησης. Το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός κατέληξε σε μια από τις τραγικότερες επισιτιστικές καταστροφές του εικοστού αιώνα, ενώ η Πολιτιστική Επανάσταση υπονόμευσε θεσμούς, εκπαίδευση και παραγωγική οργάνωση.

Ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ δεν εγκατέλειψε την πολιτική κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εγκατέλειψε την πεποίθηση ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα μπορούσε να εξασφαλιστεί αποκλειστικά μέσω ιδεολογικής πειθαρχίας.

Advertisement

Από το 1978, η Κίνα άνοιξε σταδιακά τις πύλες της στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στις ξένες επενδύσεις και στον διεθνή ανταγωνισμό. Η μεταβολή υπήρξε ιστορική, αλλά η πολιτική της λογική παρέμεινε απολύτως συνεπής.

Το Κόμμα δεν επιθυμούσε να καταργήσει την ισχύ του κεφαλαίου. Επιθυμούσε να την ιδιοποιηθεί χωρίς να απολέσει την εξουσία ελέγχου του.

Ο επιχειρηματίας μπορούσε να πλουτίζει, να καινοτομεί και να κατακτά τις διεθνείς αγορές. Δεν μπορούσε, όμως, να θεωρήσει ότι η οικονομική του επιτυχία συνεπαγόταν αυτοτελή πολιτική νομιμοποίηση.

Advertisement

Η σύγχρονη Κίνα αποτελεί ίσως την πιο εντυπωσιακή ιστορική απόδειξη ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση και η πολιτική φιλελευθεροποίηση δεν συνιστούν αναγκαστικά αδιαίρετη διαδικασία.

Το συμπέρασμα είναι λιγότερο ευχάριστο από όσο θα επιθυμούσαν οι υπερασπιστές των μεγάλων ιδεολογικών βεβαιοτήτων: τα πολιτικά συστήματα μπορούν να επιβιώνουν υιοθετώντας επιλεκτικά τις μεθόδους των αντιπάλων τους.

Οι εχθροί ως αναγκαίοι συνεταίροι

Advertisement

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πάντοτε ως φάρσα. Ενίοτε επανέρχεται ως επιχειρηματικό υπόδειγμα.

Advertisement

Ο Λένιν χρειάστηκε τον καπιταλισμό για να διασώσει μια επανάσταση που είχε ορκιστεί να τον καταργήσει. Ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ χρησιμοποίησε τις αγορές για να ενισχύσει ένα κόμμα που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει την πολιτική τους αυτονομία ως απειλή. Το παράδοξο δεν βρίσκεται στην ιδεολογική ασυνέπεια. Βρίσκεται στην ικανότητα της εξουσίας να μετατρέπει ακόμη και τον αντίπαλό της σε μέσο αυτοσυντήρησης.

Η ίδια λογική προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρίσμα για την ερμηνεία της σχέσης Πούτιν και Τραμπ.

Ο Πούτιν οικοδόμησε σημαντικό μέρος της πολιτικής του νομιμοποίησης πάνω στην αντίθεση προς τη δυτική ηγεμονία. Επικαλέστηκε την ιστορική αποστολή της Ρωσίας, κατήγγειλε τη μονοπολική διεθνή τάξη και επιχείρησε να αναθεωρήσει τους συσχετισμούς ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, η δυνατότητα της Ρωσίας να συντηρεί τη γεωπολιτική της αντιπαράθεση εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τα έσοδα των εξαγωγών, τη λειτουργία των διεθνών αγορών και την πρόσβαση σε τεχνολογίες και χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς.

Advertisement

Η Ρωσία αμφισβητεί την πολιτική τάξη της Δύσης, αλλά εξακολουθεί να έχει οικονομικό συμφέρον από τη λειτουργία ορισμένων θεσμών της.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος προβάλλει την ισχύ ως ικανότητα επιβολής συμφωνιών. Η διαπραγμάτευση αποκτά σχεδόν αυτοτελή πολιτική αξία, καθώς το αποτέλεσμά της μπορεί να παρουσιαστεί ως απόδειξη προσωπικής αποτελεσματικότητας. Για να υπάρξει, όμως, μια μεγάλη συμφωνία, χρειάζεται και ένας αντίπαλος αρκετά ισχυρός ώστε η συναίνεσή του να έχει σημασία.

Ένας πλήρως απομονωμένος Πούτιν δεν προσφέρει ιδιαίτερο πεδίο για μια θεαματική διπλωματική επιτυχία. Ένας Πούτιν που διατηρεί τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτό.

Προκύπτει έτσι μια ιδιότυπη αλληλεξάρτηση. Ο ένας μπορεί να επιδιώκει οικονομική ανακούφιση χωρίς στρατηγική υποχώρηση. Ο άλλος μπορεί να επιδιώκει διπλωματική επιτυχία χωρίς να αναλαμβάνει το πλήρες κόστος μιας μακροχρόνιας διευθέτησης.

