Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η επικείμενη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, που αναμένεται στις αρχές Οκτωβρίου, έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η ελληνοαμερικανική σχέση έχει αποκτήσει στρατηγικό βάθος. Άμυνα, ενέργεια, υποδομές και περιφερειακές συνεργασίες έχουν δημιουργήσει ένα πλέγμα συμφερόντων που υπερβαίνει τη στενή διμερή σχέση.

Η Αθήνα έχει, επομένως, τη δυνατότητα να προσέλθει στη συζήτηση με κάτι περισσότερο από έναν κατάλογο ελληνικών αιτημάτων. Μπορεί να παρουσιάσει στην Ουάσιγκτον μια συνολική στρατηγική πρόταση για την Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία η Ελλάδα θα έχει κεντρικό ρόλο στην άμυνα, στην ενέργεια, στις υποδομές και στη σύνδεση της περιοχής με την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.

Advertisement
Advertisement

Η ατζέντα μπορεί να είναι συγκεκριμένη: βαθύτερη αμυντική και τεχνολογική συνεργασία, μεγαλύτερη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αμερικανικές επενδύσεις σε ενέργεια και τεχνολογία, έργα διασύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά και σαφέστερη αμερικανική στήριξη ενός περιφερειακού περιβάλλοντος που βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και στον σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το πρώτο πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η θέση της. Η γεωγραφία, όμως, αποκτά στρατηγική αξία μόνο όταν μετατρέπεται σε δυνατότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται στη σύνδεση Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής, είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και έχει αναπτύξει ένα δίκτυο συνεργασιών με το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο. Η τριμερής με την Κύπρο και την Ιορδανία προσθέτει μια ακόμη διάσταση, ανοίγοντας δρόμους προς τον αραβικό κόσμο και δημιουργώντας δυνατότητες συνεργασίας σε ενέργεια, εμπόριο, επενδύσεις και υποδομές.

Το ελληνικό πλεονέκτημα, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στη γεωγραφία. Βρίσκεται στη δυνατότητα να συνδέει διαφορετικές περιφερειακές συνεργασίες.

Αυτό φαίνεται ήδη στην άμυνα. Η Ελλάδα έχει συμφωνήσει την απόκτηση 20 F-35A, με option για ακόμη 20, ενώ η Ουάσιγκτον έχει εγκρίνει πιθανή πώληση 350 περιφερόμενων πυρομαχικών Switchblade 300. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αμυντική σχέση κινείται ήδη πέρα από τις παραδοσιακές πλατφόρμες, προς προηγμένα συστήματα ακριβείας και μη επανδρωμένες τεχνολογίες.

Η συζήτηση, επομένως, μπορεί να πάει ένα βήμα παραπέρα. Η Αθήνα μπορεί να ζητήσει πρόσθετες δυνατότητες αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας, ενίσχυση αποθεμάτων πυρομαχικών, αντι-drone συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και προηγμένες δυνατότητες επιτήρησης. Το θέμα των Patriot μπορεί να ενταχθεί σε αυτή τη συζήτηση ως μέρος μιας ευρύτερης απαίτησης για πολυεπίπεδη αεράμυνα, χωρίς να παρουσιάζεται ως δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον έχει ήδη δεσμευθεί για συγκεκριμένη παραχώρηση συστημάτων.

Αυτό, όμως, δεν είναι το σημαντικότερο. Η πραγματική αξία βρίσκεται στο τι θα μείνει στην Ελλάδα μετά την αγορά.

Advertisement

Η Αθήνα μπορεί να επιδιώξει μεγαλύτερη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις αμερικανικές αλυσίδες παραγωγής, συμπαραγωγές, μεταφορά τεχνογνωσίας και πρόσβαση σε τεχνολογίες στους τομείς των drones, της αντι-drone άμυνας, των αισθητήρων, του ηλεκτρονικού πολέμου και της κυβερνοασφάλειας. Η λογική είναι απλή: από την αγορά συστημάτων στην απόκτηση παραγωγικής και τεχνολογικής ικανότητας.