Δεν πρόκειται αναγκαστικά για σύμπτωση συμφερόντων, πολλώ δε μάλλον για πολιτική συμμαχία. Πρόκειται για τη δυνατότητα δύο ανταγωνιστών να αντλούν διαφορετικά οφέλη από την ίδια συναλλαγή.

Ο ένας χρειάζεται έναν αντίπαλο με τον οποίο μπορεί να διαπραγματευτεί. Ο άλλος χρειάζεται έναν συνομιλητή που μπορεί να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε οικονομικό όφελος.

Η διπλωματία δεν απαιτεί αμοιβαία συμπάθεια. Απαιτεί να έχει ο καθένας κάτι που ο άλλος επιθυμεί.

Η τιμή της ιδεολογίας

Εδώ η οικονομία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει μια πραγματικότητα την οποία η πολιτική ρητορική συχνά προτιμά να αποσιωπά.

Οι κυρώσεις, οι δασμοί, οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση και οι απαγορεύσεις εξαγωγών παρουσιάζονται ως μέσα επιβολής πολιτικών επιλογών. Πράγματι, μπορούν να προκαλέσουν σημαντικό οικονομικό κόστος. Δεν λειτουργούν, όμως, σε κάποιο αφηρημένο πεδίο όπου ο τιμωρούμενος υφίσταται τις συνέπειες και ο τιμωρός παραμένει ανεπηρέαστος.

Η διεθνής οικονομία δεν διαθέτει τέτοια πολυτέλεια.

Οι περιορισμοί στις ενεργειακές συναλλαγές επηρεάζουν την προσφορά, τις τιμές, τις θαλάσσιες μεταφορές, την ασφάλιση και τις επενδυτικές αποφάσεις. Η προσπάθεια περιορισμού των εσόδων ενός παραγωγού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να αυξήσει το κόστος για τους καταναλωτές ή να δημιουργήσει πρόσθετα κέρδη για τρίτους μεσάζοντες.

Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν καταργείται με μια πολιτική απόφαση. Απλώς αναδιατάσσεται, συχνά με υψηλότερο κόστος και χαμηλότερη διαφάνεια.

Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην επιβολή των κυρώσεων, αλλά και στη δυνατότητα επιλεκτικής αναστολής τους.

Η κύρωση που χθες παρουσιαζόταν ως απαράβατη αρχή μπορεί αύριο να αποτελέσει το πρώτο κεφάλαιο μιας εμπορικής συμφωνίας.

Η μετάβαση αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι αρχές ήταν εξαρχής προσχηματικές. Αποκαλύπτει, όμως, ότι η εφαρμογή τους υπόκειται σε πολιτική διαπραγμάτευση.

Ο Λένιν δεν αναγνώρισε την ανωτερότητα του καπιταλισμού ως πολιτικού ιδεώδους. Αναγνώρισε την ανάγκη αξιοποίησης των οικονομικών του μηχανισμών. Αντίστοιχα, μια σύγχρονη μεγάλη δύναμη μπορεί να διατηρεί αμετάβλητη την πολιτική της ρητορική, ενώ αναθεωρεί τα οικονομικά εργαλεία με τα οποία επιδιώκει τους σκοπούς της.

Η ιδεολογία προσφέρει τη νομιμοποίηση. Η οικονομία καθορίζει το κόστος. Η εξουσία αποφασίζει ποια από τις δύο θα υποχωρήσει.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να συνεννοηθούν. Οι αντίπαλοι συνεννοούνται όταν τα συμφέροντά τους το επιβάλλουν.

Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να αρνηθεί τη συμφωνία χωρίς να διακινδυνεύσει όσα επιδιώκει να διασώσει.

Διότι σε κάθε διαπραγμάτευση η ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα επιβολής όρων. Αποτυπώνεται πρωτίστως στην πολυτέλεια της αποχώρησης.

Η Ευρώπη στο τραπέζι των άλλων

Υπάρχει, ωστόσο, και ένας τρίτος παράγοντας σε αυτή την ιδιότυπη διαλεκτική της αλληλεξάρτησης. Η Ευρώπη.

Ο Πούτιν μπορεί να χρειάζεται τον Τραμπ για να διαπραγματευτεί την οικονομική και γεωπολιτική θέση της Ρωσίας. Ο Τραμπ μπορεί να χρειάζεται τον Πούτιν για να επιδείξει τη δυνατότητα της αμερικανικής ισχύος να παράγει συμφωνίες. Η Ευρώπη, αντιθέτως, βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να χρειάζεται και τους δύο, χωρίς να διαθέτει πάντοτε την ικανότητα να επιβάλει τους δικούς της όρους.

Η ειρωνεία είναι σχεδόν ιστορική.

Η ήπειρος που γέννησε τη σύγχρονη διπλωματία, διαμόρφωσε την ισορροπία δυνάμεων και καθόρισε επί αιώνες τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου κινδυνεύει να παρακολουθεί τη διαπραγμάτευση για την ίδια της την ασφάλεια από τη θέση του ενδιαφερόμενου τρίτου.

Δεν πρόκειται για έλλειψη οικονομικών πόρων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες αγορές του πλανήτη, ισχυρή βιομηχανική βάση, τεχνολογικές δυνατότητες και σημαντική ρυθμιστική επιρροή. Μπορεί να επιβάλλει κανόνες σε πολυεθνικές επιχειρήσεις, να καθορίζει περιβαλλοντικές προδιαγραφές και να επηρεάζει τις παγκόσμιες εμπορικές πρακτικές.

Δυσκολεύεται, όμως, να μετατρέψει αυτή την οικονομική βαρύτητα σε ενιαία στρατηγική βούληση.

Η Ευρώπη μπορεί να ρυθμίζει την αγορά στην οποία συμμετέχουν οι μεγάλες δυνάμεις. Δεν μπορεί πάντοτε να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους εκείνες διαπραγματεύονται.

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ουκρανίας.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξαρτάται από την έκβαση ενός πολέμου που διεξάγεται στην ίδια την ήπειρο. Η στρατιωτική ισορροπία εξακολουθεί να επηρεάζεται καθοριστικά από τις αμερικανικές δυνατότητες, ενώ η Ρωσία διατηρεί την ικανότητα να προκαλεί σημαντικό κόστος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και οικονομία.

Η Ευρώπη έχει επομένως άμεσο συμφέρον από μια βιώσιμη διευθέτηση, αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτει ανάλογη διαπραγματευτική επιρροή και μέσα εφαρμογής επί του πεδίου.

Αυτό ακριβώς συνιστά το στρατηγικό της παράδοξο: μπορεί να επωμιστεί σημαντικό μέρος του κόστους μιας συμφωνίας χωρίς να έχει καθορίσει αποφασιστικά το περιεχόμενό της.

Η περίφημη στρατηγική αυτονομία επανέρχεται έτσι ως πολιτικό αίτημα. Επικαλείται την ανάγκη κοινής άμυνας, ενεργειακής ανεξαρτησίας και τεχνολογικής κυριαρχίας. Η εφαρμογή της, ωστόσο, απαιτεί κάτι λιγότερο ευχάριστο από τις διακηρύξεις: κοινή ανάληψη κόστους, κατανομή βαρών, δυσάρεστες εικόνες και απώλειες, αλλά κυρίως, παραχώρηση μέρους της εθνικής διακριτικής ευχέρειας σε συλλογικούς μηχανισμούς αποφάσεων.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιθυμούν συχνά την αυτονομία ως αποτέλεσμα, αλλά εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές απέναντι στις δεσμεύσεις που απαιτεί η επίτευξή της.

Η ιστορική αναλογία με τον Λένιν και τον Ντενγκ αποκτά εδώ μια απροσδόκητη αντιστροφή.

Οι κομμουνιστικές ηγεσίες αξιοποίησαν την οικονομική αποτελεσματικότητα της αγοράς για να διατηρήσουν την πολιτική τους εξουσία. Η Ευρώπη δημιούργησε μια εξαιρετικά ισχυρή ενιαία αγορά, χωρίς να ολοκληρώσει την αντίστοιχη συγκρότηση ενιαίας πολιτικής ισχύος.

Οι πρώτοι χρησιμοποίησαν την οικονομία για να διασώσουν την εξουσία τους. Η δεύτερη κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι η οικονομική της ισχύς δεν αρκεί για να υποκαταστήσει την πολιτική εξουσία που δεν συγκρότησε.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή η αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Είναι η αδυναμία διαμόρφωσης μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής που θα καθιστούσε τη συναίνεση της ίδιας της Ευρώπης απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε διευθέτησης που την αφορά.

Η διεθνής πολιτική δεν απονέμει δικαίωμα συναπόφασης ανάλογα με το μέγεθος της οικονομίας, την ιστορική συνεισφορά ή την ηθική βαρύτητα των επιχειρημάτων. Το δικαίωμα αυτό εξαρτάται από την ικανότητα ανάληψης δεσμεύσεων, επιβολής κόστους και διαμόρφωσης αξιόπιστων εναλλακτικών επιλογών.

Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να διαφωνούν σχεδόν στα πάντα, αλλά ο καθένας διαθέτει μέσα με τα οποία μπορεί να επηρεάσει τους υπολογισμούς του άλλου.