Στην ενέργεια, το ίδιο πλεονέκτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Το σχήμα 3+1 Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών έχει εξελιχθεί σε πλαίσιο συνεργασίας για την ενεργειακή ασφάλεια, τις διασυνδέσεις, τις κρίσιμες υποδομές και τις νέες τεχνολογίες. Η δημιουργία του Eastern Mediterranean Energy Center προσθέτει μόνιμη υποδομή συνεργασίας.

Πάνω σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει πλέον και πραγματικό αμερικανικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Η Chevron έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στις νέες υπεράκτιες παραχωρήσεις νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης και επέκτεινε την παρουσία της στο Block 10 του Κυπαρισσιακού Κόλπου. Η ExxonMobil, από την πλευρά της, προετοιμάζει ερευνητική γεώτρηση στο Block 2 στο βορειοδυτικό Ιόνιο για το 2027.

Advertisement

Αυτό μετατρέπει την ενέργεια από πολιτική υπόσχεση σε οικονομικό και γεωπολιτικό συμφέρον. Η Ελλάδα δεν συζητά πλέον μόνο για το ενδεχόμενο να γίνει ενεργειακός κόμβος. Αμερικανικές εταιρείες έχουν ήδη επενδύσει στην έρευνα και η χώρα αποκτά μεγαλύτερο βάρος στην ευρωπαϊκή ενεργειακή εξίσωση.

Υπάρχει, όμως, και μια παράμετρος που συχνά υποτιμάται: η προβλεψιμότητα. Για έναν επενδυτή που τοποθετεί κεφάλαια σε υποδομές, ενέργεια ή τεχνολογία, η γεωγραφική θέση δεν αρκεί. Μετρά η πολιτική σταθερότητα, η συνέχεια των συμφωνιών, η ασφάλεια των υποδομών και η δυνατότητα να γνωρίζει με σχετικά καθαρούς όρους το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει.

Σε αυτό το επίπεδο, η Ελλάδα μπορεί να παρουσιάσει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Είναι ένας προβλέψιμος σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, ενταγμένος στους δυτικούς θεσμούς και στις ευρωπαϊκές και ευρωατλαντικές δομές, με σταθερό προσανατολισμό στις συμμαχικές της υποχρεώσεις. Η Τουρκία, αντίθετα, έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια μια περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, διατηρώντας παράλληλα σχέσεις και συμφέροντα που δεν ευθυγραμμίζονται πάντοτε με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Advertisement

Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα διπλωματικής συμπεριφοράς. Για έναν στρατηγικό επενδυτή, η προβλεψιμότητα είναι οικονομικό πλεονέκτημα. Όταν δύο χώρες προσφέρουν πρόσβαση στην ίδια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, εκείνη που μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα, ασφάλεια και συνέχεια στις συμφωνίες αποκτά πρόσθετη αξία.

Αυτό είναι ένα επιχείρημα που η Αθήνα μπορεί να μεταφέρει στην Ουάσιγκτον χωρίς να χρειάζεται να αντιπαραθέσει ρητορικά την Ελλάδα με την Τουρκία. Η ίδια η παρουσία αμερικανικών εταιρειών στην Ελλάδα, η συμμετοχή της χώρας στα ευρωατλαντικά σχήματα και η συνέπεια στις περιφερειακές συνεργασίες δημιουργούν ήδη το σχετικό υπόβαθρο.

Στο ίδιο πλέγμα βρίσκεται ο Great Sea Interconnector, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Το έργο συνδέει την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά με την Ανατολική Μεσόγειο και εντάσσεται στην ευρύτερη αρχιτεκτονική περιφερειακής διασυνδεσιμότητας. Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να επιδιώξει όχι μόνο πολιτική στήριξη, αλλά και τεχνική, χρηματοδοτική και διπλωματική υποστήριξη για έργα που ενισχύουν αυτή τη διασύνδεση.