Η Ευρώπη διαθέτει επίσης κάποια ικανά αλλά όχι αναγκαία μέσα για να επηρεάσει τους συλλογισμούς. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να τα κινητοποιήσει συλλογικά, εγκαίρως και με συνέπεια, γιατί παραφράζοντας την Ιστορία, είναι πολύ μεγάλη για να την αγνοήσεις αλλά πολύ μικρή για τη παγκόσμια σκακιέρα. Διαφορετικά, η στρατηγική αυτονομία θα παραμείνει μια ιδιαιτέρως ευρωπαϊκή άσκηση: η διατύπωση ενός φιλόδοξου στόχου, η θεσμική επεξεργασία του, η αναβολή των αναγκαίων αποφάσεων και, τελικώς, η αναζήτηση προστασίας από εκείνον έναντι του οποίου επιδιώχθηκε η αυτονομία.

Ο Πούτιν μπορεί να χρειάζεται τον Τραμπ. Ο Τραμπ μπορεί να χρειάζεται τον Πούτιν. Η Ευρώπη, όμως, οφείλει να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να χρειάζεται και τους δύο περισσότερο απ’ όσο εκείνοι χρειάζονται την ίδια.

Η πολυτέλεια της άρνησης

Από τη Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν έως τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ και από τη σύγχρονη γεωπολιτική αντιπαράθεση έως την ευρωπαϊκή αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας, αναδεικνύεται μια κοινή πραγματικότητα: η οικονομική ισχύς και η πολιτική εξουσία δεν ταυτίζονται, αλλά καμία δεν μπορεί να αγνοήσει επ’ αόριστον την άλλη.

Οι ιδεολογίες περιγράφουν τον κόσμο με όρους αρχών. Οι αγορές τον αποτιμούν με όρους κόστους. Η πολιτική εξουσία επιχειρεί να συμφιλιώσει τα δύο, συνήθως χωρίς να ομολογεί το τίμημα των συμβιβασμών της.

Ο Λένιν επέτρεψε την επιστροφή της αγοράς για να διατηρήσει την επανάσταση. Ο Ντενγκ αξιοποίησε το κεφάλαιο για να ενισχύσει το Κόμμα. Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να αναζητούν αμοιβαία επωφελείς συναλλαγές, ακόμη και όταν οι στρατηγικές τους επιδιώξεις παραμένουν ανταγωνιστικές.

Η Ευρώπη, αντιθέτως, καλείται να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Διαθέτει οικονομικούς πόρους και θεσμική επιρροή, αλλά η μετατροπή τους σε ενιαία γεωπολιτική ισχύ εξακολουθεί να αποτελεί εκκρεμότητα.

Η Ιστορία δεν επιβραβεύει κατ’ ανάγκην εκείνον που διατυπώνει τις πιο συνεπείς αρχές. Ούτε εγγυάται ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγήσει σε πολιτική συνεννόηση.

Αναδεικνύει, όμως, ένα διαχρονικό κριτήριο ισχύος.

Η πραγματική κυριαρχία δεν αποδεικνύεται από την ικανότητα συμμετοχής σε μια διαπραγμάτευση, αλλά από τη δυνατότητα άρνησης μιας δυσμενούς συμφωνίας.

Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να αναζητούν ο ένας στον άλλον όσα αδυνατούν να εξασφαλίσουν μόνοι τους. Η Ευρώπη οφείλει να εξασφαλίσει ότι δεν θα αναζητούν και οι δύο τα οφέλη της μεταξύ τους συνεννόησης

Ο καπιταλισμός του Λένιν και η διπλωματία του Τραμπ

Γιατί οι αντίπαλοι χρειάζονται ο ένας τον άλλον περισσότερο απ’ όσο παραδέχονται

Η Ιστορία διαθέτει μια ιδιαιτέρως κακόβουλη αίσθηση του χιούμορ. Συχνά υποχρεώνει τους πιο αφοσιωμένους υπερασπιστές μιας ιδεολογίας να αναζητήσουν τη σωτηρία τους στα εργαλεία εκείνων που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να καταστρέψουν.

Το 1917, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία υποσχόμενοι την υπέρβαση του καπιταλισμού. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Λένιν επέτρεψε την επιστροφή του ιδιωτικού εμπορίου, του επιχειρηματικού κέρδους και των μηχανισμών της αγοράς. Η Νέα Οικονομική Πολιτική του 1921 δεν αποτέλεσε κάποια όψιμη ιδεολογική μεταστροφή. Υπήρξε μια μάλλον πεζή παραδοχή ότι η επαναστατική ορθοδοξία δεν αρκούσε για να γεμίσει τα άδεια ράφια.

Η πείνα, άλλωστε, δεν επιδεικνύει ιδιαίτερο σεβασμό στις θεωρητικές επεξεργασίες των επαναστατών.

Ο Λένιν είχε αντιληφθεί κάτι ουσιώδες. Η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα οργάνωσης μιας λειτουργικής οικονομίας. Η κρατική διοίκηση μπορούσε να επιτάσσει την παραγωγή, αλλά δυσκολευόταν να προσδιορίσει τι ακριβώς έπρεπε να παραχθεί, σε ποια ποσότητα, με ποιο κόστος και για ποιον καταναλωτή.

Η αγορά, με όλες τις ατέλειες και τις ανισότητές της, διέθετε έναν μηχανισμό που η επαναστατική γραφειοκρατία αδυνατούσε να υποκαταστήσει: τη διάχυτη πληροφορία που μεταφέρουν οι τιμές και τα οικονομικά κίνητρα.

Η πολιτική λύση υπήρξε ιδιοφυής μέσα στον κυνισμό της. Το κράτος θα διατηρούσε τον έλεγχο των τραπεζών, της βαριάς βιομηχανίας και των στρατηγικών υποδομών, ενώ η ιδιωτική πρωτοβουλία θα αναλάμβανε να αποκαταστήσει την παραγωγή και την εμπορική κυκλοφορία.

Ο καπιταλισμός μπορούσε να λειτουργεί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα διεκδικούσε την πολιτική εξουσία.

Η επανάσταση ανακαλύπτει τον επιχειρηματία

Μισό περίπου αιώνα αργότερα, η Κίνα αντιμετώπισε ένα συγγενές δίλημμα.

Ο Μάο είχε επιχειρήσει να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη μέσω της συλλογικής κινητοποίησης και της κεντρικής καθοδήγησης. Το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός κατέληξε σε μια από τις τραγικότερες επισιτιστικές καταστροφές του εικοστού αιώνα, ενώ η Πολιτιστική Επανάσταση υπονόμευσε θεσμούς, εκπαίδευση και παραγωγική οργάνωση.

Ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ δεν εγκατέλειψε την πολιτική κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εγκατέλειψε την πεποίθηση ότι η οικονομική αποτελεσματικότητα μπορούσε να εξασφαλιστεί αποκλειστικά μέσω ιδεολογικής πειθαρχίας.

Από το 1978, η Κίνα άνοιξε σταδιακά τις πύλες της στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στις ξένες επενδύσεις και στον διεθνή ανταγωνισμό. Η μεταβολή υπήρξε ιστορική, αλλά η πολιτική της λογική παρέμεινε απολύτως συνεπής.

Το Κόμμα δεν επιθυμούσε να καταργήσει την ισχύ του κεφαλαίου. Επιθυμούσε να την ιδιοποιηθεί χωρίς να απολέσει την εξουσία ελέγχου του.

Ο επιχειρηματίας μπορούσε να πλουτίζει, να καινοτομεί και να κατακτά τις διεθνείς αγορές. Δεν μπορούσε, όμως, να θεωρήσει ότι η οικονομική του επιτυχία συνεπαγόταν αυτοτελή πολιτική νομιμοποίηση.

Η σύγχρονη Κίνα αποτελεί ίσως την πιο εντυπωσιακή ιστορική απόδειξη ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση και η πολιτική φιλελευθεροποίηση δεν συνιστούν αναγκαστικά αδιαίρετη διαδικασία.

Το συμπέρασμα είναι λιγότερο ευχάριστο από όσο θα επιθυμούσαν οι υπερασπιστές των μεγάλων ιδεολογικών βεβαιοτήτων: τα πολιτικά συστήματα μπορούν να επιβιώνουν υιοθετώντας επιλεκτικά τις μεθόδους των αντιπάλων τους.

Οι εχθροί ως αναγκαίοι συνεταίροι

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πάντοτε ως φάρσα. Ενίοτε επανέρχεται ως επιχειρηματικό υπόδειγμα.

Ο Λένιν χρειάστηκε τον καπιταλισμό για να διασώσει μια επανάσταση που είχε ορκιστεί να τον καταργήσει. Ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ χρησιμοποίησε τις αγορές για να ενισχύσει ένα κόμμα που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει την πολιτική τους αυτονομία ως απειλή. Το παράδοξο δεν βρίσκεται στην ιδεολογική ασυνέπεια. Βρίσκεται στην ικανότητα της εξουσίας να μετατρέπει ακόμη και τον αντίπαλό της σε μέσο αυτοσυντήρησης.

Η ίδια λογική προσφέρει ένα ενδιαφέρον πρίσμα για την ερμηνεία της σχέσης Πούτιν και Τραμπ.

Ο Πούτιν οικοδόμησε σημαντικό μέρος της πολιτικής του νομιμοποίησης πάνω στην αντίθεση προς τη δυτική ηγεμονία. Επικαλέστηκε την ιστορική αποστολή της Ρωσίας, κατήγγειλε τη μονοπολική διεθνή τάξη και επιχείρησε να αναθεωρήσει τους συσχετισμούς ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ωστόσο, η δυνατότητα της Ρωσίας να συντηρεί τη γεωπολιτική της αντιπαράθεση εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τα έσοδα των εξαγωγών, τη λειτουργία των διεθνών αγορών και την πρόσβαση σε τεχνολογίες και χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς.