Advertisement

Εδώ βρίσκεται το σημείο όπου τα επιμέρους κομμάτια αποκτούν κοινή στρατηγική λογική. 3+1, Chevron, ExxonMobil και GSI δεν είναι τέσσερις διαφορετικές ιστορίες. Είναι διαφορετικά εργαλεία μιας ίδιας γεωπολιτικής θέσης: η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί ως κόμβος ενέργειας, ηλεκτρισμού, άμυνας και περιφερειακής διασυνδεσιμότητας μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.

Advertisement

Το ίδιο ισχύει για τις περιφερειακές συνεργασίες. Το Ισραήλ προσφέρει τεχνολογικές και αμυντικές δυνατότητες, η Αίγυπτος περιφερειακό και ενεργειακό βάρος, η Ιορδανία σύνδεση με τον αραβικό κόσμο και η Κύπρος γεωγραφικό και ενεργειακό βάθος. Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ο κρίκος που συνδέει αυτές τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την αμερικανική στρατηγική.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια ακόμη περιφερειακή «συμμαχία». Η αξία βρίσκεται στις υποδομές, στις επενδύσεις και στις αλυσίδες παραγωγής που συνεχίζουν να λειτουργούν όταν αλλάζουν οι πολιτικές ισορροπίες.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ελληνοτουρκική διάσταση. Η Αθήνα έχει σταθερά θέσει ως μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Advertisement

Η Αθήνα, συνεπώς, μπορεί να ζητήσει κάτι περισσότερο από γενικές διαβεβαιώσεις. Μπορεί να επιδιώξει σαφέστερη αμερικανική στήριξη ενός περιφερειακού πλαισίου στο οποίο οι διαφορές αντιμετωπίζονται με βάση το Διεθνές Δίκαιο, οι ενεργειακές δραστηριότητες προστατεύονται από απειλές και τα αμυντικά μέσα των συμμάχων δεν μετατρέπονται σε εργαλείο πίεσης μεταξύ τους.

Κάπου εδώ βρίσκεται και η ουσία της διαπραγμάτευσης.

Η Ελλάδα έχει λόγο να ζητήσει όπλα και αμυντικές δυνατότητες. Έχει λόγο να ζητήσει τεχνολογία, συμπαραγωγές και συμμετοχή στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Έχει λόγο να ζητήσει επενδύσεις σε ενέργεια, υποδομές, κυβερνοασφάλεια και κρίσιμα δίκτυα. Έχει λόγο να ζητήσει στήριξη για το GSI και τα υπόλοιπα έργα περιφερειακής διασύνδεσης. Έχει, τέλος, λόγο να επιδιώξει σαφέστερη πολιτική στήριξη των αρχών που θεωρεί κρίσιμες για την ασφάλεια και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να εμφανιστεί η Αθήνα με έναν μακρύ κατάλογο αιτημάτων.

Είναι να παρουσιάσει ένα πακέτο στρατηγικής ανταλλαγής: περισσότερη ελληνική συνεισφορά στην αμερικανική παρουσία και ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, με αντίστοιχη αμερικανική συμμετοχή στην ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής, ενεργειακής και τεχνολογικής ισχύος.

Η Ουάσιγκτον έχει τις δικές της προτεραιότητες και η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι θα ταυτίζονται πάντοτε με τις ελληνικές. Μπορεί, όμως, να κάνει τη δική της γεωγραφία, τις υποδομές, τις περιφερειακές συνεργασίες και τις επενδύσεις που ήδη προσελκύει μέρος μιας ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική διαπραγματευτική βάση της Αθήνας.

Η πρόκληση δεν είναι να αποδείξει απλώς ότι η Ελλάδα είναι χρήσιμη. Είναι να μετατρέψει αυτή τη χρησιμότητα σε αμυντική ισχύ, τεχνολογία, παραγωγή, επενδύσεις και στρατηγικό βάθος.

Αν η επίσκεψη του Ρούμπιο οδηγήσει τη συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση, η Αθήνα δεν θα έχει περιοριστεί στη διαχείριση μιας ακόμη διμερούς συνάντησης. Θα έχει επιχειρήσει να διαμορφώσει τους όρους με τους οποίους η Ελλάδα θα τοποθετηθεί στην επόμενη φάση της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτό είναι το χαρτί που πρέπει να παίξει η Ελλάδα.