Η Ρωσία αμφισβητεί την πολιτική τάξη της Δύσης, αλλά εξακολουθεί να έχει οικονομικό συμφέρον από τη λειτουργία ορισμένων θεσμών της.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στην περίπτωση του Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος προβάλλει την ισχύ ως ικανότητα επιβολής συμφωνιών. Η διαπραγμάτευση αποκτά σχεδόν αυτοτελή πολιτική αξία, καθώς το αποτέλεσμά της μπορεί να παρουσιαστεί ως απόδειξη προσωπικής αποτελεσματικότητας. Για να υπάρξει, όμως, μια μεγάλη συμφωνία, χρειάζεται και ένας αντίπαλος αρκετά ισχυρός ώστε η συναίνεσή του να έχει σημασία.

Ένας πλήρως απομονωμένος Πούτιν δεν προσφέρει ιδιαίτερο πεδίο για μια θεαματική διπλωματική επιτυχία. Ένας Πούτιν που διατηρεί τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης μπορεί να προσφέρει ακριβώς αυτό.

Προκύπτει έτσι μια ιδιότυπη αλληλεξάρτηση. Ο ένας μπορεί να επιδιώκει οικονομική ανακούφιση χωρίς στρατηγική υποχώρηση. Ο άλλος μπορεί να επιδιώκει διπλωματική επιτυχία χωρίς να αναλαμβάνει το πλήρες κόστος μιας μακροχρόνιας διευθέτησης.

Δεν πρόκειται αναγκαστικά για σύμπτωση συμφερόντων, πολλώ δε μάλλον για πολιτική συμμαχία. Πρόκειται για τη δυνατότητα δύο ανταγωνιστών να αντλούν διαφορετικά οφέλη από την ίδια συναλλαγή.

Ο ένας χρειάζεται έναν αντίπαλο με τον οποίο μπορεί να διαπραγματευτεί. Ο άλλος χρειάζεται έναν συνομιλητή που μπορεί να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε οικονομικό όφελος.

Η διπλωματία δεν απαιτεί αμοιβαία συμπάθεια. Απαιτεί να έχει ο καθένας κάτι που ο άλλος επιθυμεί.

Η τιμή της ιδεολογίας

Εδώ η οικονομία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει μια πραγματικότητα την οποία η πολιτική ρητορική συχνά προτιμά να αποσιωπά.

Οι κυρώσεις, οι δασμοί, οι περιορισμοί στη χρηματοδότηση και οι απαγορεύσεις εξαγωγών παρουσιάζονται ως μέσα επιβολής πολιτικών επιλογών. Πράγματι, μπορούν να προκαλέσουν σημαντικό οικονομικό κόστος. Δεν λειτουργούν, όμως, σε κάποιο αφηρημένο πεδίο όπου ο τιμωρούμενος υφίσταται τις συνέπειες και ο τιμωρός παραμένει ανεπηρέαστος.

Η διεθνής οικονομία δεν διαθέτει τέτοια πολυτέλεια.

Οι περιορισμοί στις ενεργειακές συναλλαγές επηρεάζουν την προσφορά, τις τιμές, τις θαλάσσιες μεταφορές, την ασφάλιση και τις επενδυτικές αποφάσεις. Η προσπάθεια περιορισμού των εσόδων ενός παραγωγού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να αυξήσει το κόστος για τους καταναλωτές ή να δημιουργήσει πρόσθετα κέρδη για τρίτους μεσάζοντες.

Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν καταργείται με μια πολιτική απόφαση. Απλώς αναδιατάσσεται, συχνά με υψηλότερο κόστος και χαμηλότερη διαφάνεια.

Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην επιβολή των κυρώσεων, αλλά και στη δυνατότητα επιλεκτικής αναστολής τους.

Η κύρωση που χθες παρουσιαζόταν ως απαράβατη αρχή μπορεί αύριο να αποτελέσει το πρώτο κεφάλαιο μιας εμπορικής συμφωνίας.

Η μετάβαση αυτή δεν αποδεικνύει ότι οι αρχές ήταν εξαρχής προσχηματικές. Αποκαλύπτει, όμως, ότι η εφαρμογή τους υπόκειται σε πολιτική διαπραγμάτευση.

Ο Λένιν δεν αναγνώρισε την ανωτερότητα του καπιταλισμού ως πολιτικού ιδεώδους. Αναγνώρισε την ανάγκη αξιοποίησης των οικονομικών του μηχανισμών. Αντίστοιχα, μια σύγχρονη μεγάλη δύναμη μπορεί να διατηρεί αμετάβλητη την πολιτική της ρητορική, ενώ αναθεωρεί τα οικονομικά εργαλεία με τα οποία επιδιώκει τους σκοπούς της.

Η ιδεολογία προσφέρει τη νομιμοποίηση. Η οικονομία καθορίζει το κόστος. Η εξουσία αποφασίζει ποια από τις δύο θα υποχωρήσει.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να συνεννοηθούν. Οι αντίπαλοι συνεννοούνται όταν τα συμφέροντά τους το επιβάλλουν.

Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να αρνηθεί τη συμφωνία χωρίς να διακινδυνεύσει όσα επιδιώκει να διασώσει.

Διότι σε κάθε διαπραγμάτευση η ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα επιβολής όρων. Αποτυπώνεται πρωτίστως στην πολυτέλεια της αποχώρησης.

Η Ευρώπη στο τραπέζι των άλλων

Υπάρχει, ωστόσο, και ένας τρίτος παράγοντας σε αυτή την ιδιότυπη διαλεκτική της αλληλεξάρτησης. Η Ευρώπη.

Ο Πούτιν μπορεί να χρειάζεται τον Τραμπ για να διαπραγματευτεί την οικονομική και γεωπολιτική θέση της Ρωσίας. Ο Τραμπ μπορεί να χρειάζεται τον Πούτιν για να επιδείξει τη δυνατότητα της αμερικανικής ισχύος να παράγει συμφωνίες. Η Ευρώπη, αντιθέτως, βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να χρειάζεται και τους δύο, χωρίς να διαθέτει πάντοτε την ικανότητα να επιβάλει τους δικούς της όρους.

Η ειρωνεία είναι σχεδόν ιστορική.

Η ήπειρος που γέννησε τη σύγχρονη διπλωματία, διαμόρφωσε την ισορροπία δυνάμεων και καθόρισε επί αιώνες τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου κινδυνεύει να παρακολουθεί τη διαπραγμάτευση για την ίδια της την ασφάλεια από τη θέση του ενδιαφερόμενου τρίτου.

Δεν πρόκειται για έλλειψη οικονομικών πόρων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες αγορές του πλανήτη, ισχυρή βιομηχανική βάση, τεχνολογικές δυνατότητες και σημαντική ρυθμιστική επιρροή. Μπορεί να επιβάλλει κανόνες σε πολυεθνικές επιχειρήσεις, να καθορίζει περιβαλλοντικές προδιαγραφές και να επηρεάζει τις παγκόσμιες εμπορικές πρακτικές.

Δυσκολεύεται, όμως, να μετατρέψει αυτή την οικονομική βαρύτητα σε ενιαία στρατηγική βούληση.

Η Ευρώπη μπορεί να ρυθμίζει την αγορά στην οποία συμμετέχουν οι μεγάλες δυνάμεις. Δεν μπορεί πάντοτε να καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους εκείνες διαπραγματεύονται.

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Ουκρανίας.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξαρτάται από την έκβαση ενός πολέμου που διεξάγεται στην ίδια την ήπειρο. Η στρατιωτική ισορροπία εξακολουθεί να επηρεάζεται καθοριστικά από τις αμερικανικές δυνατότητες, ενώ η Ρωσία διατηρεί την ικανότητα να προκαλεί σημαντικό κόστος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και οικονομία.

Η Ευρώπη έχει επομένως άμεσο συμφέρον από μια βιώσιμη διευθέτηση, αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτει ανάλογη διαπραγματευτική επιρροή και μέσα εφαρμογής επί του πεδίου.

Αυτό ακριβώς συνιστά το στρατηγικό της παράδοξο: μπορεί να επωμιστεί σημαντικό μέρος του κόστους μιας συμφωνίας χωρίς να έχει καθορίσει αποφασιστικά το περιεχόμενό της.

Η περίφημη στρατηγική αυτονομία επανέρχεται έτσι ως πολιτικό αίτημα. Επικαλείται την ανάγκη κοινής άμυνας, ενεργειακής ανεξαρτησίας και τεχνολογικής κυριαρχίας. Η εφαρμογή της, ωστόσο, απαιτεί κάτι λιγότερο ευχάριστο από τις διακηρύξεις: κοινή ανάληψη κόστους, κατανομή βαρών, δυσάρεστες εικόνες και απώλειες, αλλά κυρίως, παραχώρηση μέρους της εθνικής διακριτικής ευχέρειας σε συλλογικούς μηχανισμούς αποφάσεων.

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιθυμούν συχνά την αυτονομία ως αποτέλεσμα, αλλά εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές απέναντι στις δεσμεύσεις που απαιτεί η επίτευξή της.

Η ιστορική αναλογία με τον Λένιν και τον Ντενγκ αποκτά εδώ μια απροσδόκητη αντιστροφή.

Οι κομμουνιστικές ηγεσίες αξιοποίησαν την οικονομική αποτελεσματικότητα της αγοράς για να διατηρήσουν την πολιτική τους εξουσία. Η Ευρώπη δημιούργησε μια εξαιρετικά ισχυρή ενιαία αγορά, χωρίς να ολοκληρώσει την αντίστοιχη συγκρότηση ενιαίας πολιτικής ισχύος.

Οι πρώτοι χρησιμοποίησαν την οικονομία για να διασώσουν την εξουσία τους. Η δεύτερη κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι η οικονομική της ισχύς δεν αρκεί για να υποκαταστήσει την πολιτική εξουσία που δεν συγκρότησε.

Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι απλώς η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή η αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Είναι η αδυναμία διαμόρφωσης μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής που θα καθιστούσε τη συναίνεση της ίδιας της Ευρώπης απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε διευθέτησης που την αφορά.

Η διεθνής πολιτική δεν απονέμει δικαίωμα συναπόφασης ανάλογα με το μέγεθος της οικονομίας, την ιστορική συνεισφορά ή την ηθική βαρύτητα των επιχειρημάτων. Το δικαίωμα αυτό εξαρτάται από την ικανότητα ανάληψης δεσμεύσεων, επιβολής κόστους και διαμόρφωσης αξιόπιστων εναλλακτικών επιλογών.

Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να διαφωνούν σχεδόν στα πάντα, αλλά ο καθένας διαθέτει μέσα με τα οποία μπορεί να επηρεάσει τους υπολογισμούς του άλλου.

Η Ευρώπη διαθέτει επίσης κάποια ικανά αλλά όχι αναγκαία μέσα για να επηρεάσει τους συλλογισμούς. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να τα κινητοποιήσει συλλογικά, εγκαίρως και με συνέπεια, γιατί παραφράζοντας την Ιστορία, είναι πολύ μεγάλη για να την αγνοήσεις αλλά πολύ μικρή για τη παγκόσμια σκακιέρα. Διαφορετικά, η στρατηγική αυτονομία θα παραμείνει μια ιδιαιτέρως ευρωπαϊκή άσκηση: η διατύπωση ενός φιλόδοξου στόχου, η θεσμική επεξεργασία του, η αναβολή των αναγκαίων αποφάσεων και, τελικώς, η αναζήτηση προστασίας από εκείνον έναντι του οποίου επιδιώχθηκε η αυτονομία.

Ο Πούτιν μπορεί να χρειάζεται τον Τραμπ. Ο Τραμπ μπορεί να χρειάζεται τον Πούτιν. Η Ευρώπη, όμως, οφείλει να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να χρειάζεται και τους δύο περισσότερο απ’ όσο εκείνοι χρειάζονται την ίδια.

Η πολυτέλεια της άρνησης

Από τη Νέα Οικονομική Πολιτική του Λένιν έως τις μεταρρυθμίσεις του Ντενγκ και από τη σύγχρονη γεωπολιτική αντιπαράθεση έως την ευρωπαϊκή αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας, αναδεικνύεται μια κοινή πραγματικότητα: η οικονομική ισχύς και η πολιτική εξουσία δεν ταυτίζονται, αλλά καμία δεν μπορεί να αγνοήσει επ’ αόριστον την άλλη.

Οι ιδεολογίες περιγράφουν τον κόσμο με όρους αρχών. Οι αγορές τον αποτιμούν με όρους κόστους. Η πολιτική εξουσία επιχειρεί να συμφιλιώσει τα δύο, συνήθως χωρίς να ομολογεί το τίμημα των συμβιβασμών της.

Ο Λένιν επέτρεψε την επιστροφή της αγοράς για να διατηρήσει την επανάσταση. Ο Ντενγκ αξιοποίησε το κεφάλαιο για να ενισχύσει το Κόμμα. Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να αναζητούν αμοιβαία επωφελείς συναλλαγές, ακόμη και όταν οι στρατηγικές τους επιδιώξεις παραμένουν ανταγωνιστικές.

Η Ευρώπη, αντιθέτως, καλείται να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Διαθέτει οικονομικούς πόρους και θεσμική επιρροή, αλλά η μετατροπή τους σε ενιαία γεωπολιτική ισχύ εξακολουθεί να αποτελεί εκκρεμότητα.

Η Ιστορία δεν επιβραβεύει κατ’ ανάγκην εκείνον που διατυπώνει τις πιο συνεπείς αρχές. Ούτε εγγυάται ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγήσει σε πολιτική συνεννόηση.

Αναδεικνύει, όμως, ένα διαχρονικό κριτήριο ισχύος.

Η πραγματική κυριαρχία δεν αποδεικνύεται από την ικανότητα συμμετοχής σε μια διαπραγμάτευση, αλλά από τη δυνατότητα άρνησης μιας δυσμενούς συμφωνίας.

Ο Πούτιν και ο Τραμπ μπορούν να αναζητούν ο ένας στον άλλον όσα αδυνατούν να εξασφαλίσουν μόνοι τους. Η Ευρώπη οφείλει να εξασφαλίσει ότι δεν θα αναζητούν και οι δύο τα οφέλη της μεταξύ τους συνεννόησης